Open post

Περιμένοντας (;) τον επόμενο σεισμό

Περιμένοντας (;) τον επόμενο σεισμό

της Μάχης Μαργαρίτη

Οι σεισμοί δε σκοτώνουν -τα κτίρια σκοτώνουν. Είναι η φράση που επαναλαμβάνουν σεισμολόγοι και γεωλόγοι. «Η ασφάλεια των κτιρίων και γενικότερα των κατασκευών αποτελεί αναμφισβήτητα τον κύριο και καθοριστικό παράγοντα για την προστασία της ζωής και της περιουσίας των πολιτών σε περίπτωση σεισμού», αναφέρεται σε έγγραφο του Οργανισμού Αντισεισμικής Προστασίας. Τι συμβαίνει στην πραγματικότητα με τους προσεισμικούς και τους μετασεισμικούς ελέγχους; Ποιος έχει την ευθύνη; Πόσο ασφαλή είναι τα δημόσια κτίρια; Τα σχολεία; Οι υποδομές; Τα ιδιωτικής χρήσης κτίρια; Και, πόσο εξοπλισμένοι για ελέγχους είναι οι αρμόδιοι δημόσιοι φορείς;

Η Ελλάδα είναι ο χώρος στον οποίο εκλύεται το μεγαλύτερο ποσοστό σεισμικής ενέργειας στην Ευρώπη -πάνω από 60%. Η πιο σεισμογενής ευρωπαϊκή χώρα και η έκτη σε παγκόσμιο επίπεδο. Με αυτό το δεδομένο, καταλαβαίνει κανείς ότι το «κλειδί» δεν είναι στην «πρόγνωση σεισμών», αλλά στην κατάλληλη προετοιμασία. Και αυτό σημαίνει, πρώτα από όλα, οχύρωση του κτιριακού αποθέματος της χώρας. Ο σεισμός δε μπορεί να προβλεφθεί -μπορούν, όμως, τα κτίρια να προετοιμαστούν για αυτόν. Οι επιστήμονες τονίζουν ότι είναι εφικτό να ενισχυθούν και προβληματικές κατασκευές. Ποια είναι σήμερα η εικόνα; Στην Ελλάδα, ο πρώτος Αντισεισμικός Κανονισμός θεσμοθετήθηκε και εφαρμόστηκε το 1959. Το 1984 θεσμοθετήθηκαν και εφαρμόστηκαν οι πρόσθετες διατάξεις. Παράλληλα ξεκίνησε από τον ΟΑΣΠ η διαδικασία σύνταξης του Νέου Ελληνικού Αντισεισμικού Κανονισμού, ο οποίος τέθηκε σε εφαρμογή το 1995 και αναθεωρήθηκε μετά από τέσσερα χρόνια εφαρμογής  του.

Το 44% των κτιρίων είναι χτισμένα με τον Αντισεισμικό Κανονισμό του 1959 -δηλαδή, τον παλαιότερο. Με τον κανονισμό του 1959 με πρόσθετα άρθρα του 1984, είναι χτισμένο το 17%. Με τον ΝΕΑΚ, το 8%. Με τον ΕΑΚ2000, το 5%. Χωρίς Αντισεισμικό Κανονισμό είναι το 23%. Άρα, σχεδόν το 70% των κτιρίων, είναι χτισμένα είτε χωρίς κανέναν κανονισμό, είτε με τον πιο παλιό.

«Το σύγχρονο κτιριακό απόθεμα της χώρας, που σε γενικές γραμμές έχει κτισθεί μετά το 1980, αντέχει σχετικά ικανοποιητικά σε έναν ισχυρό σεισμό ανάλογου μεγέθους αυτών που έχουν συμβεί τα τελευταία χρόνια. Η ίδια σχετικά αισιόδοξη ματιά δεν ισχύει για περιοχές πόλεων που έχουν οικοδομηθεί κατά κύριο λόγο στις δεκαετίες του 1960 και 1970 ή και παλαιότερα, όταν το επίπεδο γνώσης και τεχνογνωσίας ήταν σαφέστατα υποδεέστερα του σημερινού με συνεπακόλουθο και ο τότε αντισεισμικός κανονισμός να μην παρέχει το σημερινό επίπεδο αξιοπιστίας και ασφάλειας. Δυστυχώς στην κατηγορία αυτή ανήκουν μεγάλες περιοχές των μεγάλων πόλεων ειδικά της Θεσσαλονίκης και της Αθήνας. Στην κατηγορία αυτή ανήκουν και πολλά δημόσια κτίρια άλλα κρίσιμα κτίρια όπως είναι σχολεία και νοσοκομεία.» Αυτά δήλωνε πριν από έναν χρόνο στο Αθηναϊκό Πρακτορείο Ειδήσεων ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης Αντισεισμικής Μηχανικής, καθηγητής Γεωτεχνικής Μηχανικής του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Κυριαζής Πιτιλάκης.

Μπροστά σε αυτά τα δεδομένα, δύο πράγματα είναι λογικό ότι μπορεί να γίνουν: να ανανεωθεί το κτιριακό απόθεμα, δηλαδή, να χτιστούν νέα κτίρια, και να γίνουν έλεγχοι στα παλαιότερα. Το δεύτερο είναι και το πιο περίπλοκο, επειδή εμπλέκονται κράτος και Αυτοδιοίκηση, φορείς και υπηρεσίες.

Σε έκθεση του ΟΑΣΠ το 2019 -με αναφορά στη δραστηριότητα του 2018- για τον προσεισμικό έλεγχο υφιστάμενων κτιρίων, αναφέρεται ότι ο οργανισμός έχει διαμορφώσει ένα κανονιστικό πλαίσιο αναφοράς για Προσεισμικό Έλεγχο υφισταμένων κτιρίων το οποίο περιλαμβάνει τρία στάδια ελέγχου. Σύμφωνα με αυτά τα στοιχεία, ο πρωτοβάθμιος έλεγχος κτιρίων Δημόσιας και Κοινωφελούς χρήσης είναι ένας ταχύς οπτικός έλεγχος. «Διενεργείται σε κάθε επίπεδο διοικητικής δομής της χώρας -πρόγραμμα Καλλικράτης- από τους φορείς που έχουν την ευθύνη της λειτουργίας και ασφάλειας των κτιρίων και εγκαταστάσεων, με τη συμπλήρωση του δελτίου του πρωτοβάθμιου Προσεισμικού ελέγχου». Τα δελτία στη συνέχεια αποστέλλονται στον Ο.Α.Σ.Π., εισάγονται σε βάση δεδομένων και βαθμονομούνται. Τα αποτελέσματα αυτής της βαθμονόμησης καθορίζουν την προτεραιότητα για περαιτέρω ελέγχους.

Πόσα κτίρια έχουν υποβληθεί στο πρώτο επίπεδο ελέγχου δομικής τρωτότητας; Μέχρι σήμερα έχει ελεγχθεί λιγότερο από το 25% των δημόσιων κτιρίων. Και τα πράγματα χειροτερεύουν, αν σκεφτεί κανείς ότι τα προβλήματα δεν είναι πάντα εμφανή, και άρα χρειάζεται πιο ενδελεχής έλεγχος.

Σε τι σχολεία μπαίνουν κάθε μέρα οι μαθητές;

Είναι τα κτίρια στα οποία εκατοντάδες χιλιάδες μαθητές περνούν πολλές ώρες της ημέρας τους. Πάνω από 13.000 σε όλη τη χώρα. Στην πλειονότητα τους παλιά και με ξεπερασμένες αντισεισμικές προδιαγραφές, με το 55% να έχουν χτιστεί πριν από το 1985. Πόσα έχουν ελεγχθεί, σε ποιον βαθμό, και πώς ενισχύονται αν κριθεί απαραίτητο; Ποιος έχει την ευθύνη;

Μετά τον σεισμό της 19ης Ιουλίου στην Αττική, για παράδειγμα, πολλοί Δήμοι ζήτησαν την παρέμβαση των Κτιριακών Υποδομών -της εταιρίας που προέκυψε εντός των «μνημονιακών χρόνων» με τη συγχώνευση του Οργανισμού Σχολικών Κτιρίων με τη ΔΕΠΑΝΟΜ -δημόσια επιχείρηση ανέγερσης νοσοκομείων- και τη «Θέμις Κατασκευαστική». Ένας πρώτος έλεγχος ζητήθηκε από τους διευθυντές των σχολείων. Αν έβλεπαν κάτι ανησυχητικό καλούσαν τους μηχανικούς του Δήμου, και αν αυτοί παρατηρούσαν κάτι ανησυχητικό καλούσαν την ΚΤΥΠ.

Διαβάζοντας, όμως, κανείς τους νόμους και τις εγκυκλίους για το ποιος κάνει τι, βρίσκεται με περισσότερες απορίες από ό,τι πριν τα διαβάσει. Μοιάζει σαν να είναι έτσι οργανωμένα τα πράγματα ώστε, σε περίπτωση που συμβεί μια καταστροφή, να μην έχει κανείς την ευθύνη. Αλλά «κάτω» από όλα αυτά ξεπροβάλλει ένας κοινός παρονομαστής: η έλλειψη χρημάτων και προσωπικού. Τόσο οι δημόσιες υπηρεσίες όσο και οι υπηρεσίες των Δήμων, έχουν αποδυναμωθεί όλα τα προηγούμενα χρόνια λόγω έλλειψης επαρκούς χρηματοδότησης.

Έγραφε χαρακτηριστικά ανακοίνωση του σωματείου εργαζόμενων στην ΚΤΥΠ στα μέσα Σεπτεμβρίου, καθώς άρχιζε η σχολική χρονιά: «Απέναντι σε αυτή την κατάσταση, Σύλλογοι Γονέων και Εκπαιδευτικών γίνονται ‘μπαλάκι’ μεταξύ Δήμων, Περιφερειών, ΚΤΥΠ και συναρμόδιων υπουργείων, χωρίς να μπορούν να βγάλουν άκρη.» Το σωματείο, με πολλές ανακοινώσεις του τα προηγούμενα χρόνια μιλά για αποψίλωση του φορέα, ήδη από το 2011.

Φτάνοντας στο σήμερα, φαίνεται ότι ακόμα δεν έχουν γίνει οι απαιτούμενοι έλεγχοι από την πολιτεία, όπως αναφέρει πρόσφατο ψήφισμα της Ομοσπονδίας Γονέων Αττικής. «Μετά τον πρόσφατο σεισμό στην Αττική ήρθε ξανά στην επιφάνεια, με οξυμένο τρόπο, το πρόβλημα της αντισεισμικής θωράκισης. Σχολεία χαρακτηρίστηκαν ως ακατάλληλα, άλλα υπέστησαν υλικές ζημίες και χρήζουν επισκευών. Κανένα ουσιαστικό μέτρο δεν έχει ληφθεί ώστε να αντιμετωπιστεί η κατάσταση με ασφάλεια στα σχολεία αυτά για μαθητές-εκπαιδευτικούς, ενώ παραμένει μεγάλος ο αριθμός των σχολικών κτιρίων που δεν έχουν ελεγχθεί στοιχειωδώς για τυχόν φθορές. H ευθύνη διαχρονικά όλων των κυβερνήσεων είναι τεράστια.»

Διαβάζει κανείς στον απολογισμό του ΟΑΣΠ, τι συμβαίνει με τα δελτία πρωτοβάθμιου προσεισμικού ελέγχου. «Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται μικρή ταχύτητα συλλογής δελτίων που οφείλεται στα παρακάτω: ύπαρξη μεγάλου αριθμού δημοσίων κτιρίων, έλλειψη ειδικού επιστημονικού προσωπικού για την κάλυψη του συνόλου των κτιρίων (λίγοι μηχανικοί στις αρμόδιες υπηρεσίες με μεγάλο φόρτο εργασίας και αντικειμένων), ασαφής οριοθέτηση αρμοδιοτήτων Υπηρεσιών – αλληλεμπλοκή αρμοδιοτήτων -έλλειψη ενημέρωσης για τη χρησιμότητα του προγράμματος», και «μη θεσμοθέτηση του Προσεισμικού Ελέγχου ως υποχρεωτικού».

Και οι μαθητές, όλα αυτά τα χρόνια, συνεχίζουν να μπαίνουν κάθε μέρα στα σχολικά κτίρια.

«Ζαριά» -ή εφαρμογή κανόνων;

«Να ένα απλό τεστ. Είστε σε μια πόλη όπου γίνεται σεισμός. Τα πρώτα κύματα που κάνουν το έδαφος να αναπηδά πάνω-κάτω έρχονται σχετικά αργά -στην πραγματικότητα με γρήγορη ταχύτητα. Το τρέμουλο συνεχίζεται και το κτίριο κουνιέται συθέμελα, με τα τούβλα, τα δοκάρια και τα υποστηλώματα να δέχονται μια οξεία πίεση. Η ερώτηση είναι: τι είναι αυτό που καθορίζει το αν θα χάσετε τη ζωή σας, ή τα άκρα σας, ή τη ζωή σας, ή το σπίτι σας; Η απάντηση είναι απλή. Για να διατρέχετε τον μεγαλύτερο κίνδυνο σημαίνει ότι είστε φτωχός, και ζείτε σε μια χώρα με διεφθαρμένη, ανέντιμη, ή αναποτελεσματική κυβέρνηση. Οι πιθανότητες είναι ότι ήδη σας συμβαίνει αυτό, επειδή πάνω από τον μισό πληθυσμό του πλανήτη ζει σε πόλεις.» Αυτά έγραφε δέκα χρόνια πριν άρθρο στον Guardian. Το συμπέρασμα: «όταν οι σεισμοί χτυπούν, οι φτωχοί κάτοικοι των πόλεων είναι αυτοί που πεθαίνουν». Έρευνα του ΟΗΕ που μελέτησε τα συμβάντα των 30 προηγούμενων χρόνων, απέδειξε ότι οι φυσικές καταστροφές έχουν ασύμμετρες συνέπειες στα δισεκατομμύρια των φτωχών των αστικών κέντρων.

Ποιος έχει την ευθύνη για το πόσο ασφαλή είναι τα κτίρια όπου ζουν, σπουδάζουν και εργάζονται οι απλοί άνθρωποι; Ποιος παίρνει την απόφαση για το αν οι εργαζόμενοι θα βγουν από το κτίριο όπου δουλεύουν μετά από έναν σεισμό; Ποιος παίρνει την ευθύνη να τους κρατήσει μέσα; Ποιος αποφασίζει να ανοίξουν -ή να μην ανοίξουν- μπάρες που εμποδίζουν την ελεύθερη είσοδο-έξοδο, ή έξοδοι κινδύνου; Μετά από τον σεισμό του Ιουλίου στην Αθήνα, για παράδειγμα, αλλού εφαρμόστηκε διαδικασία αποχώρησης των εργαζόμενων  από τους χώρους εργασίας, και αλλού όχι. Με ποια κριτήρια κάποιος παίρνει την απόφαση για τη ζωή του άλλου; Πώς μπορούν να προστατευτούν όλοι οι άνθρωποι, χωρίς εξαιρέσεις; Αρκούν τα «προαιρετικά μέτρα»;

«Οι κανονισμοί έχουν ιδιαίτερη αξία σε χώρους όπου τις αποφάσεις οι οποίες αφορούν τη ζωή και την υγεία των ανθρώπων λαμβάνονται από άλλους -για παράδειγμα από τους εργοδότες τους. Και ακόμα, ιδιαίτερη αξία έχει η ρυθμιστική νομοθεσία για την προστασία της ζωής των μαθητών, που δεν έχουν καμία επιλογή για τα κτίρια τα οποία χρησιμοποιούν.» Αυτά έγραφε σε μελέτη του το 2004 ο Ρόμπιν Σπενς, από το πανεπιστήμιο του Κέμπριτζ και την Ευρωπαϊκή Ένωση για τη Μηχανική των Σεισμών. Συμπλήρωνε, όμως, ότι η προοπτική της εφαρμογής κανονισμών χάνει δημοτικότητα στην Ευρωπαϊκή Ένωση -όπως και σε άλλες αναπτυγμένες οικονομίες του κόσμου- προς όφελος πολλών άλλων ειδών κινήτρων για να επιτευχθούν οι επιθυμητοί στόχοι.

Οι σεισμοί είναι φυσικά φαινόμενα. Αλλά το μέγεθος της ζημιά που προκαλούν είναι ένας συνδυασμός αποφάσεων που παίρνουν πολιτικοί, μηχανικοί και στελέχη επιχειρήσεων, έγραφαν το φετινό καλοκαίρι οι Τάιμς της Νέας Υόρκης. «Σε πόλεις όπως το Σαν Φρανσίσκο, όπου η μέση τιμή ενός σπιτιού είναι πάνω από ένα εκατομμύριο δολάρια, η ιδέα να γίνουν ακόμα πιο ακριβά τα κατασκευαστικά κόστη είναι πιθανά πιο αντιδημοφιλής, παρότι ο στόχος είναι η μακροπρόθεσμη προστασία της πόλης.» Ο Έβαν Ράις, ιδρυτικό μέλος του μη κερδοσκοπικού οργανισμού Συμβούλιο Ανθεκτικότητας Ηνωμένων Πολιτειών, έλεγε στο ρεπορτάζ ότι, «η σκέψη με κοντινό ορίζοντα είναι ο μεγαλύτερος ένοχος. Οι άνθρωποι είναι διατεθειμένοι να ρίξουν το ζάρι».

Όμως, τονίζει στη μελέτη του ο Ρόμπιν Σπενς, η ίδια λογική που υπαγορεύει την προστασία της ζωής μέσω της κατασκευής νέων κτιρίων, θα έπρεπε επίσης να εφαρμόζεται στο πολύ πιο δύσκολο ζήτημα της προστασίας της ζωής σε υπάρχοντα παλιότερα κτίρια. «Όλες οι δράσεις χρειάζονται για αυτό, έρευνα, καμπάνιες δημόσιας ενημέρωσης, νέα πρότυπα δράσης. Αλλά η εμπειρία από άλλες χώρες υποδεικνύει ότι αν όλες αυτές οι δράσεις δε στηριχθούν από νομοθεσία -που έχει να κάνει κυρίως με την ενίσχυση, την κατεδάφιση και την αντικατάσταση κτιρίων υψηλού κινδύνου- η αντίσταση θα είναι ισχυρή, και μικρή πρόοδος θα γίνει.»

Ζήτημα ύψιστης προτεραιότητας

Τι μπορεί να γίνει; Συζητείται να δίνονται οικονομικά κίνητρα σε ιδιοκτήτες, για την αντισεισμική θωράκιση ιδιωτικής χρήσης κτιρίων, στο πρότυπο αντίστοιχου προγράμματος για την ενεργειακή ενίσχυσή τους. Αλλά ένα τέτοιο μέτρο είναι προαιρετικού χαρακτήρα, και δεν οδηγεί σε ισότιμη προστασία του αγαθού της ζωής για όλους τους πολίτες. Διότι προκύπτουν πολύ πρακτικά προβλήματα. Στις περισσότερες πολυκατοικίες, για παράδειγμα, συνυπάρχουν ιδιοκτήτες κατοικιών και ενοικιαστές. Θα είναι οι ιδιοκτήτες πρόθυμοι να «βάλουν το χέρι στην τσέπη» για αντισεισμική θωράκιση; Με το «Εξοικονομώ κατ΄Οίκον» το έκαναν σε ένα ποσοστό για να έχουν οικονομικό όφελος -δηλαδή να πληρώνουν λιγότερα σε θέρμανση-ψύξη. Στο ζήτημα της πρόληψης απέναντι στους σεισμούς, δεν υπάρχει οικονομικό όφελος. Άρα, οι ενοικιαστές θα πρέπει να συνεχίσουν να μένουν σε επικίνδυνα κτίρια;

Και ακόμα, είναι σωστό να υπάρξει «προαιρετικό» πρόγραμμα αντισεισμικής θωράκισης; Υπάρχουν περιοχές και κτίρια όπου οι ιδιοκτήτες πραγματικά δε μπορούν να αντεπεξέλθουν οικονομικά, ακόμα κι αν επιδοτηθούν σε ένα ποσοστό. Οι φτωχότεροι είναι οι πιο ευάλωτοι σε τέτοιου είδους «προαιρετικά μέτρα». Θα μπορούσε, όμως, να αποφασίσει, για παράδειγμα, η πολιτεία ότι όλα τα ιδιωτικά κτίρια θα πρέπει υποχρεωτικά να ελεγχθούν εντός συγκεκριμένου χρονικού ορίζοντα. Οι μελέτες που θα γίνουν από μηχανικούς να ελεγχθούν από την Πολεοδομία, και στη συνέχεια να καλύψει το κράτος τα έξοδα για τις ενισχύσεις που χρειάζονται στα κτίρια. Μπορούν να υπάρξουν και αντικειμενικά κριτήρια, για παράδειγμα, εισοδηματικά, τιμές ζώνης, παλαιότητα, με πλήρη ανάληψη του κόστους για τους οικονομικά αδύναμους. Τα τεχνικά ζητήματα μπορούν να συζητηθούν και να βρεθούν λύσεις για το πώς θα γίνει -αρκεί να υπάρξει η πολιτική κατεύθυνση. Πολιτική κατεύθυνση σημαίνει απόφαση, ενίσχυση υπηρεσιών με προσωπικό, χρήματα και εξοπλισμό. Διότι η προσεισμική προετοιμασία, κοστίζει.

Στα δημόσια κτίρια, με ελεγμένο ένα μικρό ποσοστό τους, καταλαβαίνει κανείς την κρισιμότητα της κατάστασης. Δημόσια κτίρια είναι, εκτός από τα σχολεία, τα νοσοκομεία και όλες οι δημόσιες υπηρεσίες. Εκατομμύρια άνθρωποι κινούνται, εργάζονται και συναλλάσσονται καθημερινά σε αυτά. Ακόμα, σε τι κατάσταση βρίσκονται οι υποδομές -από δίκτυα κοινής ωφέλειας μέχρι τις γέφυρες και τα μεταφορικά δίκτυα, και πώς μπορεί να γίνει αντισεισμική θωράκισή τους; Στην Ιαπωνία, μια χώρα που συνήθως «αντέχει» μεγάλους σεισμούς ακριβώς επειδή έχει προετοιμαστεί για αυτούς, στα τρένα είναι εγκατεστημένοι αισθητήρες σεισμού έτοιμοι να «παγώσουν» κάθε κινούμενο τρένο αν είναι απαραίτητο. Το 2011, όταν σεισμός 9 Ρίχτερ χτύπησε την Ιαπωνία, 27 τρένα ήταν σε κίνηση. Τα συστήματα πυροδοτήθηκαν με τους προσεισμούς, και τα τρένα πρόλαβαν να ακινητοποιηθούν πριν από τον μεγάλο σεισμό, με αποτέλεσμα να μην υπάρξει ούτε ένας τραυματισμός. Στο Τόκιο, στα προάστια της πόλης, ένα μεγάλο κρυμμένο τούνελ βρίσκεται κάτω από ένα γήπεδο ποδοσφαίρου και ένα πάρκο σκέιτ. Προορίζεται να συγκεντρώσει τα νερά που μπορεί να προκαλέσουν φυσικές καταστροφές όπως τα τσουνάμι, και τα στέλνει με ασφάλεια στα νερά ποταμού, για να γλιτώσει η πόλη από μια πιθανή μεγάλη πλημμύρα. Κατασκευαζόταν επί 13 χρόνια και κόστισε τρία δισεκατομμύρια δολάρια, αλλά «δε μπορεί να μπει τιμή στο πόσες ζωές υπόσχεται να σώσει».

Άμεση ανάγκη ολοκληρωμένων ελέγχων υπάρχει για τα σχολεία. Η ΟΛΜΕ με ανακοίνωσή της λίγο πριν από την έναρξη της φετινής χρονιάς στα σχολεία ζητούσε να ελεγχθούν όλα τα σχολικά κτίρια στη χώρα, με ουσιαστικούς ελέγχους για τη στατική επάρκεια, τις εξόδους διαφυγής, την πυρασφάλεια και την επάρκεια σε προαύλια και χώρους συγκέντρωσης, και να παρασχεθούν πιστοποιητικά καταλληλότητας για όλα τα σχολεία. «Να δρομολογηθεί άμεσα, με ευθύνη της Πολιτείας, η ανέγερση με τη διαδικασία του κατεπείγοντος σύγχρονων και ασφαλών σχολικών συγκροτημάτων, κατ’ αρχήν για όσα έχουν κριθεί ως ακατάλληλα. Να σταματήσει η απαράδεκτη μετακύλιση της ευθύνης των ελέγχων στους εκπαιδευτικούς.» Ζητά ακόμα να συνταχθεί μητρώο ελέγχων που θα επικαιροποιείται, και «γενναία χρηματοδότηση των σχολείων ώστε να εξασφαλίζεται η λειτουργική, κτιριακή, υλικοτεχνική υποδομή και η συντήρησή της, για την κάλυψη των αναγκών της εκπαιδευτικής διαδικασίας». Και προειδοποιούν ότι «η εξασφάλιση σύγχρονων και ασφαλών δημόσιων σχολικών υποδομών, η λήψη άμεσα μέτρων για την αντιμετώπιση των ζημιών και τον έλεγχο των σχολικών μονάδων, αφορούν τη σωματική ακεραιότητα και τη ζωή χιλιάδων ανθρώπων. Αποτελεί ζήτημα ύψιστης προτεραιότητας».

Σε μετασεισμικό έλεγχο σε όλα τα σχολεία της Αττικής και προσεισμικό έλεγχο σε όλα τα σχολεία της χώρας καλούσε με έγγραφό της στο τέλος Ιουλίου και η Πανελλήνια Επιστημονική Ένωση Διευθυντών Σχολικών Μονάδων Π.Ε., ζητώντας Πιστοποιητικό Καταλληλότητας και θέσπιση Μητρώου Επισκευών και Συντήρησης με ευθύνη των Δήμων για όλα τα σχολικά κτίρια.

Η Ομοσπονδία Γονέων Αττικής ζητά και αυτή να ελεγχθούν όλα τα σχολικά κτίρια από επιτροπές των Κτιριακών Υποδομών σε συνεργασία με τις τεχνικές υπηρεσίες των ΟΤΑ, και να δοθούν πιστοποιητικά καταλληλότητας για όλα τα σχολεία. «Να εξασφαλιστεί χρηματοδότηση και επιστημονικό προσωπικό για να ενισχυθεί ο προσεισμικός έλεγχος στα σχολεία σε σταθερή βάση. Να δρομολογηθούν σύγχρονα αντισεισμικά κτιριακά συγκροτήματα, με 100% δημόσιες επενδύσεις και χωρίς ΣΔΙΤ.»

Οι εργαζόμενοι στην ΚΤΥΠ, μέσω του σωματείου τους ζητούν να υπάρξει νομοθετική ρύθμιση «με την οποία να δίνεται η κύρια αρμοδιότητα στην ΚΤΥΠ να παίξει το ρόλο της ως ο δημόσιος φορέας που υλοποιεί την ευθύνη του κράτους για παροχή δημόσιων δωρεάν σύγχρονων και ασφαλών σχολικών κτιρίων για όλα τα παιδιά. Να επανασυσταθεί ο τομέας Ελέγχων και Αντιμετώπισης Φυσικών Καταστροφών. Να ενισχυθεί η ΚΤΥΠ με τεχνικό προσωπικό και χρηματοδότηση.»

Δέσμη προτάσεων έχει καταθέσει και το Τεχνικό Επιμελητήριο. Μεταξύ αυτών, ο έλεγχος όλων των δημοσίων κτιρίων με άμεσο πρωτοβάθμιο προσεισμικό έλεγχο δομικής τρωτότητας, ο προσεισμικός έλεγχος ιδιωτικών κτιρίων, καθώς και η δημιουργία Ηλεκτρονικού Μητρώου Έργων Υποδομής, με καταγραφή και προγραμματισμό εργασιών.

Η τεχνογνωσία για μια σοβαρή προσεισμική προετοιμασία υπάρχει. Στη χώρα, όμως, εφαρμόζεται εδώ και σχεδόν δέκα χρόνια λιτότητα. Δημόσιες υπηρεσίες αποδυναμώθηκαν, συγχωνεύτηκαν, και κονδύλια περικόπηκαν δραματικά. Αλλά όταν τα πράγματα δυσκολεύουν, όλοι ρωτούν «γιατί δεν παίρνει μέτρα το κράτος;». Πράγματι -κρατώντας στη μνήμη το πώς έφτασαν τα πράγματα εδώ- είναι ανάγκη να γίνουν χωρίς καθυστέρηση όλοι οι απαραίτητοι και ουσιαστικοί έλεγχοι και η ενίσχυση που θα απαιτηθεί, με γενναία χρηματοδότηση.

Η αντισεισμική θωράκιση των κτιρίων είναι επιτακτική ανάγκη, αλλά την ξεχνάμε μέχρι τον «επόμενο σεισμό». Που «ευχόμαστε να μην είναι μεγάλος». Πολύς λόγος γίνεται για «ανάπτυξη». Δε νοείται ως ανάπτυξη η ασφάλεια των κτιρίων όπου ζούμε; Είμαστε διατεθειμένοι να συνεχίσουμε να «ρίχνουμε το ζάρι»; Θρήνος μετά τις τραγωδίες, ή πρόληψη χωρίς καθυστέρηση ούτε μιας μέρας;  Ένας μεγάλος σεισμός μπορεί να συμβεί οποιαδήποτε στιγμή. Και το ξέρουμε πια καλά: δε σκοτώνουν ανθρώπους οι σεισμοί -τα κτίρια σκοτώνουν. Αλλά τις αποφάσεις, άνθρωποι τις παίρνουν.

www.ert.gr

Open post

Το δικαίωμα στη στέγη

Το δικαίωμα στη στέγη

της Μάχης Μαργαρίτη

Η αγγελία κυκλοφόρησε πρόσφατα σε προάστιο της βορειοανατολικής Αττικής: γκαρσονιέρα πρώτου ορόφου ενοικιάζεται στην τιμή των 500, σχεδόν, ευρώ -τη στιγμή που ο κατώτατος μισθός είναι 546. Βλέποντας αυτή την τιμή, ένας άλλος ιδιοκτήτης στην περιοχή ζητά για ένα δυάρι 40 και πλέον ετών 600 ευρώ, και για ένα τριάρι 900 και 1.000 ευρώ -αφού, «όλοι κάνουν αυξήσεις».

Πολύ μακριά από το αθηναϊκό προάστιο, στους δρόμους του Χονγκ Κονγκ, τους τελευταίους μήνες εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι βρίσκονται στους δρόμους. Αφορμή, ένας νόμος που θεωρείται περιορισμός της αυτονομίας της περιοχής έναντι της Κίνας. Στις 18 Αυγούστου, εκτιμάται ότι διαδήλωσαν πάνω από ενάμισι εκατομμύριο άνθρωποι -σχεδόν το ένα τέταρτο του πληθυσμού. Είναι όλη αυτή η οργή αποτέλεσμα μόνο της απόπειρας εφαρμογής ενός νόμου; Ή υπάρχουν και αθέατες πτυχές της ζωής -και της οργής- στη δεύτερη σε ανισότητα εισοδημάτων πόλη στον κόσμο;

«Καθώς το κόστος της στέγης συνεχίζει να ανεβαίνει σε μια από τις ήδη ακριβότερες πόλεις του κόσμου, οι νέοι του Χονγκ Κονγκ βλέπουν τους εαυτούς τους αποκλεισμένους από την προοπτική να αποκτήσουν ποτέ ένα σπίτι, και οργίζονται για πολλά παραπάνω από τον προτεινόμενο νόμο έκδοσης», έγραφε εν μέσω διαδηλώσεων η εφημερίδα Morning Post της νότιας Κίνας. «Πολλοί νέοι που ζουν σε μια από τις πιο πυκνοκατοικημένες και ακριβές πόλεις του κόσμου είναι επίσης εξοργισμένοι με το εκτοξευμένο κόστος ζωής, και την αίσθηση πως ένα δικό τους σπίτι δε θα είναι ποτέ κάτι περισσότερο από ένα όνειρο.»

Την τελευταία δεκαετία, οι τιμές ακινήτων στην πόλη αυξήθηκαν κατά 242%. Ο μέσος μηνιαίος μισθός είναι γύρω στα 16.000 δολάρια -όσο, δηλαδή, κοστίζει διαμέρισμα ενός υπνοδωματίου στο κέντρο, σύμφωνα με το άρθρο. Το 2018, η μέση τιμή αγοράς ενός ακινήτου ήταν 20πλάσια από το ετήσιο εισόδημα ενός νοικοκυριού. Δημοσιογράφος του πρακτορείου Ρόιτερς μίλησε με νέους που ζουν σε μικρά διαμερίσματα. «Οι άνθρωποι δυσκολεύονται να αγοράσουν ένα διαμέρισμα. Οι κτηματομεσιτικές εταιρίες ελέγχουν την αγορά», λέει μια δασκάλα, και συμπληρώνει ότι υπάρχει μια άδικη πολιτική στο ζήτημα της στέγης, που κάνει τους πλούσιους πλουσιότερους. «Οι κτηματομεσιτικές εταιρίες οδηγούν τις τιμές τόσο ψηλά ώστε δε μπορούμε να τις πλησιάσουμε», συμφωνεί ένας νέος μηχανικός, ενώ άλλος ένας πτυχιούχος λέει στο πρακτορείο ότι οι διαδηλώσεις γίνονται «για τις άδικες συνθήκες που εμποδίζουν τους νέους να ζήσουν τα όνειρά τους».

Αυτά συμβαίνουν στο «πλούσιο Χονγκ Κονγκ». Αλλά δε συμβαίνουν μόνο εκεί.

Η «εκτόξευση» των ενοικίων στον αναπτυγμένο κόσμο

Στις Ηνωμένες Πολιτείες, οι τιμές των ενοικίων αυξήθηκαν κατά 22% μεταξύ 2006 και 2014 κατά μέσο όρο, ενώ τα μέσα εισοδήματα έπεφταν κατά 6%. Το 50% των ενοικιαστών στη χώρα ξοδεύουν πάνω από το 30% του εισοδήματός τους στη στέγη. Το μεγαλύτερο βάρος πέφτει στους πιο χαμηλόμισθους. Η αστεγία αυξάνεται. Και καταυλισμοί άστεγων εμφανίζονται σε ευημερούσες περιοχές όπως στην Καλιφόρνια και το Σιάτλ, θυμίζοντας τις γνωστές παραγκουπόλεις του αναπτυσσόμενου κόσμου.

Στην Ισπανία, τα τελευταία χρόνια χιλιάδες οικογένειες χρεωκόπησαν και, αδυνατώντας να πληρώνουν το στεγαστικό τους δάνειο, αναγκάστηκαν να νοικιάσουν. Αλλά από το 2010, τα ενοίκια έχουν αυξηθεί κατά 35% στη Βαρκελώνη και 30% στη Μαδρίτη. Σύμφωνα με τη Eurostat, το 42,1% των ισπανών που νοικιάζουν, ξόδεψαν πάνω από το 40% του εισοδήματός τους για έξοδα ενοικίου το 2017.

Η εφημερίδα The Local περιγράφει τη ζωή μιας τετραμελούς οικογένειας, με τον πατέρα άνεργο. Μένουν σε ένα διαμέρισμα των 600 ευρώ. Τον Απρίλιο έμαθαν ότι το ενοίκιο θα αυξηθεί στα 1.000 ευρώ. Αυτό αφήνει στην οικογένεια λιγότερα από 200 ευρώ τον μήνα για τα υπόλοιπα έξοδά τους. Και το επίδομα ανεργίας τον επόμενο μήνα λήγει. «Τι κάνουμε, όλοι εμείς που δεν έχουμε τα μέσα; Να ζήσουμε στα δάση;», ρωτάει η 40χρονη μητέρα που ζει με την οικογένειά της έξω από τη Μαδρίτη. Σαν κι αυτή, όλο και πιο πολλοί ισπανοί αναγκάζονται να εγκαταλείψουν τις μεγάλες πόλεις. «Άνθρωποι που έζησαν μια ζωή σε μια γειτονιά αναγκάζονται να φύγουν για πιο περιφερειακές περιοχές προσαρμοσμένες στον προϋπολογισμό τους», λέει η Μάρτα Μοντέρο, εκπρόσωπος οργάνωσης για το δικαίωμα στη στέγαση στη Μαδρίτη. Κατηγορεί τα επενδυτικά ταμεία ότι έχουν αρπάξει δισεκατομμύρια ευρώ στην κτηματαγορά από τις τράπεζες, που με τη σειρά τους τα άρπαξαν, όπως λέει, από χρεωμένες οικογένειες -«ζούμε σε μια ‘φούσκα ενοικίου». Άλλοι αρνούνται ότι πρόκειται για ‘φούσκα’, και υποστηρίζουν ότι οι αυξήσεις στα ενοίκια δεν οφείλονται στην κερδοσκοπία αλλά είναι συνέπεια μιας οικονομικής ανάκαμψης που άρχισε το 2014, γράφει η εφημερίδα. Η ερώτηση, όμως, που προκύπτει αυθόρμητα είναι, γιατί η ανάκαμψη δεν έγινε αισθητή με τον ίδιο τρόπο στο εισόδημα των νοικοκυριών;

Η πραγματικότητα είναι ότι σε όλο τον κόσμο, οι τιμές των ενοικίων εκτοξεύονται. «Στεγαστική κρίση: Είναι οι πόλεις αβίωτες οικονομικά;», αναρωτιόταν το βρετανικό δίκτυο BBC την περασμένη άνοιξη. Στο ρεπορτάζ μιλούσε μια διαζευγμένη μητέρα από το Εδιμβούργο. Η σχεδιαζόμενη ανακαίνιση στο συγκρότημα όπου μένει την κάνει να φοβάται ότι θα αναγκαστεί να φύγει εξαιτίας της αύξησης του ενοικίου. Στο Βερολίνο, μια άλλη μητέρα-αρχηγός μονογονεϊκής οικογένειας, πήρε τον Οκτώβριο ειδοποίηση ότι το συγκρότημα κατοικιών όπου ζει θα ανακαινιστεί, και το ενοίκιο θα αυξηθεί κατά 76%. Τι θα κάνει; Δεν ξέρει, λέει στον δημοσιογράφο. Για κάποια χρόνια μετά την πτώση του Τείχους το 1989, η πόλη φημιζόταν για τα χαμηλά ενοίκια. Βοηθούσε ο μεγάλος αριθμός συγκροτημάτων κατοικιών σοβιετικού τύπου που υπήρχαν στο ανατολικό Βερολίνο. Τα πράγματα άλλαξαν. Και, μελέτη κτηματομεσιτικής εταιρίας πέρυσι έδειξε ότι τα ενοίκια στο Βερολίνο υπερδιπλασιάστηκαν σε μια δεκαετία.

Τα στοιχεία για την Ελλάδα

Σύμφωνα με πρόσφατα στοιχεία της Eurostat για το 2017, το πιο δυσβάστακτο κόστος ενοικίου καταγράφηκε στην Ελλάδα: το 83,9% των ενοικιαστών δαπανούσαν πάνω από το 40% του διαθέσιμου εισοδήματός τους -μετά την αφαίρεση κάθε είδους φόρου- στη στέγη.

Στην ίδια έρευνα φαίνεται ότι η Ελλάδα είναι μία από τις πέντε χώρες, μαζί με Λετονία, Εσθονία, Ισπανία και Ελβετία, στις οποίες οι περισσότεροι άνθρωποι ζουν σε διαμερίσματα -το 60% του πληθυσμού.

Όσον αφορά την ιδιοκατοίκηση, και την καλλιεργούμενη άποψη-κατηγορία ότι «ο Έλληνας θέλει δικό του σπίτι, ενώ στην Ευρώπη όλοι νοικιάζουν», τα στοιχεία δεν τη στηρίζουν: σύμφωνα με την έρευνα, δεν υπάρχει ούτε μία χώρα-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης όπου οι ενοικιαστές είναι περισσότεροι από τους ιδιοκτήτες κατοικίας. Εξίσου έωλο αποδεικνύεται και το ότι «οι Έλληνες έτρεξαν να πάρουν δάνεια για σπίτια από μεγαλομανία»: στην Ολλανδία και τη Σουηδία, για παράδειγμα, πάνω από το 50% όσων κατέχουν τις κατοικίες τους έχουν δανειστεί ή τις έχουν υποθηκευμένες.

Σχετικά με την ποιότητα της στέγης, που ορίζεται με βάση κυρίως τη χωρητικότητα και την άνεση, δηλαδή τον αριθμό δωματίων, τον αριθμό και τις ηλικίες των μελών της οικογένειας και την κατάστασή της, η Ελλάδα έχει σχεδόν το 30% του πληθυσμού της να ζει «στριμωγμένο» -το χειρότερο ποσοστό μεταξύ των παλιών «15» κρατών-μελών- ενώ έχει το δεύτερο χειρότερο ποσοστό, μετά τη Ρουμανία, όσον αφορά τον πληθυσμό που βρίσκεται σε κίνδυνο φτώχιας και ζει σε κακές συνθήκες -πάνω από το 40%.

Η «έλλειψη σπιτιών»

Όταν ανοίγει η συζήτηση για τη στεγαστική κρίση, το πρώτο που ακούγεται πάντα, είναι, «δεν υπάρχουν αρκετά σπίτια» -γι΄αυτό ανεβαίνουν οι τιμές. Είναι αυτή η αλήθεια;

200.000 άδεια σπίτια. Τόσα υπολογίζονταν το 2018 στη Βρετανία -ο μεγαλύτερος αριθμός της δεκαετίας- με πάνω από 11.000 από αυτά να μένουν άδεια για περισσότερα από δέκα χρόνια.

«Στοιχεία από το υπουργείο που είναι αρμόδιο για τη Στέγη δόθηκαν πρόσφατα στη δημοσιότητα, και ταρακουνούν την ευρέως διαδεδομένη παρανόηση ότι η στεγαστική κρίση στη Βρετανία είναι αποτέλεσμα της έλλειψης σπιτιών», σημειωνόταν τον περασμένο Μάρτιο σε άρθρο στο citymetric -«βραχίονας» του περιοδικού New Statesman για το αστικό τοπίο και τον αστικό σχεδιασμό. Τα στοιχεία δείχνουν ότι ο αριθμός των σπιτιών που είναι άδεια για μεγάλο διάστημα στην Αγγλία, αυξήθηκε κατά 5,3% κατά τους 12 μήνες μέχρι τον Οκτώβριο, φτάνοντας τα 216.186. Στο Λονδίνο, όπου είναι δύσκολο να βρει κανείς σπίτι, το ποσοστό αύξησης των άδειων σπιτιών είναι διπλάσιο από τον εθνικό μέσο όρο, φτάνοντας το 11%, δηλαδή, τα 22.481 σπίτια.

Αυτό, σύμφωνα με το άρθρο, επιβεβαιώνει άλλα στοιχεία που δείχνουν ότι το απόθεμα σπιτιών αυξάνεται σταθερά με μεγαλύτερο ρυθμό σε σχέση με την αύξηση του πληθυσμού, ακόμα και τις τελευταίες δεκαετίες, ακόμα και στο Λονδίνο. Με βάση τον νόμο της προσφοράς και της ζήτησης, θα έπρεπε να αυξάνεται η διαθεσιμότητα και να πέφτουν οι τιμές, αντί να εκτοξεύονται.

Γιατί λοιπόν δεν υπάρχουν διαθέσιμα σπίτια; Μήπως δεν είναι επαρκές το σχήμα «υπερβολικά πολλοί άνθρωποι διεκδικούν υπερβολικά λίγα σπίτια»; Μήπως πρόκειται για πολύ ευρύτερο πρόβλημα, πολιτικό και οικονομικό -με το ζήτημα της περιουσίας και της ιδιοκτησίας βρίσκονται στο κέντρο του;

Σε μια εποχή χαμηλής κερδοφορίας για τις αναπτυγμένες οικονομίες, τα σπίτια είναι συχνά ο ευκολότερος και ασφαλέστερος τρόπος για όσους ψάχνουν να αυξήσουν τον πλούτο τους. «Ελλείψει παραγωγικών επενδύσεων, η στεγαστική φούσκα οδηγεί τη βρετανική οικονομία. Για να την εμποδίσουν να ‘σκάσει’, οι πολιτικοί δημιουργούν τεχνητή ανεπάρκεια σπιτιών. Δηλαδή, το κράτος προστατεύει τα δικαιώματα των ιδιοκτητών και των κερδοσκόπων που στοκάρουν σπίτια, μια πραγματικότητα η οποία αντανακλάται σε πολιτικές όπως η νομοθεσία εναντίον των καταλήψεων που κάνουν την κατάληψη άδειων ιδιοκτησιών πιο δύσκολη». Ενώ ταυτόχρονα, «όσοι εμπλέκονται επιχειρηματικά στην αγορά  ακινήτων λατρεύουν την ιστορία με την ανεπάρκεια σπιτιών, επειδή συνεπάγεται ότι κράτη και δήμοι συχνά τους επιτρέπουν να χτίζουν πολυτελή συγκροτήματα, με την ελπίδα ότι απλά το να χτίζονται σπίτια -οποιουδήποτε είδους- θα λειτουργήσει ως λύση. Η ρητορική της ‘έλλειψης σπιτιών’ αφήνει, επίσης, στο απυρόβλητο την τάξη των ιδιοκτητών, επιτρέποντας σε αυτή και τους πολιτικούς να αναπαράγει τον τοξικό μύθο ότι ‘η Βρετανία είναι πλήρης’, κατηγορώντας τους μετανάστες αντί των κερδοσκόπων.»

Μια ματιά σε πλατφόρμα αγγελιών για ακίνητα στην Ελλάδα. Τυχαία ηλεκτρονική αναζήτηση με κριτήρια, σπίτι άνω των 30 τετραγωνικών και τιμή άνω των 200 ευρώ: σε βορειανατολικό προάστιο της Αθήνας, υπάρχουν 2.443 αγγελίες για πώληση σπιτιού και 336 για ενοικίαση. Σε νότιο προάστιο, 3.824 αγγελίες για πώληση, 475 για ενοικίαση. Στο κέντρο της Αθήνας, 37.638 αγγελίες για πώληση, 4.971 για ενοικίαση. Φυσικά, ο αριθμός των αγγελιών δεν αποτυπώνει με ακρίβεια την κατάσταση, επειδή ένα ακίνητο μπορεί να «εκπροσωπείται» από πολλά μεσιτικά γραφεία και να εμφανίζεται πολλές φορές στις αγγελίες. Αλλά φαίνεται πως το «δεν υπάρχουν σπίτια», πολλές φορές απέχει από την πραγματικότητα. Σε πολλές περιοχές σπίτια υπάρχουν, τα κρατούν, όμως, αδιάθετα οι ιδιοκτήτες, φυσικά πρόσωπα ή εταιρίες. Προφανώς χωρίς ιδιαίτερη οικονομική ανάγκη, περιμένουν να «ανεβούν οι τιμές» για να εισπράξουν όσο περισσότερα μπορούν από την πώλησή τους. Χιλιάδες σπίτια μένουν κλειστά και αδιάθετα, σε ένα ιδιότυπο «χρηματιστήριο τιμών», ενώ έξω από τις πόρτες τους χιλιάδες άνθρωποι ψάχνουν απελπισμένα σπίτια να ζήσουν σε τιμές λογικές. Αλλά η «λογική της αγοράς» δεν τους το επιτρέπει. Με πολλούς τρόπους.

Ακίνητα-περιουσιακά στοιχεία

Όλο και μεγαλύτερο μέρος από το απόθεμα σπιτιών, εκπληρώνει πλέον μια ανάγκη άλλη από αυτή της στέγασης. Τα περιουσιακά στοιχεία της κτηματαγοράς αποτελούν το 60% των παγκόσμιων περιουσιακών στοιχείων -συμπεριλαμβανομένων ομολόγων και χρυσού. Σύνολο αξίας: 217 τρισεκατομμύρια δολάρια το 2016. Σύμφωνα με μελέτη της καθηγήτριας Κοινωνιολογίας στο πανεπιστήμιο Κολούμπια Σάσκια Σάσεν, το 2014, το 54% των πωλήσεων άνω των 5 εκατομμυρίων δολαρίων στο Μανχάταν, έγιναν σε «εταιρίες-κελύφη» -εταιρίες με «κατοικία» σε «φορολογικούς παράδεισους», χωρίς φυσική παρουσία στη χώρα όπου είναι εγγεγραμμένες, χωρίς οικονομικές δραστηριότητες, δηλαδή, ουσιαστικά ανεξέλεγκτες. Έγραφαν σε εκτενές τους ρεπορτάζ το 2015 οι Τάιμς της Νέας Υόρκης, «τεράστια ποσά κυκλοφορούν χωρίς έλεγχο στον κόσμο όπως ποτέ άλλοτε -είτε πρόκειται για διαφθορά, φοροαποφυγή ή επενδυτική στρατηγική, που καθίστανται δυνατές από μια άνευ προηγουμένου-χωρίς-σύνορα οικονομία και τον πολλαπλασιασμό των τρόπων να κινούνται και να κρύβονται περιουσιακά στοιχεία… Αυτή η ροή κεφαλαίου έχει δημιουργήσει αποικίες των ξένων σούπερ-πλούσιων, με τις επακόλουθες αντιπαραθέσεις για την ανισότητα των τάξεων να γίνεται ορατή στους ουρανοξύστες από γυαλί και ατσάλι που αλλάζουν τα αστικά τοπία.» Ενώ, σύμφωνα με το ρεπορτάζ της εφημερίδας, ένα όλο και αυξανόμενο ποσοστό αυτών των πλούσιων ξένων έχουν υπάρξει αντικείμενο κυβερνητικών ερευνών σε όλο τον κόσμο, είτε ως φυσικά πρόσωπα είτε ως επικεφαλής εταιριών. Μπίζνες δισεκατομμυρίων δολαρίων.

Σύμφωνα με τη Σάσκια Σάσεν, οι κύριοι παίκτες σε αυτή την αγορά είναι εταιρίες-«γίγαντες» -το 2015 μόνο  απέκτησαν ακίνητα ύψους ενός τρισεκατομμυρίου δολαρίων στο «τοπ-100» των πόλεων του πλανήτη. Τράπεζες από χώρες όπως η Κίνα, καθώς και χώρες πλούσιες σε πετρέλαιο όπως η Νορβηγία και το Κατάρ, είναι επίσης σημαντικοί παίκτες στην παγκόσμια κτηματαγορά. Διαμερίσματα σε πόλεις όπως η Νέα Υόρκη, το Λονδίνο και το Βανκούβερ θεωρείται ότι έχουν αρχίσει να αντικαθιστούν τον χρυσό ως πρωταρχική αποθήκη πλούτου για τους πολύ πλούσιους.

Λίγοι αποκτούν πολλά, πολλοί χάνουν λίγα. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, από το 2006 μέχρι το 2014, 14 εκατομμύρια νοικοκυριά έχασαν τα σπίτια τους. «Έι, μεσαία τάξη, ο επόμενος για τον οποίο έρχεται η στεγαστική κρίση, είσαι εσύ», έγραφε τον Ιούνιο η ιστοσελίδα curbed.

Το 2011, σημείωνε τον Ιούλιο ο Πίτερ Γιενγκ στο citylab, υπήρχαν 50.289 άδεια σπίτια στο κέντρο της Λισαβόνας σε σύνολο 322.865 μονάδων στέγης. Τότε άρχισαν να δίνονται «χρυσές βίζες» σε ξένους -9.000 μέχρι σήμερα, το 90% αυτών για αγορά ακινήτων. Πέρασε νόμος για την απελευθέρωση της αγοράς ενοικίων, ενώ η κυβέρνηση επικεντρωνόταν στον τουρισμό. Η Πορτογαλία δέχτηκε αριθμό-ρεκόρ τουριστών το 2018 -12,8 εκατομμύρια- ενώ πάνω από 20.000 σπίτια στην πρωτεύουσα μπήκαν στην αγορά της βραχυχρόνιας μίσθωσης. Tο 2017 οι τιμές των ενοικίων αυξήθηκαν κατά 18% -ενώ το μέσο ετήσιο εισόδημα δεν ξεπερνά τις 21.000 ευρώ. Στο κέντρο της Λισαβόνας, κατά μέσο όρο έξι οικογένειες τη μέρα υφίσταντο έξωση από τα σπίτια τους.

Στην αγορά ακινήτων, ιδιώτες και εταιρίες αγοράζουν μεγάλα ακίνητα και δημιουργούν αυτόνομα διαμερίσματα τα οποία στη συνέχεια μισθώνουν. Γειτονιές «καθαρίζονται» και αναμορφώνονται για να αναγκαστούν να τις εγκαταλείψουν φτωχοί κάτοικοί τους, και να γίνουν ελκυστικές σε επενδυτές. Ήταν θέμα χρόνου να εμφανιστούν και οι πλατφόρμες βραχυχρόνιας μίσθωσης, βγάζοντας κι άλλα σπίτια από τη δεξαμενή της προσφερόμενης στέγης. Καθώς το ένα φέρνει το άλλο, εμφανίστηκαν οι εταιρίες διαχείρισης αυτών των ακινήτων, όπως και εταιρίες που καλούν ιδιοκτήτες να τους αναθέσουν τη διαχείριση των σπιτιών τους για να μένουν σε αυτά στελέχη επιχειρήσεων μετακινούμενα μεταξύ πόλεων ή και χωρών. Και σιγά-σιγά, η λέξη «στέγη» έχασε το αρχικό της νόημα. Όχι πια σπίτια για ζωή, αλλά σπίτια για κέρδος. Οι πόλεις, αλλάζουν. Αλλά αυτό, πια, δε μοιάζει καλό.

Σε ποιον ανήκουν οι πόλεις;

Σύμφωνα με τον γενικό γραμματέα της Διεθνούς Επιτροπής για το Νερό, πολιτικό επιστήμονα Ρικάρντο Πετρέλα, στο μέλλον δε θα υπάρχει G7 ή G8 που θα κινούν τα νήματα διεθνώς -θα υπάρχει η CR30: το συμβούλιο των 30 πιο ισχυρών city regions-μητροπόλεων του κόσμου. Και, μπορεί κανείς βάσιμα να σκεφτεί ότι σε αυτές θα κατοικούν δυο κόσμοι: οι λίγοι ιδιοκτήτες-κάτοχοι περιουσίας σε ακίνητα, και οι πολλοί στις ουρές για ένα σπίτι.

«Estamos presents» ήταν το σύνθημα των αγωνιζόμενων φτωχών στη Λατινική Αμερική -«αυτή είναι και δική μας πόλη». Τι σημαίνει αυτό;

«Είναι στις πόλεις που, σε μεγάλο βαθμό, αυτοί που δεν έχουν εξουσία έχουν αφήσει το αποτύπωμά τους -πολιτισμικό, οικονομικό, κοινωνικό: κυρίως στις γειτονιές τους, αλλά σταδιακά αυτό μπορεί να απλωθεί σε μια ευρύτερη αστική ζώνη ως ‘εθνικό’ φαγητό, μουσική, θεραπείες, και πολλά άλλα. Όλα αυτά δε μπορούν να συμβούν σε ένα εμπορικό κέντρο, ανεξάρτητα από τη χωρητικότητά του -είναι ιδιωτικά ελεγχόμενοι χώροι όπου χαμηλόμισθοι εργαζόμενοι μπορούν να δουλέψουν, αλλά όχι να ΄φτιάξουν’… Αυτοί που έχουν την εξουσία, σε κάποιο βαθμό, δε θέλουν να ενοχλούνται από τους φτωχούς, οπότε το μοντέλο είναι να εγκαταλειφθούν στην τύχη τους. Είναι στις πόλεις που τόσο πολλοί αγώνες για δικαιώματα έχουν συμβεί, και έχουν μακροπρόθεσμα νικήσει. Αλλά αυτή ακριβώς η προοπτική -η δυνατότητα να φτιάξεις ιστορία, κουλτούρα και τόσα ακόμα- απειλείται σήμερα από την αύξηση της μεγάλης κλίμακας αναδιαμόρφωσης των πόλεων από εταιρίες», έγραφε το 2015 στον Guardian η Σάσκιεν, σε άρθρο με τίτλο «Σε ποιον ανήκουν οι πόλεις;».

Η ανάμιξη μεγάλων εταιριών -εθνικών και ξένων- στην αγορά με γραφεία και ξενοδοχεία, άρχισε ουσιαστικά τη δεκαετία του ’70. Αλλά είναι τα τελευταία χρόνια που εντατικοποιήθηκε. Και, εξαπλώθηκαν τα «μεγκα-πρότζεκτ», που αναπόφευκτα «σκοτώνουν» μεγάλο μέρος του αστικού ιστού: μικρούς δρόμους και πλατείες, την πυκνότητα μικροκαταστημάτων, τα μικρά γραφεία. Στην ουσία, παρότι αυξάνουν τον πληθυσμό της πόλης, την απο-αστικοποιούν. Πρόκειται για αστικοποίηση χωρίς ανάπτυξη. Παλιά, αστικοποίηση σήμαινε και ανάπτυξη τοπικών επιχειρήσεων που στήριζαν οικονομικά τους πληθυσμούς. Στην παγκοσμιοποιημένη οικονομία, όλες οι δραστηριότητες γίνονται οπουδήποτε.

«Αυτού του είδους ο αστικός γιγαντισμός έγινε εφικτός και ενδυναμώθηκε από το κύμα ιδιωτικοποιήσεων και απορρύθμισης που άρχισε τη δεκαετία του ΄90 σε μεγάλο μέρος του κόσμου. Συνέπεια, η μείωση των δημόσιων κτιρίων, και η γιγάντωση της μεγάλης, εταιρικής ιδιωτικής ιδιοκτησίας. Όλο και λιγότεροι και μικρότεροι χώροι διαθέσιμοι για το κοινό», γράφει η Σάσκιεν. Ολόκληρα κομμάτια πόλεων εξαγοράζονται σταδιακά από εταιρίες τα λίγα τελευταία χρόνια -η κρίση ήταν πράγματι ευκαιρία, αλλά για τους λίγους, να γίνουν πλουσιότεροι. Ό, τι ήταν μικρό και/ή δημόσιο, γίνεται μεγάλο και ιδιωτικό.

Δεν άλλαζαν πάντα οι πόλεις; Αλήθεια είναι, οι πόλεις πάντα στην ιστορία τους μετασχηματίζονταν, αφομοίωναν, συμπεριλάμβαναν. Αλλά σήμερα, διώχνουν ανθρώπους και διαφορετικότητες. Ο νέος επίπλαστος «κοσμοπολιτισμός», είναι στην πραγματικότητα μια ομογενοποίηση με βάση το χρήμα. «Οι νέοι τους ιδιοκτήτες, συχνά κάτοικοι μερικής διαμονής, είναι πολύ διεθνείς -αλλά αυτό δε σημαίνει ότι αντιπροσωπεύουν διαφορετικές κουλτούρες και παραδόσεις. Αντίθετα, αντιπροσωπεύουν την νέα παγκόσμια κουλτούρα των πετυχημένων -και είναι εντυπωσιακά ομογενοποιημένοι, άσχετα από τη διαφορετικότητα των χωρών γέννησής τους ή της γλώσσας τους. Αυτό είναι, πάνω από όλα, ένα παγκόσμιο ‘εταιρικό’ εγχείρημα.» Κάπως έτσι, η κατασκευή πολυτελών συγκροτημάτων-ουρανοξυστών για τους «παγκόσμιους πολίτες» -δηλαδή, τους πλούσιους- παρουσιάζεται συνήθως ως επένδυση. Στην πραγματικότητα, αυτό το νέο «σχήμα» καταλαμβάνει χώρο στις πόλεις, φροντίζοντας πάντα να κρατά την πλήρη αυτονομία του.

Οι 100 μεγαλύτερες πόλεις του κόσμου από άποψης επενδύσεων σε ιδιοκτησία, συγκεντρώνουν το 10% του παγκόσμιου πληθυσμού, το 30% του παγκόσμιου ΑΕΠ, και το 76%  των επενδύσεων σε ιδιοκτησία. «Βλέπουμε ίσως τα άδεια κτίρια, αλλά αυτό  που πραγματικά βρίσκεται εκεί είναι συσσωρευμένα περιουσιακά στοιχεία», λέει η Σάσκια Σάσεν.

Το επιβεβαίωνε σε αναφορά του το 2017 ο ειδικός εμπειρογνώμονας του ΟΗΕ για τη στέγη, μιλώντας για κατοικία που «μετατρέπεται σε εμπόρευμα, σε μέσο συγκέντρωσης πλούτου, και συχνά ως ασφάλεια για οικονομικά εργαλεία που πωλούνται και ανταλλάσσονται στις παγκόσμιες αγορές». Ένα δικαίωμα, έγινε εμπόρευμα. Και, ακόμα και η λιγοστή προστασία του δικαιώματος στη στέγη, μειώνεται κι άλλο.

Δημόσια-Κοινωνική κατοικία

Σήμερα, το ποσοστό κοινωνικής κατοικίας στην Ευρώπη εκτιμάται στο 10%, κατά μέσο όρο, με τεράστιες διαφορές μεταξύ των χωρών.

Η Ολλανδία είναι η χώρα με το μεγαλύτερο μερίδιο κοινωνικής κατοικίας στην Ευρώπη, το 32% του συνολικού αποθέματος σπιτιών, σε τιμές κάτω από αυτές της αγοράς, σύμφωνα με στοιχεία της οργάνωσης Housing Europe. Μέχρι τώρα δεν υπήρχαν κριτήρια, και η κοινωνική κατοικία ήταν «ανοιχτή» σε όλους. Με απόφαση του 2010, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή περιόρισε το δικαίωμα σε συγκεκριμένες κατηγορίες ανθρώπων, κυρίως με εισοδηματικά κριτήρια.

Στη Φινλανδία, κοινωνική κατοικία σημαίνει κατοικίες που αποκτούνται από το κράτος με δανεισμό από τράπεζες και νοικιάζονται από το αντίστοιχο Κέντρο για τη Στέγη σε τιμές κόστους, σε ένοικους οι οποίοι επιλέγονται με κοινωνικά και οικονομικά κριτήρια. Η κοινωνική κατοικία αποτελεί το 17% του αποθέματος στέγης. Το 60% των σπιτιών ανήκουν στους δήμους και αυτοί τα διαχειρίζονται. Υπάρχουν όμως και εταιρίες με σκοπό το κέρδος.

Στη Σουηδία, δε χρησιμοποιείται ο όρος «κοινωνική» αλλά «δημόσια κατοικία». «Allmannyttig», δηλαδή, «δημόσια ωφέλεια», ή, «για το κοινό καλό». Τις κατοικίες έχουν οι δήμοι και τις διαχειρίζονται δημοτικές εταιρίες οργανωμένες ως εταιρίες περιορισμένης ευθύνης, με τις μετοχές συνήθως στις τοπικές αρχές. Στόχος είναι η παροχή στέγης σε όλους και όχι μόνο στους πιο ευάλωτους, για να μην υπάρξει «γκετοποίηση». Οι επενδύσεις σε δημόσια κατοικία χρηματοδοτούνται από τα ενοίκια που εισπράττονται. Συνήθως, πάντως, οι ωφελούμενοι είναι χαμηλού εισοδήματος, μονογονεϊκές οικογένειες και συχνά μετανάστες.

Στην Πορτογαλία, η κοινωνική κατοικία είναι το 3,3% του συνόλου, και απευθύνεται σε ευάλωτους. Συνήθως δήμοι και συνεργατικά σχήματα με ημι-χρηματοδότηση από το κράτος παρέχουν σπίτια σε ελεγχόμενες τιμές. Γενικά, οι χώρες της νότιας Ευρώπης έχουν πολύ μικρό απόθεμα κοινωνικής κατοικίας -λιγότερο από 5% του συνόλου. Η Ελλάδα είναι η μοναδική χώρα όπου ο θεσμός της κοινωνικής κατοικίας είναι κυριολεκτικά ανύπαρκτος.

Παρότι δεν υπάρχει ένα μοντέλο κοινωνικής κατοικίας στην Ευρώπη, υπάρχουν κοινές τάσεις. Στις περισσότερες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης η τάση είναι να μειώνεται το μερίδιο της κοινωνικής κατοικίας, αναλογικά με το σύνολο της στέγης. Πολλές μονάδες κοινωνικής κατοικίας είτε κατεδαφίζονται είτε ιδιωτικοποιούνται. «Πρωταθλήτρια» στην πώληση τέτοιων κατοικιών είναι η Βρετανία, 40 χρόνια μετά την εφαρμογή του σχεδίου «Δικαίωμα να Αγοράζεις», που έχει οδηγήσει στην πώληση 1,6 εκατομμυρίων σπιτιών. Στη Γερμανία, η κοινωνική κατοικία είναι «κοινωνική» για περιορισμένη περίοδο, με 100.000 μονάδες να περνούν κάθε χρόνο στην αγορά. «Κανόνες και ρυθμίσεις της ενιαίας αγοράς και του ανταγωνισμού, σήμαναν ότι χώρες όπου η κοινωνική κατοικία είναι ανοιχτή σε όλο τον πληθυσμό, όπως η Ολλανδία και η Σουηδία, έπρεπε να αλλάξουν τα συστήματά τους το 2011», σύμφωνα με στοιχεία σε άρθρο στην ηλεκτρονική εφημερίδα για τις πόλεις Metropolitiques. Όπως έλεγε ο επικεφαλής της ένωσης για δημόσια, συνεργατική και κοινωνική κατοικία Housing Europe, Σεντρίκ βαν Στίβεντελ σε συνέντευξή του στην ιστοσελίδα Progressive post στις αρχές του χρόνου, «ανησυχούμε για τον τρόπο με τον οποίο η Ευρωπαϊκή Επιτροπή περιορίζει την πρόσβαση στην κοινωνική κατοικία μόνο στους πιο αδύναμους: πρόσφυγες, ανθρώπους που ζουν σε ακραία αβεβαιότητα. Για εμάς στο Housing Europe, η προσιτή στέγη πρέπει να καλύπτει μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού.»

«Αυτή η γη, τίνος είναι;»

Αυτόν τον τίτλο έδωσε στο ετήσιο συνέδριό της η Housing Europe, τον Ιούνιο στη Λυόν της Γαλλίας. Τι έγραψαν στον απολογισμό τους οι οργανωτές; «Κάθε παρέμβαση πρόσθετε άλλο ένα κομμάτι στο παζλ. Αλλά η γενική εικόνα φαινόταν από την αρχή. Μια μεγάλη μάχη, πιθανά η καθοριστική μάχη της εποχής μας όσον αφορά τον τύπο της κοινωνίας στην οποία θέλουμε να ζούμε, συμβαίνει αυτή τη στιγμή. Και οι πόλεις είναι το πεδίο μάχης. Η εμπορευματοποίηση της αστικής γης που είναι σε εξέλιξη, διώχνει τους ανθρώπους. Δε βγάζει νόημα. Και πρέπει να γίνει αλλαγή πορείας τώρα».

Όσον αφορά την κατοχή δεύτερου σπιτιού, γεγονός είναι ότι πολλοί ιδιοκτήτες το χρησιμοποιούν ως συμπλήρωμα του εισοδήματος ή της σύνταξής τους, νοικιάζοντάς το. Όμως, το «laissez faire», η έλλειψη ελέγχου, έχει οδηγήσει σε μια άνευ προηγουμένου αυθαιρεσία, με ιδιοκτήτες να νοικιάζουν το δεύτερο, τρίτο, τέταρτο σπίτι τους σε ό, τι τιμή θέλουν, στο όνομα μιας «ελεύθερης αγοράς», φέρνοντας σε απόγνωση τους ενοικιαστές. Και ακόμα, πολλοί ιδιοκτήτες, φυσικά ή μη πρόσωπα, χρησιμοποιούν τα σπίτια για συσσώρευση πλούτου, χωρίς να έχουν άμεση οικονομική ανάγκη: τα βγάζουν προς πώληση σε παντελώς αυθαίρετες -συχνά «αστρονομικές»- τιμές και περιμένουν ακόμα και χρόνια μέχρι να πουληθούν στην τιμή που οι ίδιοι αποφάσισαν. «Σπρώχνουν» έτσι προς τα πάνω τις τιμές όλων των διαθέσιμων σπιτιών, είτε προς πώληση είτε προς ενοικίαση, σε μια αγορά όπου δεν έχει πλέον καμία σχέση η τιμή πώλησης ή ενοικίασης ενός σπιτιού με τους μισθούς και την αγοραστική ικανότητα των πολλών -το κυνήγι του κέρδους, εξάλλου, δεν έχει όρια, ούτε η αγορά.

Οι φοιτητές δε μπορούν να βρουν φθηνή αξιοπρεπή στέγη για να σπουδάσουν. Οικογένειες που θέλουν να βοηθήσουν τα παιδιά τους να φοιτήσουν σε άλλη πόλη, είτε στερούνται τα πάντα για να καταφέρουν, είτε απλά, δεν τα καταφέρνουν. Νέοι εργαζόμενοι δε μπορούν να βρουν αξιοπρεπή στέγη για να φτιάξουν τη ζωή τους. Εργαζόμενοι σε τομείς κρίσιμους για την κοινωνία, γιατροί, εκπαιδευτικοί, δε μπορούν να βρουν στέγη στην περιφέρεια για να παρέχουν υπηρεσίες στο σύνολο. Οικογένειες στριμώχνονται σε άσχημα διαμερίσματα. Μισθωτοί εξαντλούνται οικονομικά από τα υψηλά ενοίκια.

Στη διάρκεια της άνοιξης έγιναν διαδηλώσεις από το Δουβλίνο και τη Βενετία μέχρι το Γιοχάνεσμπουργκ, για την έλλειψη σπιτιών διαθέσιμων σε προσιτές τιμές. Τα τελευταία χρόνια έχουν γίνει μεγάλες διαδηλώσεις για τη στέγη στην Πορτογαλία, και έχει αναδυθεί ένα όλο και μεγαλύτερο κίνημα βάσης για το δικαίωμα στη στέγη. Την ίδια περίοδο, χιλιάδες Βερολινέζοι διαδήλωναν ζητώντας να εθνικοποιηθούν 200.000 κατοικίες. Αν οι ακτιβιστές έχουν μαζέψει 190.000 υπογραφές μέχρι τον Φεβρουάριο του 2020, θα μπορούν να θέσουν την πρότασή τους σε δημοψήφισμα, πιέζοντας την τοπική κυβέρνηση να δράσει. Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι έχουν πολλές πιθανότητες να κερδίσουν. Ένας από τους οργανωτές της κίνησης είναι ο αμερικανός Τόμας Μαγκάθ. «Αυτό που βλέπουμε αυτή τη στιγμή είναι στην πραγματικότητα μια στιγμή με υπαρξιακή σημασία για το Βερολίνο», λέει στο ρεπορτάζ του BBC για τη στεγαστική κρίση. Οι Σοσιαλδημοκράτες που ηγούνται της τοπικής κυβέρνησης είναι επιφυλακτικοί, λέγοντας ότι θα χρειαστούν δισεκατομμύρια για να διεκδικηθούν τα ακίνητα -τα οποία η πόλη κατηγορείται ότι πούλησε φθηνά- και ότι θα ήταν προτιμότερο να επενδύσουν σε νέες κατοικίες και «πάγωμα» ενοικίων. Η μητέρα που έμαθε για την αύξηση του ενοικίου του σπιτιού της, δεν πείθεται για την αποτελεσματικότητα όσων εξαγγέλλονται από τις κυβερνήσεις. Είναι κάτι μεγαλύτερο. «Δε λειτουργεί», λέει για το ισχύον οικονομικό σύστημα. «Οι πλούσιοι γίνονται πλουσιότεροι και οι φτωχοί φτωχότεροι. Πιστεύω ότι είμαστε σε κομβικό σημείο, επειδή οι άνθρωποι εξοργίζονται όλο και πιο πολύ. Όλοι πήγαμε σχολείο και μάθαμε λίγη ιστορία. Και ξέρουμε πώς θα τελειώσει αυτό», λέει, «δείχνοντας» προς την άνοδο της ακροδεξιάς.

Τι θα μπορούσε να γίνει; Το Δημόσιο και οι δήμοι έχουν ακίνητα στην ιδιοκτησία τους. Θα μπορούσαν με αναδιαμόρφωση να χρησιμοποιηθούν ως στέγη σε προσιτές τιμές. Ένα τέτοιο μέτρο ψήφισε πρόσφατα η βουλή της Πορτογαλίας. Ψήφισε ακόμα την απαγόρευση των εξώσεων σε ενοίκους σε όλη τη Λισαβόνα, εκτός αν το κράτος μπορεί να τους παράσχει στέγη σε κοντινό σημείο. Κοινωνική επένδυση είναι ένα μεγάλο και σταθερό δημόσιο πρόγραμμα κατασκευής σπιτιών, με προσλήψεις και έξοδο από την ανεργία αρχιτεκτόνων, μηχανικών, εργατών για να φτιάξουν «σπίτια για τους πολλούς», διαθέσιμα σε προσιτές τιμές. Αληθινή ανάπτυξη είναι η δωρεάν παροχή αξιοπρεπούς φοιτητικής στέγης για όλους, και, αντίστοιχα, η παροχή στέγης από το κράτος σε εκπαιδευτικούς, για παράδειγμα, οι οποίοι μετακινούνται συνεχώς στην περιφέρεια για να διδάσκουν και τα παιδιά που ζουν σε πιο απομακρυσμένα μέρη.

Στο ζήτημα της βραχυχρόνιας μίσθωσης γίνεται μεγάλη συζήτηση για εφαρμογή μέτρων όπως αυστηρή φορολόγηση, ή η δυνατότητα μίσθωσης μόνο ενός ακινήτου από κάθε ιδιοκτήτη. Τέτοια μέτρα ίσως προσφέρουν κάτι, δεν ακουμπούν, όμως, τη ρίζα του προβλήματος. Ακόμα και αν μερικές χιλιάδες ιδιοκτήτες δώσουν σε πλατφόρμα βραχυχρόνιας μίσθωσης μόνο ένα ακίνητό τους, αυτό σημαίνει ότι χιλιάδες σπίτια δε θα είναι προσβάσιμα σε μόνιμους ενοικιαστές, αλλά σε τουρίστες ή επαγγελματικά στελέχη. Ακόμα και η βαρύτερη φορολόγηση, δεν είναι σίγουρο ότι θα λειτουργήσει αποτρεπτικά. Η βραχυχρόνια μίσθωση είναι δομικά προβληματική, και δυσκολεύει τη ζωή των -συνήθως- πιο ευάλωτων, αυτών, δηλαδή, που αναζητούν να νοικιάσουν σπίτι. Η λύση «να περιμένουμε να αυτο-ρυθμιστεί η αγορά από μόνη της και να ξαναγυρίσουν σπίτια στη μακροχρόνια μίσθωση», δε σημαίνει απολύτως τίποτα για κάθε έναν άνθρωπο ξεχωριστά που ψάχνει στο σήμερα αγωνιωδώς σπίτι για να ζήσει ο ίδιος ή το παιδί του.

Τι μπορεί να γίνει με το «πεδίο μάχης» που λέγεται «ενοίκιο»;  Ένα μέτρο το οποίο συζητείται όλο και πιο πολύ είναι ο έλεγχος των τιμών, με πλαφόν και συγκεκριμένα κριτήρια, ώστε να μη μπορεί ο καθένας να κάνει ό, τι θέλει σε βάρος των υπόλοιπων. «Ιστορικός» χαρακτηρίστηκε ο νόμος ελέγχου τιμών στα ενοίκια που ψηφίστηκε φέτος στο Όρεγκον των ΗΠΑ -πρώτος ανάλογος σε αμερικανικό έδαφος- πυροδοτώντας κινητοποιήσεις και σε άλλες πόλεις. Όσο για τα κλειστά, αδιάθετα σπίτια-δεύτερη κατοικία, «δε μπορείς να υποχρεώσεις ανθρώπους να δώσουν στέγη σε άλλους ανθρώπους, αλλά μπορείς να φορολογήσεις την αδιάθετη περιουσία», είναι μια πρόταση που κατέθεσε στο συνέδριο του Housing Europe αντιπρόσωπος από το Ιρλανδικό Συμβούλιο για την Κοινωνική Κατοικία. Στη Βρετανία, η οργάνωση «Άδεια Σπίτια» ζητά με καμπάνιες από την κυβέρνηση να εφαρμόσει «Εντολές διαχείρισης άδειων κατοικιών-EDMOs», δηλαδή, την ψηφισμένη από το 2004 νομοθεσία που επιτρέπει στις τοπικές αρχές να παίρνουν τη διαχείριση κατοικιών οι οποίες μένουν άδειες για μεγάλο διάστημα, μέσω προγράμματος υποχρεωτικής ενοικίασης. Με αυτό τον τρόπο, κανείς δε θα μπορεί να κρατά κλειστό το ακίνητό του στην αγορά, περιμένοντας να ανεβούν οι τιμές για να πουλήσει. Περισσότερα σπίτια γίνονται διαθέσιμα, και αυτό λειτουργεί ενάντια στην άνοδο των τιμών και τη στεγαστική «φούσκα», προς όφελος των πιο ευάλωτων. Με έλεγχο τιμών στα ενοίκια, υποχρεωτική ενοικίαση και φορολόγηση της αδιάθετης περιουσίας μπορεί, σε έναν βαθμό, να οριοθετηθεί το πρόβλημα.

Ακούγοντας ένας «μέσος μισθωτός» για μέτρα ελέγχου, πιθανά θα σκεφτεί «δικό μου είναι το σπίτι, έχω δικαίωμα να το κάνω ό,τι θέλω». Είναι ένα νόμισμα με δύο όψεις: θα σκέφτεται το ίδιο όταν το δικό του παιδί, προσπαθώντας να ξεκινήσει τη δική του ζωή, βρει απέναντί του κάποιον άλλο που θα θεωρεί ότι έχει το ίδιο «δικαίωμα»; Μήπως τελικά το δικαίωμα των λίγων να κατέχουν και να ρυθμίζουν, στερεί από τους πολλούς το δικαίωμα να ζήσουν;

Αν έστω ένα μέρος αυτής της παγκόσμιας επένδυσης σε στέγη «κατευθυνόταν προς οικονομικά προσβάσιμη στέγη και πρόσβαση σε πίστωση σε ανθρώπους που την έχουν ανάγκη», σημειώνει η αναφορά του ΟΗΕ το 2017, ο στόχος του οργανισμού «να διασφαλιστεί κατάλληλη στέγη για όλους μέχρι το 2030, θα ήταν εφικτός».

Πώς μπορεί να αντιμετωπιστεί μια κρίση που στην ουσία είναι πολιτικό πρόβλημα; Ίσως, πιο πέρα από τη λογική των μέτρων ανακούφισης, με τον πιο απλό και λογικό τρόπο: να μη μπορεί κανένας να κατέχει πάνω από ένα σπίτι, μέχρι τη στιγμή που ο καθένας θα κατέχει από ένα.

Και, μπορεί να απαντηθεί η ερώτηση «τι να κάνουμε;», αν δε δοθεί απάντηση σε μια άλλη, πιο βασική – «Αυτή η γη, τίνος είναι»;

Ίσως η απάντηση να βρίσκεται σε εκείνους τους στίχους του Γούντι Γκάθρι το 1940, που ως σήμερα τραγουδιούνται, γραμμένους σε μια από αυτές τις ευτυχείς συγκυρίες, όταν μουσική και πολιτική συναντούν η μία την άλλη.

«Καθώς περπατούσα σ΄ εκείνη την κορδέλα αυτοκινητόδρομου

Κοίταξα από πάνω μου τον ατέλειωτο δρόμο του ουρανού

Είδα κάτω μου τη χρυσαφένια κοιλάδα

Αυτή η γη, φτιάχτηκε για μένα και για σένα».

www.ert.gr

Open post

Η απαγωγή του «Μιλιούνη» και η πυρπόληση της Σκιάθου από τους ναζί

Η απαγωγή του «Μιλιούνη» και η πυρπόληση της Σκιάθου από τους ναζί

του Νάσου Μπράτσου

Στην ιστορία της κατοχικής Ελλάδας και στον απόηχο εκείνων των χρόνων στις δικές μας εποχές, υπάρχουν θυσίες (Μπλόκα, Ολοκαυτώματα, εκτελέσεις, κλπ) που έχουν αναδειχθεί και είναι ευρέως γνωστά, όπως το Δίστομο, τα Καλάβρυτα, η Κοκκινιά, η Βιάννος και άλλα, όμως υπάρχουν και περιπτώσεις που θα λέγαμε ότι έχουν «αδικηθεί», καθώς δεν είχαν ανάλογη προβολή. Στην κατηγορία αυτή, κατά την εκτίμησή μου, ανήκει και η πυρπόληση της Σκιάθου, που με αφορμή τις σημερινές εκδηλώσεις τιμής και μνήμης, καλό είναι να θυμίσουμε την ιστορία.

Ήταν 23 Αυγούστου 1944 όταν οι Γερμανοί πυρπόλησαν τη Σκιάθο. Στο νησί αρκετοί κάτοικοί του είχαν ήδη ενταχθεί στο ΕΑΜ-ΕΛΑΣ.

Ο λόγος που οι Γερμανοί προχώρησαν στην κίνηση αυτή ήταν αντίποινα για την απαγωγή στις 12 Αυγούστου, του Γιόζεφ Άντλερ, Γερμανού αξιωματικού, Διοικητή του Βορείου Αιγαίου, που τον αποκαλούσαν «Ρόμελ του Βορείου Αιγαίου».

Είχε όμως άλλο ένα παρατσούκλι που ήταν πιο κοντά στην πραγματικότητα, αφού οι ντόπιοι τον αποκαλούσαν «Μιλιούνη» ή «Μιλεούνη».

Αυτό προέκυψε από τα μιλιούνια των εγγλέζικων λιρών με τις οποίες «λαδώνονταν» ο «Ρόμελ του Β. Αιγαίου», για να απελευθερώσει Έλληνες κρατούμενους των καταχτητών.

Η απαγωγή του «Μιλιούνη» έγινε με εντολή του Συμμαχικού Στρατηγείου των Δυνάμεων της Μέσης Ανατολής.

Μετά την απαγωγή οι Γερμανοί συνέλαβαν 18 άτομα, τους πάνε στη Σκόπελο, εκεί απελευθερώνονται οι 12 και οι 6 απειλούνται με εκτέλεση αν δεν απελευθερωθεί ο «Μιλιούνης, εντός δεκαημέρου.

Στις 23/8/1944 οι ναζί πυρπολούν τη Σκιάθο, λεηλατούν σπίτια, σκοτώνουν εν ψυχρώ κατοίκους, και αποχωρούν έχοντας πάρει ομήρους που μετά τους έπνιξαν στη θάλασσα.

Μεταξύ των βαρβάρων που έκαναν την εισβολή στη Σκιάθο, όπως αναφέρουν μαρτυρίες, υπήρχαν και μερικοί που μιλούσαν μεταξύ τους ελληνικά και απευθύνονταν ο ένας στον άλλον με ελληνικά ονόματα. Πάντα οι γερμανοντυμένοι «Έλληνες», έβρισκαν πεδία συνεννόησης με τους έχοντες «φαρδιές τσέπες», Μιλιούνηδες.

Μετά τον πόλεμο ο «Μιλιούνης» απελευθερώθηκε από τους Εγγλέζους και έμεινε απείραχτος και ούτε καν δικάστηκε για εγκλήματα πολέμου.

www.ert.gr

Open post

Πέπλο σιωπής;

Πέπλο σιωπής;

της Μάχης Μαργαρίτη

Πριν από λίγες μέρες, σε δικαστήριο του Λονδίνου εξετάστηκε μια έφεση: δημοσιογράφου της ιταλικής εφημερίδας Λα Ρεπούμπλικα, με αίτημα να αποκτήσει πλήρη πρόσβαση σε όλα τα έγγραφα που αφορούν την υπόθεση του Τζούλιαν Ασάνζ. Την ίδια στιγμή, ο συνιδρυτής των wikileaks παραμένει έγκλειστος στις φυλακές υψίστης ασφαλείας Μπελμάρς, περιμένοντας τη δίκη που θα κρίνει αν θα εκδοθεί στις Ηνωμένες Πολιτείες. Ο ΟΗΕ έχει εκφράσει πολλές φορές την ανησυχία και τις αντιρρήσεις του για την πορεία των πραγμάτων. Και γεννιέται το ερώτημα: αν αυτή είναι η εξέλιξη στην υπόθεση ενός από τους πιο προβεβλημένους «εκδότες-μάρτυρες δημόσιους συμφέροντος» στον κόσμο, τι είδους κατάσταση διαμορφώνεται πλέον;

«Από το 2015, οι βρετανικές αρχές μάς αρνούνται την πρόσβαση σε όλα τα έγγραφα για την υπόθεση Ασάνζ», έγραψε πρόσφατα στη Ρεπούμπλικα η δημοσιογράφος Στεφανία Μαουρίτσι. Η εφημερίδα έχει καταφέρει -μετά από αγωγή- να αποκτήσει πρόσβαση μόλις σε 519 από τις χιλιάδες σελίδες που περιλαμβάνει ο φάκελος. Η προσπάθεια της δημοσιογράφου για πλήρη πρόσβαση γίνεται με βάση τη βρετανική νομοθεσία για την Ελευθερία του Τύπου. Τι θέλει να ερευνήσει; Όλη την επικοινωνία μεταξύ των κυβερνήσεων Ηνωμένων Πολιτειών και Βρετανίας από το 2010 ως το 2015, γύρω από το ενδεχόμενο της έκδοσης του Ασάνζ. Το 2017 είχε απορριφθεί ανάλογο αίτημα για την επικοινωνία Σουηδίας-Βρετανίας, με το δικαστήριο να λέει ότι παρότι η διαδικασία έκδοσης κατέρρευσε, το συμφέρον των βρετανικών αρχών να προστατεύσουν την εμπιστευτικότητά της υπερέχει του δημόσιου συμφέροντος να γνωρίζει.

Να γνωρίζει το κοινό; Ή «καλό είναι να μην τα γνωρίζει όλα»; Πόσα και ποια; Να καλείται να κρίνει έχοντας μπροστά του όλες τις πληροφορίες, ή να «προστατεύεται επειδή δε μπορεί να τις διαχειριστεί»; Ποιος είναι ο πυλωρός -αυτός, δηλαδή, που «κρατά τη θύρα» ανοιχτή ή κλειστή; Είναι οι κυβερνήσεις; Είναι τα δικαστήρια; Είναι οι δημοσιογράφοι;

Ένα άρθρο γνώμης

Ο Νιλς Μέλτζερ είναι ο ειδικός εισηγητής των Ηνωμένων Εθνών για τα βασανιστήρια. Έχει τον υψηλότερο θεσμικό ρόλο στο ζήτημα, στον πιο γνωστό και αποδεκτό διεθνή οργανισμό. Στις 26 Ιουνίου, Παγκόσμια Μέρα Υποστήριξης των Θυμάτων Βασανιστηρίων, έγραψε ένα άρθρο γνώμης με τίτλο «Αποκαλύπτοντας τον Βασανισμό του Τζούλιαν Ασάνζ». Θέλησε με αυτό τον τρόπο να γνωστοποιήσει την άποψή του για την υπόθεση. Αφού απευθύνθηκε σε μέσα ενημέρωσης του αγγλοσαξονικού κόσμου, τελικά δημοσίευσε το άρθρο στη διαδικτυακή πλατφόρμα-μπλογκ medium.

«Ξέρω, ίσως νομίσετε ότι έχω παραπλανηθεί. Πώς γίνεται ποτέ η ζωή σε μια Πρεσβεία με μια γάτα και ένα σκέιτμπορντ να ισοδυναμεί με βασανιστήριο; Το ίδιο ακριβώς σκεφτόμουν κι εγώ, όταν ο Ασάνζ κατέθεσε πρώτη φορά αίτημα στο γραφείο μου για προστασία. Όπως το μεγαλύτερο μέρος του κοινού, είχα και εγώ υποσυνείδητα δηλητηριαστεί από την ανελέητη εκστρατεία σπίλωσης που εξαπολυόταν στη διάρκεια των χρόνων. Οπότε χρειάστηκε ένα δεύτερο χτύπημα στην πόρτα μου για να κερδίσει τη διστακτική προσοχή μου. Αλλά από τη στιγμή που ερεύνησα τα δεδομένα της υπόθεσής του, αυτά που ανακάλυψα με γέμισαν αποτροπιασμό και αμφιβολία.»  Έτσι ξεκινά το άρθρο του ειδικού εισηγητή του ΟΗΕ.

Στη συνέχεια, παραθέτει και αναλύει μία προς μία τις κατηγορίες εναντίον του Ασάνζ: από την κατηγορία για βιασμό και την κατηγορία ότι είναι χάκερ, μέχρι την κατηγορία ότι είναι ρώσος κατάσκοπος, ότι έχει αναμιχθεί στις εκλογές στις Ηνωμένες Πολιτείες, ότι από αμέλεια προκάλεσε θανάτους ανθρώπων, και ότι είναι ένας εγωπαθής ναρκισσιστής.

«Στο τέλος, αντιλήφθηκα ότι είχα τυφλωθεί από την προπαγάνδα, και ότι ο Ασάνζ είχε συστηματικά συκοφαντηθεί για να εκτραπεί η προσοχή από τα εγκλήματα που αποκάλυψε. Από τη στιγμή που απο-ανθρωποποιήθηκε μέσω της απομόνωσης, του ευτελισμού και της ατίμωσης, όπως οι μάγισσες που καίγαμε στην πυρά, ήταν εύκολο να του αποστερηθούν τα πιο βασικά δικαιώματά του χωρίς να προκληθεί δημόσια κατακραυγή παγκοσμίως. Και επιπλέον, ένα νομικό προηγούμενο κατασκευάζεται, μέσα από την πίσω πόρτα της δικής μας ανοχής, που στο μέλλον μπορεί και θα εφαρμοστεί εξίσου καλά σε αποκαλύψεις από τον Guardian, τους New York Times και το ABC.»

Ο Νιλς Μέλτζερ είχε μιλήσει για ψυχικό βασανισμό του Ασάνζ και στο τέλος Μαΐου, όταν τον είχε επισκεφθεί στη φυλακή, μαζί  με δύο ειδικούς που επί δεκαετίες εξετάζουν θύματα βασανισμού. Στις 31 Μαΐου δημοσιοποίησε το πόρισμά του. «Τα στοιχεία είναι συντριπτικά και ξεκάθαρα. Ο κ. Ασάνζ έχει εσκεμμένα εκτεθεί, για μια περίοδο πολλών χρόνων, σε προοδευτικά σοβαρές μορφές βάναυσης, απάνθρωπης ή υποτιμητικής μεταχείρισης ή τιμωρίας, των οποίων οι αθροιστικές συνέπειες μπορούν να περιγραφούν μόνο ως ψυχολογικός βασανισμός». Αυτή η έκθεση δημοσιεύτηκε στα μέσα ενημέρωσης. «Για να είμαι δίκαιος, δεν αγνόησαν τα αρχικά ευρήματά μου στις 31 Μαΐου».

Γιατί τότε δε δημοσιεύτηκε το άρθρο γνώμης του στις 26 Ιουνίου; Θα μπορούσε, ίσως, κάποιος να πει ότι αναφερόταν σε νομικά ζητήματα που δεν έχουν ακόμα ξεκαθαριστεί, όπως οι σεξουαλικές κατηγορίες εναντίον του Ασάνζ. Όμως, δε δημοσιεύτηκαν ούτε αποσπάσματα του άρθρου. Η ερώτηση τού έγινε αργότερα και στη διάρκεια συνέντευξής του στο ρωσικό δίκτυο RT. «Ο Τύπος, νομίζω, ενδιαφερόταν για τα ευρήματά μου όσο απλώς ασκούσα κριτική στις κυβερνήσεις. Προφανώς στην περίπτωση του Τζούλιαν Ασάνζ τα συστημικά μέσα ενημέρωσης έχουν παίξει πολύ μεγάλο ρόλο στη δημόσια καμπάνια επίθεσης που τον έχει διαβάλλει για σχεδόν μια δεκαετία. Προφανώς, όταν το άρθρο μου μιλά για την ευθύνη των μέσων ενημέρωσης και για το ότι είναι μέρος αυτού που θα περιέγραφα ως ‘κυνήγι μαγισσών’, πιθανά γι΄αυτό είναι απρόθυμα να το δημοσιεύσουν.»

Ο ρόλος κυβερνήσεων

Ο Ασάνζ παρέμεινε επί σχεδόν επτά χρόνια σε ένα δωμάτιο στην πρεσβεία του Ισημερινού στο Λονδίνο, όπου είχε καταφύγει ζητώντας άσυλο, φοβούμενος ότι αν εκδοθεί στη Σουηδία για κατηγορίες βιασμού που αντιμετώπιζε εκεί, θα εκδιδόταν στις Ηνωμένες Πολιτείες. Και εκεί, φοβόταν ότι θα του ασκούνταν -όπως τελικά συνέβη αμέσως μετά τη σύλληψή του τον Απρίλιο- κατηγορίες για τα χιλιάδες έγγραφα που δημοσιοποίησε με απόρρητες πληροφορίες, μεταξύ άλλων, από τους αμερικανικούς πολέμους στο Ιράκ και το Αφγανιστάν.

«Στα 20 χρόνια δουλειάς με θύματα πολέμου, βίας και πολιτικών διώξεων, δεν έχω δει ποτέ μια ομάδα δημοκρατικών Κρατών να συστήνουν συμμαχία για να απομονώσουν, δαιμονοποιήσουν και κακοποιήσουν εσκεμμένα ένα μεμονωμένο άτομο για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα και με τόσο λίγο ενδιαφέρον για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και τον νόμο. Η συλλογική καταδίωξη του Τζούλιαν Ασάνζ πρέπει να τελειώσει εδώ και τώρα», έγραφε ο Μέλτζερ μετά την επίσκεψή του στις φυλακές.

Οι παρατηρήσεις εκείνες προκάλεσαν την αντίδραση του βρετανού υπουργού Εξωτερικών Χαντ, που έγραψε στο τουίτερ, «ο Ειδικός Εισηγητής του ΟΗΕ θα έπρεπε να αφήσει τα Βρετανικά δικαστήρια να κρίνουν χωρίς την ανάμιξή του ή τους εμπρηστικούς ισχυρισμούς του». Η απάντηση του Νιλς Μέλτζερ είναι ότι είχε ζητήσει την άδεια του βρετανού υπουργού για να επισκεφθεί τον Ασάνζ για να εκτιμήσει το ενδεχόμενο βασανισμού, «οπότε ήξερε ακριβώς τι πηγαίνω να κάνω. Και προφανώς, όταν δεν τους άρεσε το αποτέλεσμα των ερευνών μου, τώρα ξαφνικά, αυτό αποκαλείται ‘ανάμιξη στη νομική διαδικασία’». Ο εισηγητής των Ηνωμένων Εθνών μίλησε στο RT και για τη γενική εικόνα. «Οι Σουηδοί τώρα αποφάσισαν ότι δε χρειάζονται την έκδοσή του -τώρα, δέκα χρόνια μετά- και ότι μπορούν να τον ανακρίνουν εξίσου καλά στο Λονδίνο -κάτι που ο Ασάνζ έχει προσφερθεί να γίνει εδώ και δέκα χρόνια. Και οι Ηνωμένες Πολιτείες προφανώς περιμένουν, και έχουν δημοσιοποιήσει το δικό τους κατηγορητήριο με 18 κατηγορίες -και είναι πολύ σημαντικό ότι 17 από αυτές τις 18 κατηγορίες έχουν να κάνουν με αυτό που κάνουν ερευνητές δημοσιογράφοι στον κόσμο κάθε μέρα, να αποκτούν και να δημοσιοποιούν πληροφορίες.»

Η «ελευθερία του Τύπου»

Τη μέρα που στις Ηνωμένες Πολιτείες ανακοινώθηκε το κατηγορητήριο εναντίον του Ασάνζ, ο επικεφαλής της Αμερικανικής Ένωσης για τις Πολιτικές Ελευθερίες Μπεν Γουίζνερ έγραφε, «εγκαθιδρύει ένα επικίνδυνο προηγούμενο που μπορεί να χρησιμοποιηθεί  για να στοχοποιήσει όλους τους ειδησεογραφικούς οργανισμούς οι οποίοι βάζουν την κυβέρνηση να λογοδοτήσει δημοσιοποιώντας τα μυστικά της. Και είναι εξίσου επικίνδυνο για Αμερικανούς δημοσιογράφους που αποκαλύπτουν τα μυστικά άλλων εθνών. Αν οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορούν να διώξουν ποινικά έναν ξένο εκδότη για παραβίαση των δικών μας νόμων περί απόρρητου, δεν υπάρχει τίποτα που θα εμποδίσει την Κίνα ή τη Ρωσία να κάνουν το ίδιο».

Και ένας άλλος «μάρτυρας δημόσιου συμφέροντος», ο Έντουαρντ Σνόουντεν ο οποίος έχει διαφύγει από τις Ηνωμένες Πολιτείες, έγραφε στο τουίτερ, «Δεν πρόκειται πια για τον Τζούλιαν Ασάνζ: Αυτή η υπόθεση θα καθορίσει το μέλλον των μέσων ενημέρωσης».

Λίγες μόλις μέρες μετά, προκαλούσε θύελλα αντιδράσεων η έφοδος της αυστραλιανής αστυνομίας στην έδρα της δημόσιας ραδιοτηλεόρασης της χώρας στο Σίδνεϊ. Αξιωματούχοι έφτασαν στο ABC με εντάλματα έρευνας. Δημοσιογράφος του δικτύου που μετέδιδε ζωντανά μέσω τουίτερ την έφοδο είπε ότι η αστυνομία έψαξε ένα-ένα  πάνω από 9.000 έγγραφα στα συστήματα του δικτύου, μεταξύ των οποίων «χιλιάδες εσωτερικά μέιλ», σύμφωνα με το βρετανικό δίκτυο BBC. Η αστυνομία, κατά το ABC, έψαχνε, μεταξύ άλλων, δακτυλικά αποτυπώματα ενός ερευνητή δημοσιογράφου για να αποδειχθεί αν είχε παράνομα αποκτήσει υποκλαπέν υλικό και στρατιωτικές πληροφορίες. Σύμφωνα με το δίκτυο, η έρευνα σχετιζόταν με ερευνητική σειρά του 2017 για τη δράση των Αυστραλιανών δυνάμεων στο Αφγανιστάν, με βάση «εκατοντάδες σελίδες μυστικών αμυντικών εγγράφων τα οποία διέρρευσαν στο ABC». Την αμέσως επόμενη μέρα, έφοδος γινόταν και στο σπίτι και το ηλεκτρονικό υλικό δημοσιογράφου για ρεπορτάζ του 2018 σε σχέση με κυβερνητικό σχέδιο για παρακολούθηση των αυστραλών πολιτών. Και ταυτόχρονα, δημοσιογράφος ραδιοφωνικού σταθμού έλεγε ότι ερευνάται για πληροφορίες του για βάρκες που μετέφεραν αιτούντες άσυλο προς την Αυστραλία. «Ποτέ δεν έχω δει τέτοια βάρβαρη επίθεση στα μέσα ενημέρωσης», έγραψε ένας εκδότης, ενώ πολλοί αναρωτούνταν για τη χρονική συγκυρία και για το ποιος είναι ο στόχος: οι δημοσιογράφοι ή οι «μάρτυρες δημόσιου συμφέροντος» -και θα πρόσθετε κάποιος, «ή και οι δύο»;

Λίγες εβδομάδες νωρίτερα, προκαλούσε κατακραυγή, όπως έγραφε το γαλλικό δίκτυο france24, η κλήτευση για ανάκριση οκτώ δημοσιογράφων από τις γαλλικές Υπηρεσίες Πληροφοριών. Ανάμεσά τους, ένας δημοσιογράφος της εφημερίδας Le Monde και ο πρόεδρος του διοικητικού της συμβουλίου, σύμφωνα με το έντυπο. Αιτία, δημοσίευμα για ξυλοδαρμό διαδηλωτή την Πρωτομαγιά του 2018 από άτομο της φρουράς του προέδρου Μακρόν -υπόθεση που πήρε διαστάσεις στη Γαλλία. Ενώ, τρεις δημοσιογράφοι ερευνητικής ιστοσελίδας έπαιρναν κλήση για ανάκριση από τη γαλλική Υπηρεσία Πληροφοριών, για τη διαρροή μιας απόρρητης αναφοράς που αποκάλυπτε τη χρήση γαλλικών όπλων στον πόλεμο της Υεμένης, όπως έγραφε αναφορά της οργάνωσης «Δημοσιογράφοι Χωρίς Σύνορα». «Η οργάνωση θεωρεί ότι οι πληροφορίες είναι δημόσιου συμφέροντος, και ότι η απειλή δίωξης για τη δημοσίευσή τους θα αποτελούσε η ίδια σοβαρή παραβίαση του δικαιώματος του κοινού να είναι ενημερωμένο.» Και η Εθνική Ένωση Δημοσιογράφων ρωτούσε, «θα αρχίσουν οι Υπηρεσίες Πληροφοριών να κλητεύουν όλους τους δημοσιογράφους που αποκαλύπτουν πληροφορίες οι οποίες δεν αρέσουν σε αυτούς που βρίσκονται στην εξουσία;»

«Αν αυτά συμβαίνουν στην Αυστραλία, τη Γαλλία ή τις Ηνωμένες Πολιτείες -που θεωρούν τους εαυτούς τους προπύργια της δημοκρατίας και της ελευθερίας του Τύπου- άλλες κυβερνήσεις θα ενθαρρυνθούν να κάνουν ακόμα χειρότερα, και δημοσιογράφοι σε κάθε γωνιά του κόσμου θα αντιμετωπίζουν τις συνέπειες», προειδοποιούσε το Ίδρυμα για την Ελευθερία του Τύπου.

Επειδή, ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα των διώξεων των δημοσιογράφων, το μήνυμα έχει ήδη σταλεί: «μην ερευνάτε τέτοιου είδους ζητήματα». «Υπάρχουν και χειρότερα από αυτά που συμβαίνουν στους δημοσιογράφους», μπορεί να σκεφτεί κανείς, την ώρα που -για εξηγήσιμους  λόγους- η εμπιστοσύνη του κοινού στα μέσα ενημέρωσης σε όλο τον κόσμο κατρακυλά. Όμως, παντού υπάρχουν και δημοσιογράφοι που ερευνούν και δημοσιεύουν, μακριά από -και κόντρα σε- κυβερνήσεις, υπουργεία Άμυνας, Υπηρεσίες Πληροφοριών και κάθε είδους εξουσία, για όφελος της κοινωνίας, ρισκάροντας, από την «καριέρα», την προαγωγή και τη θέση εργασίας τους, μέχρι την υλική τους επιβίωση, ακόμα και την ίδια τη ζωή τους. Και, εν τέλει, το ζήτημα δεν είναι οι δημοσιογράφοι, αλλά η δημοσίευση. Το δικαίωμα να γνωρίζουν οι κοινωνίες την αλήθεια και να αποφασίζουν οι ίδιες, ωριμάζοντας μέσα από τη γνώση, πώς θα τη διαχειριστούν. Η αποτροπή του ενδεχόμενου να απλωθεί από πάνω τους ένα «πέπλο σιωπής».

Η υπόθεση του Τζούλιαν Ασάνζ, που ζει επί χρόνια από εγκλεισμό σε εγκλεισμό, με πιθανό το ενδεχόμενο ο εγκλεισμός να κρατήσει για πάντα αν εκδοθεί και καταδικαστεί στις Ηνωμένες Πολιτείες, για τη δημοσιοποίηση απόρρητων πληροφοριών, δεν έχει προκαλέσει την κινητοποίηση που ίσως πολλοί θα περίμεναν. Γιατί; Ίσως η διογκούμενη αδιαφορία, συχνά και απέχθεια, για τα μέσα ενημέρωσης -άρα, και τους ανθρώπους τους- μπορεί να «καταπίνει» ακόμα και κάποιον που κινήθηκε με έναν τρόπο ενάντια στο σύστημα. Ή, μπορεί τα όσα έχουν ειπωθεί για τον Ασάνζ, όσο και αν πολλά από αυτά αντικρούονται πλέον ακόμα και από θεσμικούς παράγοντες όπως ένας αξιωματούχος του ΟΗΕ, να έχουν «κάνει τη δουλειά τους». Ή μπορεί από κάποιους να εγείρεται η αντίρρηση ότι δεν πολιτικοποίησε ο ίδιος την υπόθεσή του, κινητοποιώντας έτσι κόσμο.  Ή, ακόμα, να  εγείρεται το ερώτημα, «τι παραπάνω έχει ο Ασάνζ» από άλλους, άγνωστους στο ευρύ κοινό, ανθρώπους που βρίσκονται έγκλειστοι σε φυλακές επειδή πήγαν «κόντρα στο σύστημα».

Ίσως μια απάντηση βρίσκεται στον επίλογο του άρθρου του εμπειρογνώμονα για τα βασανιστήρια Νιλς Μέλτζερ, που έψαχνε κι αυτό τον τρόπο να βγει στο φως. «Ίσως πείτε, γιατί να ξοδέψουμε τόση ενέργεια για τον Ασάνζ, όταν αναρίθμητοι άλλοι βασανίζονται σε ολόκληρο τον κόσμο; Επειδή αυτό δεν έχει να κάνει μόνο με το να προστατεύσουμε τον Ασάνζ, αλλά με το να αποτρέψουμε ένα προηγούμενο που πιθανά θα σφραγίσει τη μοίρα της Δυτικής δημοκρατίας. Εάν μία φορά το να πεις την αλήθεια γίνει έγκλημα, την ώρα που οι ισχυροί απολαμβάνουν ατιμωρησία, θα είναι πολύ αργά να διορθωθεί η πορεία. Θα έχουμε παραδώσει τη φωνή μας στη λογοκρισία και την τύχη μας στην αχαλίνωτη τυραννία.»

 

 

www.ert.gr

Open post

Μουσική

Μουσική

της Μάχης Μαργαρίτη

«Η μουσική είναι ηθικός νόμος. Δίνει ψυχή στο σύμπαν, φτερά στο μυαλό, απογειώνει τη φαντασία», έχει πει ο Πλάτωνας. Και ο Λούις Άρμστρονγκ, πολύ αργότερα, έχει συμπληρώσει -«τι θα ήταν ο κόσμος χωρίς καλή μουσική -ό, τι είδους κι αν είναι;».

Σε κάθε κουλτούρα, ακόμα και στην πιο απομονωμένη φυλή, θεωρείται ότι υπήρξε κάποιας μορφής μουσική. Κανείς δε γνωρίζει πότε και πού πρωτοακούστηκε -μπορεί και να υπάρχει πάντα μαζί με τον άνθρωπο. Αλλά υπάρχει και πριν από αυτόν -από το κελάιδισμα των πουλιών, μέχρι το θρόισμα των φύλλων. Πόσο παλιά μπορεί να είναι τα «πρώτα μουσικά όργανα»; Από ένα φλάουτο 35.000 χρόνων σε μια σπηλιά στη Γερμανία, μέχρι έξι ξύλινους αυλούς, ίσως πάνω από 40.000 χρόνων στην Ιρλανδία, κανείς δε γνωρίζει ακριβώς. Το «πιο γνωστό τραγούδι» θεωρείται ότι είναι 3.400 χρόνων, με προέλευση από τη Συρία. Και η αρχαιότερη γνωστή ολοκληρωμένη μουσική σύνθεση, ο Επιτάφιος του Σείκιλου, της ελληνιστικής περιόδου -«όσο ζεις λάμπε, για λίγο διαρκεί η ζωή». Αλλά, και τι σημασία έχει πότε και πού;

Τι προκαλεί η μουσική στον άνθρωπο; Λέει η επιστήμη, πυροδοτεί την απελευθέρωση ντοπαμίνης στον εγκέφαλο -αυτού, δηλαδή, του νευροδιαβιβαστή που τονώνει το αίσθημα ευτυχίας και ενθουσιασμού. Τι άλλο κάνει; Μειώνει τα επίπεδα κορτιζόλης, της ορμόνης που συνήθως ευθύνεται για αισθήματα στρες και άγχους -μπορεί ακόμα και να μειώσει την ένταση του πόνου σε ασθενείς. «Κατά το 90% του χρόνου» κατά τον οποίο ακούν μουσική η οποία τους ευχαριστεί, οι άνθρωποι έχουν θετικές εμπειρίες, και αυτό δημιουργεί «ήπια θετική διάθεση», λέει στην ιστοσελίδα futurism η Τερέζα Λέσιουκ, καθηγήτρια μουσικοθεραπείας από το πανεπιστήμιο του Μαϊάμι.

Όμως, η μουσική λείπει από τη συλλογική ζωή. Σχολεία, χώροι εργασίας, πώς θα ήταν με μουσική; Αλήθεια είναι ότι δεν υπάρχει «κοινό γούστο», και ο καθένας ευχαριστιέται ακούγοντας τη μουσική που του αρέσει. Μπορεί, όμως, να υπάρξει «κοινό έδαφος» χωρίς καταναγκασμούς -και δε χρειάζεται να είναι «μουσική ασανσέρ». Αν βρεθεί κανείς σε σχολείο όπου τύχει να ακούγεται μουσική στα διαλείμματα, καταλαβαίνει τη διαφορά. Αν περάσει από μια πλατεία και τύχει να παίζουν μουσικοί, καταλαβαίνει τη διαφορά.

Σήμερα, λοιπόν, είναι η Ημέρα της Μουσικής.

Για όλους αυτούς που έχουν συνδέσει τόσες και τόσες στιγμές της ζωής τους με μουσική.

Για όσους «ανατριχιάζουν» ακούγοντας τα αγαπημένα τους τραγούδια. Για αυτούς που τους αρέσει να κάθονται στα γρασίδια ξάστερες νύχτες ακούγοντας σαξόφωνα. Για όσους περιμένουν κάθε πρωτοχρονιά στη συχνότητα της ΕΡΤ τη συναυλία της Φιλαρμονικής της Βιέννης. Για αυτούς που θυμούνται τι τραγούδι έπαιζε όταν έδωσαν το πρώτο τους φιλί. Για όλους αυτούς που έκλαψαν όταν πέθανε ο Ντέιβιντ Μπάουι. Για όσους δε μπορούν να σκεφτούν την ταινία «Αποκάλυψη Τώρα» χωρίς τους Doors να τραγουδάνε για εντεκάμισι λεπτά Το Τέλος. Για αυτούς που αρνούνται να ψηφίσουν στο δίλημμα «Stones ή Beatles» -και λένε «ναι» και στα δύο. Για αυτούς που τσατίζονται όταν ραδιοφωνικοί παραγωγοί δεν αφήνουν να παίξει ολόκληρο το Wish You Were Here των Πινκ Φλόιντ -και για όσους πιστεύουν ότι είναι ένα από τα ωραιότερα τραγούδια όλων των εποχών. Για αυτούς που πιστεύουν ότι η Αρίθα Φράνκλιν και η Τζένη Βάνου ήταν -είναι- από τις ωραιότερες φωνές στον κόσμο. Για αυτούς που δε μπορούν να κρατήσουν ακίνητα τα πόδια τους όταν ακούνε ροκ’ ν’ ρολ. Για τους «παλιούς» που αγαπούν τον Έλβις, τους «νέους» που αγαπούν τη φωνή του Άλεξ Τέρνερ να ξαναζωντανεύει με μια κιθάρα το πόσο «Παράξενο πώς» -και για αυτούς που αγαπούν και τους δύο. Για όλους όσους φόρεσαν στα νιάτα τους ξεθωριασμένο τζιν «σωλήνα» και μαύρο τι-σερτ με το όνομα του αγαπημένου τους μέταλ συγκροτήματος -και για αυτούς που ακόμα το κάνουν. Για όσους πέρασαν ώρες ατελείωτες σε υπόγεια δωμάτια γρατσουνώντας κιθάρες. Για τις μάνες που νανούρισαν τα παιδιά τους ζητώντας απ΄ τον ύπνο να τα γεμίσει μενεξέδες. Για όλους εκείνους που πιστεύουν ότι με το Dance me to the end of love ο Λέοναρντ Κοέν έγραψε τι σημαίνει αγάπη. Για όσους πιστεύουν ότι με το Walk the line o Τζόνι Κας τραγούδησε τι σημαίνει έρωτας -και ότι το ίδιο λέει με ένα «φεγγάρι που κάνει βόλτα» ένα παραδοσιακό ηπειρώτικο. Για αυτούς που «μηδενίζουν το κοντέρ», και παίρνουν βαθιά ανάσα ακούγοντας τη Νίνα Σιμόν να τραγουδά ότι «Νιώθει Καλά». Για αυτούς που τραγουδάνε στον δρόμο μαζί με την Πάτι Σμιθ ότι οι άνθρωποι έχουν τη δύναμη. Για όσους ακόμα βουρκώνουν όταν ακούν να τραγουδιέται «η ιστορία του δρόμου» στις σχολικές γιορτές των παιδιών τους για το Πολυτεχνείο. Για όσους στα διαλείμματα έγραφαν στον πίνακα το όνομα του αγαπημένου τους γκρουπ. Για όσους μαλώνουν με τις ώρες για το αν ένα συγκρότημα είναι ή δεν είναι ροκ. Για αυτούς που έκλαψαν ακούγοντας τη μία μπαλάντα μετά την άλλη μετά από μια ερωτική απογοήτευση. Για αυτούς που μετά από έναν χωρισμό γύρισαν σπίτι και έβαλαν τέρμα τη μουσική. Για εκείνους που μοιράστηκαν ένα ζευγάρι ακουστικά με ακουμπισμένα τα κεφάλια για να μη χάσει κανένας το τραγούδι. Για αυτούς που θυμούνται το πρώτο τους ταίρι στον χορό στα σχολικά πάρτι. Για όσους έφυγαν ξημερώματα από τη «ντίσκο-πίστα» με πονεμένα πόδια. Για αυτούς που ξεθεώθηκαν στα γέλια τραβώντας ο ένας τον άλλον από τον ώμο όλο και πιο γρήγορα χορεύοντας χασαποσέρβικο. Για όσους μπήκαν «τσάμπα» σε μια συναυλία πηδώντας τοιχάκια -και για όσους την παρακολούθησαν καθισμένοι με μπίρες απέξω επειδή δεν είχαν χρήματα. Για αυτούς που δε θα αποχωριστούν ποτέ το παλιό τους πικάπ επειδή «χωρίς χρατς χρουτς δεν είναι το ίδιο». Για όσους ψάχνουν ακόμα βινύλια. Για «τους μεγάλους» που «δεν πάει η καρδιά τους» να πετάξουν τις κούτες με τις παλιές κασέτες. Για «τους μικρούς» που «κολλάνε» με τη μουσική. Για αυτούς που ακόμα αφιερώνουν τραγούδια. Για όσους δε μπορούν να φανταστούν καλοκαίρι, χωρίς Λούις, Έλα, και Summertime.

Μουσική -πώς θα ήταν η ζωή χωρίς αυτή;

www.ert.gr

Open post

Ακραία φαινόμενα

Ακραία φαινόμενα

της Μάχης Μαργαρίτη

Η είδηση έγινε γνωστή λίγες ώρες μετά την έναρξη των πανελλαδικών εξετάσεων για τους μαθητές των Γενικών Λυκείων. Σε ένα από αυτά, στο εσπερινό λύκειο στα Χανιά, κάποιοι μαθητές δεν κατάφεραν καν να περάσουν την πόρτα των εξεταστικών κέντρων. Σύμφωνα με τη διευθύντρια του σχολείου, οι εργοδότες τους δεν τους επέτρεψαν να αλλάξουν βάρδια. Η περίπτωση χαρακτηρίστηκε σοκαριστική -και, αλήθεια, μπορεί κανείς να το ακούσει χωρίς να «πονέσει η καρδιά του»; Αλλά μήπως είναι «η κορυφή του παγόβουνου»; Και αν ναι, τι βρίσκεται από κάτω;

Τα εσπερινά σχολεία, δεν είναι εύκολη υπόθεση. Μαθητές ενήλικοι, εργαζόμενοι, συχνά με οικογένεια, με οικονομικά προβλήματα. Τι τους οδηγεί να καθίσουν ξανά στα θρανία; Το απολυτήριο, η δίψα για μάθηση, η εισαγωγή στο πανεπιστήμιο. Πολλοί πηγαίνουν στο σχολείο κατευθείαν μετά τη δουλειά. Κάνουν ενισχυτική διδασκαλία. Στερούνται προσωπικού χρόνου, χρόνου με τα παιδιά τους. Και πολλοί, παρά τις δυσκολίες και τα προβλήματα, καταφέρνουν να περάσουν σε πανεπιστημιακές σχολές. Στα Χανιά, κάποιοι από αυτούς, φαίνεται ότι βρήκαν μπροστά τους ένα πρόσθετο εμπόδιο -και ήταν στο τέλος της διαδρομής.

Υπήρξαν άμεσα αντιδράσεις. Η ΕΛΜΕ Χανίων πραγματοποίησε κινητοποιήσεις, τόσο στη Διεύθυνση Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, όσο και στην Επιθεώρηση Εργασίας. Ζήτησε, μεταξύ άλλων, να δοθεί η δυνατότητα στους συγκεκριμένους μαθητές να συμμετέχουν στις πανελλαδικές εξετάσεις αυτής της σχολικής χρονιάς, εξασφαλίζοντας «όλες τις αναγκαίες νομικές, διοικητικές και οικονομικές συνθήκες, όρους και προϋποθέσεις». Οι επαναληπτικές εξετάσεις πραγματοποιούνται τον Σεπτέμβριο στην Αθήνα. Είναι σίγουρο ότι μπροστά σε μια καταφανή αδικία, μπορούν πάντα να βρεθούν λύσεις, αρκεί να υπάρχει θέληση. Το κυριότερο, όμως, είναι, να μην υπάρξει ξανά τέτοια περίπτωση. Να δημιουργηθεί άμεσα το απαραίτητο θεσμικό πλαίσιο ώστε να προβλέπεται από τον νόμο άδεια με αποδοχές για όλους τους εργαζόμενους που δίνουν εξετάσεις, και η χορήγησή της να είναι υποχρεωτική, και όχι στην ευχέρεια του εργοδότη.

Στην ανακοίνωσή της, όμως, η ΕΛΜΕ Χανίων γράφει και κάτι ακόμα. «Είναι πλέον φανερό σε όλους ότι η ‘κανονικότητα’ που ζούμε ως εργαζόμενοι, με τους μισθούς πείνας, τις ελαστικές σχέσεις εργασίας, συμπληρώνεται με τον εργοδοτικό δεσποτισμό και την κατάργηση μορφωτικών και συνδικαλιστικών δικαιωμάτων».

Πρωτοφανές γεγονός το περιστατικό, ή «νέα κανονικότητα»; Εργασιακοί χώροι, ή εργασιακή «ζούγκλα»; Πώς διαμορφώνεται το εργασιακό τοπίο τις τελευταίες δεκαετίες -και με ταχύτερους ρυθμούς, τα τελευταία χρόνια; Εκτός από τις απολύσεις, τις περικοπές μισθών και εργασιακών δικαιωμάτων, τα εργατικά ατυχήματα, πυκνώνουν οι καταγγελίες για άσκηση ωμής σωματικής ή ψυχικής βίας και απειλών σε εργαζόμενους. Από  καταγγελίες για ξυλοδαρμό διανομέων, μέχρι υποθέσεις εργοδοτών που καταβάλλουν το δώρο Χριστουγέννων και στη συνέχεια το ζητούν πίσω από τους εργαζόμενους. Εργατικά Κέντρα μιλούν για τεράστιες πιέσεις και τρομοκρατία στην αγορά εργασίας, και καλούν τους εργαζόμενους να καταγγέλλουν αυτά που υφίστανται.

Αλλά τα «ακραία φαινόμενα» πληθαίνουν.

Στην εποχή της «απελευθέρωσης της εργασίας»

Πού αλλού θα δει κανείς να αποτυπώνεται πιο γλαφυρά η εικόνα της εργασίας του αναπτυγμένου κόσμου, αν όχι στις δύο χώρες-«σύμβολα» της καπιταλιστικής ανάπτυξης -τη Βρετανία και τις Ηνωμένες Πολιτείες, οι οποίες έχουν εξάγει «τεχνογνωσία απελευθέρωσης της αγοράς» στον υπόλοιπο δυτικό κόσμο; Σε τι κατάσταση ζουν, λοιπόν, εκεί, οι εργαζόμενοι;

Μια αίσθηση μεταξύ των εργαζόμενων ότι δεν έχουν έλεγχο ή φωνή στον εργασιακό τους χώρο πυροδοτεί «θυμό και δυστυχία στη βρετανική κοινωνία», έλεγε πριν από δύο χρόνια ο Μάθιου Τέιλορ, πρόεδρος κυβερνητικής επιτροπής για την επιθεώρηση της σύγχρονης εργασίας. Είναι τέτοια η πραγματικότητα πια, ώστε ο πρώην σύμβουλος του Τόνι Μπλερ, διορισμένος στη νέα του θέση από την πρωθυπουργό των Συντηρητικών Τερέζα Μέι, έφτασε να ζητά αλλαγές για να νιώθουν οι άνθρωποι «πολίτες στη δουλειά και όχι υπηρέτες ή σκλάβοι».

Έρευνα της Συνομοσπονδίας των βρετανικών συνδικάτων TUC σε εργαζόμενους με εισόδημα κάτω των 28.000 λιρών, το 2017, έδειξε ότι εργοδότες «τιμωρούν» τους γονείς που πηγαίνουν τα άρρωστα παιδιά τους στο νοσοκομείο, έγραφε ρεπορτάζ του Guardian. «Το μωρό μου σταμάτησε να αναπνέει και έπρεπε να πάω στο νοσοκομείο -με απείλησαν με πειθαρχικό», είπε μια εργαζόμενη πωλήτρια. Σύμφωνα με την έρευνα, το 42% των γονιών είπαν ότι ένιωθαν τιμωρημένοι στη δουλειά αν ζητούσαν κάποιες διευκολύνσεις, και κάποιο είχαν τον φόβο ακόμα και ότι θα χάσουν τη δουλειά τους. Ένας στους τρεις χρησιμοποίησε δική του κανονική άδεια τον τελευταίο χρόνο όταν το παιδί του αρρώστησε.

Η έρευνα χαρακτηρίστηκε «σοκαριστική». Αλλά η καθηγήτρια Νικόλ Μπάσμπι, επικεφαλής της νομικής σχολής στο πανεπιστήμιο του Στράθκλαϊντ, χαρακτήρισε μεν σοκαριστικά τα ευρήματα, είπε, όμως, ότι για τους χαμηλόμισθους εργαζόμενους μόνο σοκ δεν ήταν. Το να ζητούν τέτοιου είδους ευελιξία είναι δικαίωμα, αλλά «ακόμα κι εκεί που εφαρμόζεται, πολύ λίγο είναι στην πραγματικότητα ‘δικαίωμα’ το να ζητά κάποιος ειδικούς διακανονισμούς, και ο εργοδότης μπορεί να αρνηθεί για πολλούς διαφορετικούς λόγους».

Το 2012, έρευνα του σωματείου Unison αποκάλυπτε ότι το ένα τέταρτο του ενός εκατομμυρίου εργαζόμενων σε τηλεφωνικά κέντρα εξυπηρέτησης πελατών είχαν χρονικά περιορισμένη πρόσβαση στην τουαλέτα. «Το να χάνεις τον έλεγχο του πότε μπορείς να αδειάσεις την κύστη σου είναι μια εξευτελιστική απώλεια της αυτονομίας του για έναν ενήλικα», σχολίαζε ο αρθρογράφος του Independent Όουεν Τζόνσον. Ένας από τους εργαζόμενους του είπε ότι του επιτρέπονταν τέσσερα λεπτά τη μέρα για αυτό τον σκοπό. Ένας άλλος αντιμετώπισε πειθαρχική ποινή επειδή πήγε πολλές φορές στην τουαλέτα στη διάρκεια μια μόλυνσης στα νεφρά. Η επίθεση-διακωμώδηση που δέχτηκε ο δημοσιογράφος από συναδέλφους του σε μεγάλο συντηρητικό έντυπο ότι έκανε «εκστρατεία υπέρ της χρήσης της τουαλέτας», του έδωσε την αφορμή να μιλήσει για δραματική στροφή υπέρ των εργοδοτών στους εργασιακούς χώρους τα τελευταία 30 χρόνια. «Το να υποστηρίζεις ότι ενήλικες θα έπρεπε να αποφασίζουν οι ίδιοι για βασικές σωματικές τους λειτουργίες, είναι προφανώς αρκετό για να σε περιγράφουν ως ακροαριστερό τρελό στη σύγχρονη Βρετανία».

Στις Ηνωμένες Πολιτείες, οι Νιου Γιορκ Τάιμς έγραφαν, αρκετά χρόνια πριν από την οικονομική κρίση, το 2005, για ανάλογες ιστορίες εργασιακών χώρων. Μία από αυτές, μιας  δασκάλας μαθηματικών. Έμαθε ότι έχει μια σπάνια ασθένεια στα 35 της, και σύντομα δε μπορούσε ούτε να γράψει στον πίνακα. Δεν είχε πάρει ούτε μια μέρα αναρρωτική άδεια μέχρι τότε. Ζήτησε διευκολύνσεις για να συνεχίσει να διδάσκει. «Όλοι έχουμε προβλήματα, απλώς κάνε τη δουλειά», ήταν η απάντηση του διευθυντή της. Η ιστορία της αντικατοπτρίζει την πραγματικότητα του να είσαι άρρωστος στο σημερινό εργασιακό πεδίο, σε μια εποχή που άρρωστοι εργαζόμενοι έχουν περισσότερες νομικές ασφαλιστικές δικλείδες παρά ποτέ, και όμως, αντιμετωπίζουν κενά, ασυνέπειες και ερωτηματικά σε αυτούς τους νόμους, σημείωνε η εφημερίδα.

Ένα δυστοπικό εργασιακό μέλλον.

Η καλλιέργεια του φόβου

Και το πρόβλημα δεν είναι μόνο η αμφισβήτηση δικαιωμάτων -είναι η εμπέδωση σε μεγάλα τμήματα των εργαζόμενων ότι δεν είναι σωστό να τα διεκδικούν. Οι άδειες είναι ένα από τα πιο στοχοποιημένα δικαιώματα -αναμενόμενο, αφού στην πραγματικότητα είναι το δικαίωμα των ανθρώπων στη ζωή, με τις ανάγκες που τη συνοδεύουν, και στον ελεύθερο χρόνο, που τον ορίζουν οι ίδιοι. Σε ποιο σημείο έχουν φτάσει σήμερα τα πράγματα; Στο να απαρνούνται οι ίδιοι οι εργαζόμενοι τα δικαιώματά τους.

«Οι μέρες αδειών συσσωρεύονται καθώς οι εργαζόμενοι φοβούνται ότι θα δείξουν ‘αντικαταστήσιμοι’», έγραφε ρεπορτάζ του αμερικανικού δικτύου cnbc τον περασμένο Αύγουστο. Έρευνα έδειξε ότι αυτή τη στιγμή, το 52% περίπου των αμερικανών δεν κάνουν καν χρήση όλης της άδειάς τους. «Στα μάτια του εργοδότη, αν εγκαταλείπουν αυτό τον χρόνο, ουσιαστικά προσφέρουν εθελοντικά τον χρόνο τους», έλεγε η υπεύθυνη της μελέτης. Και συμπλήρωνε ότι πάνω από 200 εκατομμύρια μέρες άδειας έμειναν «στο τραπέζι» το 2017 -αξίας 62 δισεκατομμυρίων δολαρίων μόνο τον περασμένο χρόνο. Για κάθε εργαζόμενο, η «προσφορά» στον εργοδότη είναι 604 δολάρια. 200 εκατομμύρια μέρες άδειας που εγκαταλείφθηκαν -ο αριθμός μοιάζει σχεδόν ασύλληπτος.

Γιατί δεν παίρνουν τις άδειές τους; Το 61% λέει ότι είναι ο φόβος του να φανεί ότι μπορούν να αντικατασταθούν. Οι νεότεροι εργαζόμενοι, μεταξύ 20 και 30 ετών, είναι εκείνοι που παίρνουν τη λιγότερη άδεια. Τα δυσβάσταχτα δάνεια και η επιθυμία μιας ικανοποιητικής δουλειάς τους κάνουν «όταν βρίσκουν σταθερή δουλειά, να θέλουν να την κρατήσουν».

«Είναι ώρα να διαλύσουμε τον μύθο, μια για πάντα, ότι ο μόνος λόγος που οι χαμηλόμισθοι εργαζόμενοι δεν ασκούν τα δικαιώματά τους είναι επειδή δε γνωρίζουν για αυτά. Ίσως και όταν ξέρουν, φοβούνται ότι το να τα ασκήσουν ενέχει τον κίνδυνο να χαρακτηριστούν ‘ταραχοποιοί’ και να τιμωρηθούν. Ίσως επίσης είναι πιθανό οι εργοδότες να γνωρίζουν για αυτό τον φόβο και να τον εκμεταλλεύονται… Οι εργοδότες γνωρίζουν τα δικαιώματα των εργαζόμενών τους. Αλλά γνωρίζουν, επίσης, ότι έχουν το πάνω χέρι. Και έτσι, ακόμα και όταν μια μοναχική φωνή τολμήσει να υψωθεί, μπορεί αποτελεσματικά να καταπνιγεί, και μόνο με τη μη διατυπωμένη απειλή του στιγματισμού του εργαζόμενου, της τιμωρίας του, ακόμα και της απώλειας της δουλειάς του. Νάτο, λοιπόν: όχι απλώς το πρόβλημα, αλλά η αποστέρηση της αξιοπρέπειας. Τι νόημα έχουν τα δικαιώματα των εργαζόμενων όταν υπάρχει μια αναπτυσσόμενη κουλτούρα εργαζόμενων που εκφοβίζονται να τα αγνοούν;», έγραφε η Μπάρμπαρα Έλεν στον Guardian τον περασμένο μήνα.

Από την άλλη, ακόμα και να θέλουν να διεκδικήσουν, σε ποιο «γήπεδο» διεξάγεται ο αγώνας; Τι τους προστατεύει από την απόλυση; Ο λεγόμενος «Αναθεωρημένος Ευρωπαϊκός Κοινωνικός Χάρτης», έχει μια διάταξη: την αρχή της δικαιολογημένης καταγγελίας. Πριν από λίγες μέρες εισάχθηκε και στο ελληνικό δίκαιο. Στο εξής, δεν αρκεί ο εργοδότης να κοινοποιεί την απόλυση και να δίνει την ανάλογη αποζημίωση -πρέπει να λαμβάνεται υπόψη «το δικαίωμα όλων των εργαζόμενων να μη λύεται η εργασιακή τους σχέση χωρίς βάσιμο λόγο που να συνδέεται με την ικανότητα ή τη συμπεριφορά τους ή να βασίζεται στις λειτουργικές απαιτήσεις της επιχείρησης, της εγκατάστασης ή της υπηρεσίας». Αρκετά θολό: τι μπορεί να θεωρηθεί «βάσιμος λόγος»; Πώς κρίνεται η ικανότητα και η συμπεριφορά; Ποιος κρίνει αν ο λόγος που επικαλείται η επιχείρηση ισχύει ή είναι πρόφαση επειδή στην πραγματικότητα αυτό που δεν αρέσει στον εργοδότη είναι, για παράδειγμα, ένας εργαζόμενος ο οποίος διεκδικεί τα δικαιώματά του; Ποιος θα κρίνει; Θα πρέπει ο εργαζόμενος να προσφύγει «σε αμερόληπτο όργανο». Δηλαδή, δικαστήρια; Άρα, χρήμα, χρόνος και στρες για τον εργαζόμενο. Όσο για το ενδεχόμενο να θεωρήσει κάποιος ανεπαρκή την εθνική νομοθεσία και να απευθυνθεί στην Ευρωπαϊκή Ένωση; Δύσκολα ξεχνιέται η απόφαση πριν από έναν χρόνο του Δικαστηρίου της, ότι σε περιπτώσεις ομαδικών απολύσεων δεν προστατεύονται οι έγκυες γυναίκες ή όσες θηλάζουν εφόσον δεν υπάρχει σαφής πρόνοια στην εθνική νομοθεσία.

Και υπάρχει και η ιδεολογική νομιμοποίηση της απόλυσης. Η αξίωση για μόνιμη εργασία, ως δικαίωμα, συστηματικά στοχοποιήθηκε. Η επιθυμία για μονιμότητα, άρα ασφάλεια, μετονομάστηκε σε «επιθυμία για τεμπελιά». Πολιτικοί, από τα κοινοβούλια, έτη φωτός από τον καθημερινό μόχθο, διαμηνύουν από μέσα ενημέρωσης με παγερά αδιάφορο ύφος ότι σκοπεύουν να απολύσουν ή να συρρικνώσουν, σαν να μη βρίσκονται άνθρωποι πίσω από κάθε μία θέση εργασίας. Ενώ άλλοι διαιωνίζουν ελαστικές σχέσεις εργασίας που εγκυμονούν την απόλυση.

Στον ιδιωτικό τομέα, τα πράγματα είναι πολύ δυσκολότερα. Υπάρχουν χώροι εργασίας, κυρίως στο δημόσιο, όπου τα πράγματα παραμένουν καλύτερα, κυρίως χάρη στις κινητοποιήσεις των συνδικάτων -τις προηγούμενες δεκαετίες. Όμως, παντού, η κατάσταση χειροτερεύει.

Θα πει κάποιος, «δεν είναι ίδιοι όλοι οι εργοδότες, υπάρχουν και πιο δίκαιοι και σοβαροί». Προφανώς δεν είναι όλοι ίδιοι. Όμως, ο βασικός νόμος δεν αλλάζει: στο καπιταλιστικό σύστημα, μια επιχείρηση -ιδιωτική ή δημόσια- υπάρχει για να έχει κέρδος και να είναι ανταγωνιστική. Αυτός είναι ο θεμέλιος λίθος του οικοδομήματος. Ή, όπως έλεγε στο ρεπορτάζ των New York Times η Ρόμπιν Μποντ, από νομική εταιρία που εκπροσωπεί εργαζόμενους εναντίον εργοδοτών, «φτάσαμε ένα εκατομμύριο μίλα μακριά από τις παλιές κακές μέρες. Αλλά κανένας νόμος δεν αλλάζει το βασικό δεδομένο -ότι οι εργοδότες θέλουν να κάνουν αυτό που ωφελεί την επιχείρηση».

Το αίσθημα του εργαζόμενου για κεκτημένα δικαιώματα ότι «δεν τα δικαιούται πραγματικά», ριζώνει στους χώρους εργασίας. Φτάνουν πολλές φορές εργαζόμενοι να αμφισβητούν οι ίδιοι συναδέλφους τους όταν κάνουν χρήση ακόμα και αναρρωτικών αδειών -επικαλούμενοι συνήθως τις εξαιρέσεις, που πάντα υπάρχουν. Είναι τέτοιο πια το μέγεθος της αλλοτρίωσης που προξενεί η δουλειά στους ανθρώπους, ώστε τους οδηγεί πολλές φορές σε συμπεριφορές που μοιάζουν αφύσικες ή και επικίνδυνες. Σε ένα περιβάλλον όπου οι εργαζόμενοι δεν έχουν κανέναν λόγο ή έλεγχο στις αποφάσεις των εργοδοτών τους, στρέφονται στην εύκολη λύση: ο ένας κατά του άλλου. Γράφει η ιρλανδή ακαδημαϊκός  Ο΄Μουρ, από τους πρώτους που ασχολήθηκαν με το ζήτημα του εκφοβισμού, το 1997, ότι ένα έντονα ανταγωνιστικό περιβάλλον προκαλεί πιο έντονα αρνητική συμπεριφορά. Σε εργασιακά περιβάλλοντα όπου εμφανίζονται φαινόμενα εκφοβισμού μεταξύ των ίδιων των εργαζόμενων, το 88% αυτών τα συνδέουν με τις αυταρχικές μεθόδους διοίκησης, σύμφωνα με έρευνα του NASUWT, δεύτερου μεγαλύτερου συνδικάτου εκπαιδευτικών στη Βρετανία. Ο κυνισμός στους χώρους εργασίας εκδηλώνεται με πολλούς τρόπους, και αυξάνεται όσο αυξάνονται οι απολύσεις και η επισφάλεια. Ήδη, από το 1991, με ριζωμένο πλέον τον νεοφιλελευθερισμό που εφάρμοσαν ταυτόχρονα Ρίγκαν-Θάτσερ, σε μελέτη τους οι Μίρβις και Κάντερ έγραφαν ότι το 43% των αμερικανών εκδήλωναν υψηλά  κυνικές διαθέσεις προς τη δουλειά. Η δημοφιλία του χαρακτήρα κόμικ Dilbert είναι μια ένδειξη της κυριαρχίας του κυνισμού στους σημερινούς εργασιακούς χώρους. Αλλά, σε κάθε περίπτωση, οι εχθρικές διαθέσεις μεταξύ εργαζόμενων, όπου αυτές εκδηλώνονται, είναι συνήθως η συνέπεια και όχι η αιτία του προβλήματος. Η αιτία είναι ο ανταγωνισμός που προωθείται ως αξία στην κοινωνία, το «ο καλύτερος ας ξεχωρίσει», η τόσο μεγάλη σημασία σε διαγωνισμούς και βραβεία. «Το μεγάλο ζώο τρώει το μικρό», δεν ακούνε από μικρά τα παιδιά -σε μια διαστρέβλωση, μάλιστα, αυτού που πραγματικά συμβαίνει στη φύση;

«Η δουλειά έχει πάνω από όλα (ή κάτω από όλα) να κάνει με καθημερινούς εξευτελισμούς. Το να επιζήσεις της ημέρας είναι αρκετός θρίαμβος για αυτούς που περπατούν τραυματισμένοι ανάμεσά μας», έλεγε το 1974 ο Στουντς Τέρκελ, ο «αφηγητής ιστοριών των καθημερινών αμερικανών».

Στην περίπτωση του εσπερινού λυκείου στα Χανιά, έγινε από μέσα ενημέρωσης απόπειρα εξίσωσης της ευθύνης εργοδοτών και συναδέλφων των μαθητών που δεν έδωσαν εξετάσεις. Είναι μια δομικά λανθασμένη εξίσωση: οι εργοδότες έχουν εξουσία -οι «συνάδελφοι», φιλικοί ή εχθρικοί, δεν έχουν. Η χορήγηση άδειας είναι αρμοδιότητα του εργοδότη -όχι των εργαζόμενων.

Οι εργαζόμενοι μαθητές στα Χανιά που δεν κατάφεραν να δώσουν εξετάσεις, μπορεί να φοβούνται περισσότερο τώρα που πήρε δημοσιότητα το θέμα και να θέλουν να «κλείσει». Στις μικρές τοπικές κοινωνίες, όπου δεν υπάρχει η «ανωνυμία» των μεγάλων αστικών κέντρων, είναι πιθανό ένας εργαζόμενος  να ανησυχεί ότι θα στοχοποιηθεί, ο ίδιος ή οι οικείοι του, αν «μιλήσει», αν διεκδικήσει. Και αυτό πιθανά δε συμβαίνει μόνο στις μικρές πόλεις. Η δημοσιότητα μπορεί να γίνει «ασπίδα» για αυτούς που βρίσκονται ευάλωτοι -όμως, οι ευάλωτοι δεν τη θέλουν πάντα. Και, από την άλλη, η δημοσιότητα δεν είναι αρκετή, επειδή δεν κρατά πολύ. Η ασπίδα απέναντι στον φόβο, όμως -ίσως αυτή είναι η καλύτερη ασπίδα.  Και αυτή χρειάζεται πολλούς για να την κρατήσουν.

 

 

 

www.ert.gr

Open post

Ιστορίες ανθρωπιάς στο φόντο πολέμων & μεταναστεύσεων

Ιστορίες ανθρωπιάς στο φόντο πολέμων & μεταναστεύσεων

του Νάσου Μπράτσου

Ήταν 1904 όταν γεννήθηκε η Αθηνά Μάζαρη στο Φύτεμα Ικαρίας, κόρη του Δημήτρη Μάζαρη και περίπου στα 16-17 της χρόνια, σχεδόν πάνω στη Μικρασιατική καταστροφή, ξενιτεύτηκε στην Αίγυπτο και πήγε στην Αλεξάνδρεια σε σχολή για νοσοκόμες. Η φτώχεια που αντιμετώπιζε η οικογένεια στην Ικαρία, δεν άφηνε άλλη επιλογή από τη μετανάστευση. Κάποια στιγμή ο αδελφός της που είχε μεταναστεύσει στη Γαλλία, της έγραψε να πάει εκεί, όπως και έκανε και άρχισε να δουλεύει σαν ράφτρα.

Από μία άλλη περιοχή της Τούζλα της Βοσνίας, ο Slavco Zaffani, γεννημένος το 1902 και καθολικός στο θρήσκευμα, φεύγει μη αντέχοντας τις διώξεις των μουσουλμάνων και πηγαίνει στο Παρίσι, όπου φτιάχνει ραφείο με εξειδίκευση στα κοστούμια. Κάποια στιγμή γνωρίζει την Αθηνά Μάζαρη, ερωτεύονται και παντρεύονται το 1930. Mένουν λίγο πιο έξω από το Παρίσι στο Sevran.

Από την Πολωνία λόγω του αντισημητικού κλίματος που κυριαρχούσε μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, εγκαταστάθηκε στη Γαλλία η οικογένεια του ράφτη Αvraam Gersztenkorn, που έγινε φίλος και γείτονας των Ζαφανί – Μάζαρη.

Στη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, ο Αβραάμ φυγαδεύτηκε για να γλιτώσει τη σύλληψή του από τη Γκεστάπο και αφήνει τα τρία του παιδιά στο Ζαφανί, ο οποίος τα κρύβει για 15 μέρες στο σπίτι του, μέχρι να οργανώσει ο πατέρας τους τη διαφυγή τους. Στο διάστημα αυτό η Γκεστάπο μπαίνει στο σπίτι του Ζαφανί, αλλά έχουν προλάβει να κρύψουν τα παιδιά κάτω από ένα κρεβάτι. Τα παιδιά τελικά γλιτώνουν και φυγαδεύονται, όπως ήταν το αρχικό σχέδιο, σε συνεργασία και με τη γαλλική αντίσταση. Από τότε οι ζωές των Ζαφανί – Μάζαρη και των Εβραίων γειτόνων τους ακολούθησαν διαφορετικές διαδρομές και δεν συναντήθηκαν.

Πριν από λίγο καιρό ένα από αυτά, σε μεγάλη ηλικία πια, αποφάσισε να βρει τους σωτήρες του, αρχίζοντας το ψάξιμο από τον τηλεφωνικό κατάλογο. Τελικά βρήκε τα εγγόνια των Ζαφανί – Μάζαρη και μετέφερε τις ευχαριστίες για τη διάσωση που μπορούσε να κοστίσει και τη ζωή των σωτήρων τους, αν η Γκεστάπο ανακάλυπτε το σημείο που είχαν κρύψει τα τρία εβραιόπουλα. Τα μεταπολεμικά χρόνια οι Zaffani δραστηριοποιήθηκαν σε πτηνοτροφεία και εργοστάσια παραγωγής και εμπορίας αυγών.

Για τη βοήθεια που προσέφερε ο Σλάβκο Ζαφανί, στις 19 Ιανουαρίου 2016, το Ινστιτούτο Yad Vashem στην Ιερουσαλήμ του απένειμε μετά θάνατον (είχε αποβιώσει το 1964) τον τίτλο των Δικαιωμάτων . Η σύζυγός του Αθηνά πέθανε το 1972 στην Ελλάδα, στη Νίκαια. Τα παιδιά τους αρχικά (γιατί η γενιά αυτή εχει φύγει από τη ζωή) και σήμερα τα εγγόνια τους επισκέπτονται συχνά την Ικαρία, γενέθλιο τόπο της μητέρας τους, κάποιοι έχουν μάθει καλά ελληνικά και ένας εξ αυτών ο Jean Zaffani, μας εξιστόρησε όλα αυτά που σας μεταφέραμε.

Φωτο: Jean Zaffani & Slavco Zaffani

www.ert.gr

Open post

Ο «Κατσάμπελας» πάει στο γήπεδο – Δικτατορία και ποδόσφαιρο

Ο «Κατσάμπελας» πάει στο γήπεδο – Δικτατορία και ποδόσφαιρο

του Νάσου Μπράτσου

Χώρος στον οποίο εξελίχθηκε από τους πραξικοπηματίες του 1967 συγκεκριμένο σχέδιο, ήταν ο χώρος του αθλητισμού και ειδικά το ποδόσφαιρο, αφού είχαν εγκαίρως διαγνώσει τη δυναμική του και σκόπευαν με τον ασφυκτικό έλεγχο σε αυτό, να προσθέσουν άλλο ένα στήριγμα στο δικτατορικό καθεστώς. Από τα πρώτα μέτρα που πήρε η δικτατορία ήταν η αναβολή των αγώνων, φοβούμενη μήπως τα γήπεδα εξελιχθούν σε πεδία αντιχουντικών εκδηλώσεων. Όταν μετά από μέρες επέτρεψε τη διεξαγωγή αγώνων, το πλαίσιο διεξαγωγής τους ήταν ρητό και αυστηρό. Κάθε πολιτική δραστηριότητα θα σήμαινε και στρατοδικείο.

Από την απολύτως σοβαρή για ιστορική μελέτη και εξαγωγή συμπερασμάτων, επιλογής, της χούντας, δεν έλειψαν και οι γελοιότητες στις οποίες οι δικτάτορες είχαν επιδόσεις πρωταθλητισμού, που «τροφοδοτούν» και μέρος του τίτλου μας με την επίκληση του «Κατσάμπελα» του χουντικού αξιωματικού που στην ταινία «Λούφα και Παραλλαγή», είχε υποδυθεί ο αξέχαστος ηθοποιός Ανδρέας Φιλιππίδης.

Ας δούμε περιληπτικά τις βασικές θεματικές ενότητες που εξελίχτηκε το σχέδιο αυτό.

Οι συγχωνεύσεις

Θέληση της χούντας ήταν η συγκρότηση ισχυρών ομάδων ανά περιοχή που με την πορεία τους να προσελκύουν κόσμο και να τον «προσανατολίζουν» στο ποδόσφαιρο, αποσπώντας το ενδιαφέρον του από την πολιτική. Για το λόγο αυτό έκανε υποχρεωτικές συγχωνεύσεις, με την απειλή στρατοδικείων για τους απείθαρχους, διέλυσε ομάδες που είχαν προοδευτικούς – δημοκρατικούς πολίτες στις διοικήσεις τους, σε ορισμένους ζήτησε και πέτυχε τη διαγραφή τους από τα σωματεία και τους απαγόρευσε την ενασχόληση με τα διοικητικά και «φύτεψε» στα σωματεία στρατιωτικό επίτροπο.

Δηλαδή επόπτη που θα επέβλεπε αν υπό το πρόσχημα της αθλητικής δραστηριότητας, θα επιχειρούνταν να συγκαλυφθεί αντιστασιακή – αντιδικτατορική δράση.

Τα σωματεία που διαλύθηκαν, αντιμετώπισαν κατασχέσεις – δημεύσεις των περιουσιακών τους στοιχείων, έπιπλα, αθλητικό υλικό, σφραγίδες, κλπ τα οποία φόρτωνε ο στρατός σε καμιόνια και τα έπαιρνε από τα γραφεία τους. Με το διάταγμα 76 ορίζει πως κάθε νομός της χώρας θα πρέπει να έχει μόνο μια ομάδα στη Β εθνική, έτσι όσοι παίκτες «περίσσεψαν», άλλοι γίνονται μεταγραφικοί στόχοι μεγαλύτερων ομάδων που ενισχύθηκαν σημαντικά και άλλοι, ειδικά όσοι ήταν γνωστοί για αντιδικτατορικά φρονήματα, αποβάλλονται.

Μετά τη μεταπολίτευση, αρκετά σωματεία που είχαν διαλυθεί δια της βίας, ανασυγκροτήθηκαν – επανήλθαν με το όνομά τους και τη σφραγίδα τους.

«Ιδεολογικό μασάζ»

Για να γίνει εύπεπτη η πολιτική των βίαιων υποχρεωτικών συγχωνεύσεων, ανέλαβαν αθλητικογράφοι της εποχής, να αρθρογραφήσουν για τα καλά της επιλογής, ότι θα κόβει περισσότερα εισιτήρια η νέα ομάδα, θα είναι αγωνιστικά πιο δυνατή και άλλα παρεμφερή. Επίσης έπεφτε και το σχετικό λιβάνισμα στο Γ.Γ.Α. της χούντας, τον Ασλανίδη, ο οποίος εμφανίζονταν ως μέγας αναμορφωτής του αθλητισμού, που προωθεί σημαντικά αθλητικά έργα στον τομέα των υποδομών.

Μεταγραφές και πρωταθλήματα

Στις αλλαγές που έκανε η δικτατορία ήταν και στο θέμα των μεταγραφών, με κριτήριο να μην μπορούν τα πολύ μεγάλα σωματεία να αφαιμάξουν τα μικρότερα (έως δύο μεταγραφές παικτών από τη Β’ Εθνική για κάθε ομάδα Α’ Εθνικής και όχι και οι δύο από την ίδια ομάδα της Β’ Εθνικής), ώστε αυτά να διατηρήσουν τη δυναμική τους, άρα και τον κόσμο τους. Τυπικά τουλάχιστον, γιατί υπήρξαν περιπτώσεις που έγιναν μεταγραφές όπου οι ενδιαφερόμενοι (αθλητές και σωματεία στα οποία ανήκαν) τις έμαθαν…μετά. Πρώτα υπεγράφη η σχετική απόφαση και μετά τους κοινοποιήθηκε. Για παράδειγμα στο πιγκ-πογκ οι αδερφές Μαρία και Ματίνα Λουκά ήταν πρωταγωνίστριες και σάρωναν τους τίτλους για λογαριασμό του Α.Ο. Προφήτη Ηλία (Πειραιάς). Μέχρι το 1970, που με μια πρωτοφανή απόφαση ο τότε ΓΓΑ Ασλανίδης μετέγραψε τις δύο αθλήτριες στον ΠΑΟ, χωρίς τη συγκατάθεση του σωματείου.

Οι γεωγραφικοί καταρτισμοί ομίλων και το ποιοι ανέβαιναν κατηγορία πάλι ήταν ένας τομέας όπου η λογική πήγαινε περίπατο, ιδίως αν η ομάδα που ήταν να ανέβει κατηγορία δεν ήταν και πολύ της αρεσκείας των δικτατόρων και ήταν στελεχωμένη από «υπόπτους» για δημοκρατικές πεποιθήσεις. Επιπλέον αν υπήρχε ομάδα με διοίκηση φιλοχουντική, τότε έπρεπε να πάει «σπρωχτή».

To Κυπριακό

Στις ενέργειες που έκανε η δικτατορία στο χώρο του ποδοσφαίρου, ήταν και η υποχρεωτική αλλαγή του ονόματος των ομάδων που είχαν τη λέξη «ένωση» στο όνομά τους, με την αντικατάστασή της με άλλο προσδιορισμό, όπως όμιλος, σύλλογος, κλπ

Για παράδειγμα η Αθλητική Ένωση Προφήτη Ηλία έγινε Αθλητικός Όμιλος Προφήτη Ηλία.

Ο λόγος ήταν ότι η χούντα πίστευε ότι αν οι φίλαθλοι φώναζαν ρυθμικά το «Ένωση» στο γήπεδο, μπορεί να προέκυπτε θέμα στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, με την Τουρκία να πιστεύει ότι γινόταν έμμεση προπαγάνδα για την ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα, με «εργαλείο» τα γήπεδα.

Της μετονομασίας εξαιρέθηκαν τα μεγάλα μεγέθη όπως η ΑΕΚ, αφού οι δυσκολίες ήταν εμφανείς λόγω του μεγάλου αριθμού οπαδών της.

Έτσι φτάνουμε στον παραλογισμό να φωνάζουν «Ένωση» αρκετές χιλιάδες ΑΕΚτζήδες, αλλά να μην προκύπτει ελληνοτουρκικό θέμα, αλλά να εκτιμάει η δικτατορία ότι πλήθος πρακτόρων της τουρκικής πρεσβείας «εκστρατεύουν» τις Κυριακές στις αλάνες των τοπικών κατηγοριών για να κατασκοπεύσουν πολύ λιγότερους αριθμούς φιλάθλων που μέσω των γηπεδικών συνθημάτων, θα επιχειρούσαν να «λύσουν «το Κυπριακό. Τα συγκρίσιμα μεγέθη δείχνουν και τον βαθμό της γελοιότητας της χουντικής έμπνευσης.

Το συμπέρασμα είναι ότι η δικτατορία είχε αντιληφθεί τη δύναμη του αθλητισμού και λειτούργησε με σχέδιο. Είχε συνείδηση της ιστορικής εμπειρίας που υπήρχε από την περίοδο του μεσοπολέμου, αλλά και της κατοχής, όπου στο αθλητικό πεδίο αναπτύχθηκαν σημαντικές δημοκρατικές- αντιφασιστικές δραστηριότητες, σαν αντίπαλο δέος στη χρήση του αθλητισμού από καθεστώτα σαν του Χίτλερ και του Μουσολίνι και λιγότερο του Μεταξά στην Ελλάδα, όπου μέσω της αθλητικής δραστηριότητας, επένδυσαν στον εξωραϊσμό των καθεστώτων τους και των ιδεολογικών τους αναφορών.

Στον αντίποδα, όπως αιφνιδιάστηκε το σύνολο των πολιτικών δυνάμεων στη χώρα, με την εκδήλωση του πραξικοπήματος και ήταν πολιτικά ανέτοιμο να το προβλέψει σαν κίνδυνο και να το αποτρέψει, έτσι και στον αθλητισμό πιάστηκε «αδιάβαστο», χωρίς σημαντική πολιτική – οδηγό δράσης.

Το κακό που έγινε ήταν μεγάλο, καθώς αρκετός κόσμος ταύτισε τον αθλητισμό και ακόμα πιο συγκεκριμένα το ποδόσφαιρο με τις χουντικές καρικατούρες και με ισοπεδωτική κριτική αποστράφηκε συλλήβδην τον σωματειακό αθλητισμό, σαν πεδίο όπου το παιχνίδι είναι χαμένο εξ ορισμού.

Στα πρώτα μεταπολιτευτικά χρόνια, ένας από τους λόγους για την ίδρυση του ΠΣΑΠ (Πανελλήνιος Σύλλογος Αμειβομένων Ποδοσφαιριστών), όπως μας είχε δηλώσει ο Νίκος Μάλλιαρης, εκ των ιδρυτικών μελών, «ήταν ότι μετά την πτώση της δικτατορίας, υπήρχε ζήτημα εκδημοκρατισμού του χώρου του ποδοσφαίρου, όπου κυριαρχούσε η διαφθορά με δωροδοκίες για καθορισμό αποτελεσμάτων και οι κακές συνθήκες άθλησης – εργασίας. Το ποδόσφαιρο ήταν ερασιτεχνικό, ημιεπαγγελματικό και οι παίκτες πρώτης γραμμής με παρεμβάσεις των διοικήσεων των ομάδων, διορίζονταν στο δημόσιο για εξασφάλιση».

www.ert.gr

Open post

Ψάχνοντας ένα νέο Λύκειο

Ψάχνοντας ένα νέο Λύκειο

της Μάχης Μαργαρίτη

Πριν από λίγες μέρες δόθηκε στη δημοσιότητα το τελικό σχέδιο για το νέο λύκειο και την τριτοβάθμια εκπαίδευση. Το ζήτημα της διάρθρωσης του λυκείου και της εισαγωγής στο πανεπιστήμιο αφορά διαχρονικά εκατομμύρια ανθρώπους -τους μαθητές και τις οικογένειές τους- αλλά, στην πραγματικότητα, δεν έχει γίνει ποτέ ένας, τόσο απαραίτητος, δημόσιος διάλογος, με αντιπαράθεση απόψεων, για το τι περιμένει από το σχολείο η κοινωνία.

Οι πανελλαδικές εξετάσεις με τη σημερινή τους μορφή, το λεγόμενο «αδιάβλητο», έπαιξαν ένα «ιστορικό ρόλο»: άνοιξαν τις πύλες των πανεπιστημίων για τα παιδιά των εργατικών οικογενειών. Με συγκεκριμένη ύλη, αντικειμενικότητα στη διαδικασία και βαθμολόγηση γραπτών με καλυμμένα ονόματα από άγνωστους στους μαθητές εκπαιδευτικούς, διασφαλίστηκε ότι κανενός είδους «ανταλλαγή» ή «υψηλή γνωριμία» δε μπορεί να βάλει έναν μαθητή στο πανεπιστήμιο: όλα εξαρτώνταν από τη δική του προσπάθεια και το δικό του διάβασμα. Έτσι, ολόκληρες γενιές παιδιών από τα φτωχότερα στρώματα μπήκαν στα πολυτεχνεία, τις φιλοσοφικές σχολές, τις ιατρικές, τα παιδαγωγικά τμήματα, τις νομικές σχολές. Είχαν «την ευκαιρία τους».

Η ευκαιρία, όμως, δεν ήρθε χωρίς τίμημα. Δίπλα της «φύτρωσαν» φροντιστήρια, άγχος, πίεση, ανταγωνισμός, θλίψη. Για να τα καταφέρουν, έφηβοι από οικογένειες που δεν έχουν άλλη διέξοδο για τα παιδιά τους παρά το δημόσιο πανεπιστήμιο, βλέπουν τις ζωές τους να «στεγνώνουν» επί τρία τουλάχιστον χρόνια -τα χρόνια του λυκείου. «Να αλλάξει πρώτα όλο το σχολείο, να γίνει πιο ανθρώπινο για τους μαθητές, και μετά να δούμε και τις πανελλαδικές», λέγεται συχνά. Στην πραγματικότητα, το θέμα τίθεται «ανάποδα»: το πρόβλημα βρίσκεται στο τέλος του σχολείου -είναι το πώς θα εισάγονται οι μαθητές στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Αυτό καθορίζει «προς τα πίσω» όλη την εκπαιδευτική διαδικασία και, κυρίως, τον τρόπο μάθησης. Αν δε λυθεί αυτό το πρόβλημα, πώς μπορεί να γίνει ουσιαστική αλλαγή;

Πανελλαδικές εξετάσεις, στο σήμερα

«Αποδέσμευση της τρίτης λυκείου από τις πανελλαδικές εξετάσεις», λέγεται συχνά. Αν, όμως, οι πανελλαδικές εξετάσεις παραμείνουν σε ισχύ ως έχουν, πού και πώς θα προετοιμάζονται οι μαθητές για αυτές; Τη μέρα θα ζουν σε μία σχολική τάξη γενικής παιδείας αποδεσμευμένη από τις εξετάσεις, και το βράδυ στα φροντιστήρια προετοιμαζόμενοι εντατικά για αυτές;

Ας υποτεθεί ότι αποδέχεται κανείς την ύπαρξη των εισαγωγικών εξετάσεων. Και πως, ταυτόχρονα, υπάρχει η γενική συμφωνία ότι το αδιάβλητο των πανελλαδικών εξετάσεων πρέπει να διατηρηθεί. Για να υπάρχει, όμως, αυτού του είδους το αδιάβλητο, τα θέματα θα πρέπει να μπορούν να βαθμολογηθούν με αντικειμενικό τρόπο: άρα, θέματα που «μαθαίνονται», που αποστηθίζονται, επειδή αν οι ερωτήσεις είναι τέτοιες που να ζητούν κριτικές απαντήσεις και άποψη, για παράδειγμα στην ιστορία ή την κοινωνιολογία, «μπαίνει στην εξίσωση» ο παράγοντας του βαθμολογητή, και «ανοίγει» άλλη συζήτηση για το αν μπορούν να κριθούν αντικειμενικά υποκειμενικές απαντήσεις, και αν έχουν εκπαιδευτεί οι μαθητές στην κριτική σκέψη. Αν, λοιπόν, διατηρηθούν οι πανελλαδικές εξετάσεις, το αδιάβλητό τους, και η αντικειμενική θεματολογία και βαθμολόγηση, τι σημαίνει στην πράξη «αποδέσμευση του λυκείου από τις πανελλαδικές»;

Αυτή τη στιγμή -όπως δεκαετίες τώρα- η τρίτη τάξη του λυκείου μοιάζει με «μικρομέγαλο» παιδί: ούτε στην παροχή γενικής παιδείας είναι αφιερωμένη, μια και είναι η «χρονιά των πανελλαδικών», ούτε στην παροχή πιο συστηματικής εκπαίδευσης με ορίζοντα τις πανελλαδικές εξετάσεις. Είναι «κάτι ανάμεσα». Τι να γίνει με αυτή την τάξη; Να δίνει γενική παιδεία, με πολλά μαθήματα; Ή να έχει λίγα μαθήματα και να προετοιμάζει τους υποψήφιους για τις εξετάσεις;

Το σχέδιο νόμου που συζητείται, προβλέπει να προετοιμάζονται οι μαθητές εντός του σχολείου για τις πανελλαδικές εξετάσεις, με λιγότερα μαθήματα και περισσότερη ενασχόληση με αυτά. Υπάρχουν αντιρρήσεις σε αυτό, με το σκεπτικό ότι οδηγεί σε «φροντιστηριοποίηση» της τρίτης λυκείου. Εφόσον, όμως, διατηρούνται ως θεσμός οι σημερινές πανελλαδικές εξετάσεις, και εφόσον στόχος είναι να μη χρειάζονται το φροντιστήριο, αναρωτιέται κανείς, πού να προετοιμάζονται οι μαθητές για αυτές, αν όχι στο σχολείο; Από την άλλη, πόσο σοβαρή προετοιμασία μπορεί να γίνει σε τμήματα προσανατολισμού των 20 μαθητών, όταν στα φροντιστήρια οι τάξεις αποτελούνται, για παράδειγμα, ακόμα και από πέντε μαθητές; Δεν είναι απαραίτητη η πρόβλεψη για πολύ μικρότερο αριθμό μαθητών στα τμήματα; Και αυτό, δεν είναι το μόνο ζήτημα.

Πανελλαδικές εξετάσεις, χωρίς ανταγωνισμό;

Ακούγοντας κανείς για ελεύθερη πρόσβαση στα πανεπιστήμια, σκέφτεται μια διαδικασία χωρίς κανένα εμπόδιο: αυτό σημαίνει «ελεύθερη πρόσβαση» οπουδήποτε -και στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Αυτό που φέρνει το νέο σχέδιο είναι περισσότερο μια διευκόλυνση πρόσβασης σε συγκεκριμένα μόνο τμήματα -χαμηλής ζήτησης- υπό όρους.

Προφανώς, αν πρόκειται να αρχίσει να «μετρά» το απολυτήριο τα επόμενα χρόνια, μαζί με τις πανελλαδικές, στην εισαγωγή στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, πιθανά θα σκεφτεί κανείς ότι πρέπει να διασφαλιστεί και το αδιάβλητο των απολυτήριων εξετάσεων. Αλλά μέχρι πού θα φτάσει όλο αυτό; Αδιάβλητες πανελλαδικές, αδιάβλητες απολυτήριες εξετάσεις: κυνηγώντας το αδιάβλητο -εφόσον οι βαθμοί στις εξετάσεις είναι τόσο καθοριστικοί για την εισαγωγή στα πανεπιστήμια- τα θέματα τυποποιούνται. Μαζί τους, αναγκαστικά τυποποιείται η μορφωτική διαδικασία. Τυποποιείται το σχολείο. Από την πρώτη λυκείου αρχίζει ουσιαστικά η διαδικασία και συνεχίζεται επί τρία χρόνια: τα χαμένα χρόνια της νεότητας. Η εμβάθυνση και η κριτική σκέψη θεωρητικά τίθενται ως στόχος των «εκπαιδευτικών μεταρρυθμίσεων» εδώ και δεκαετίες, αλλά είναι αδύνατο να συμβεί αυτό χωρίς αλλαγή στη στόχευση του σχολείου και χωρίς δραστική μείωση της ύλης. Η κοινή λογική λέει ότι εμβάθυνση, συζήτηση, ανταλλαγή επιχειρημάτων και απόψεων γίνεται μόνο όταν υπάρχει χρόνος -αλλά πώς θα υπάρξει χρόνος όταν οι τάξεις «τρέχουν να βγάλουν την ύλη» των εξετάσεων; Κι όμως, πολλοί εκπαιδευτικοί λένε ότι τα παιδιά ενδιαφέρονται πολύ περισσότερο όταν στην τάξη γίνεται συζήτηση με αφορμή κάποιο ερέθισμα και ο καθένας συνεισφέρει με τη δική του σκέψη αλληλεπιδρώντας με τους άλλους. Αυτό δεν είναι το νόημα μιας ουσιαστικής εκπαιδευτικής διαδικασίας; Εκπαιδευτικός και μαθητές, μαζί, χωρίς εξουσιαστικές λογικές, με άξονα τη συγκροτημένη γνώση που τους δίνεται, να αλληλεπιδρούν, σε μια διαδικασία που βάζει τα «μυαλά» των μαθητών σε κίνηση; Μπορούν όλα αυτά να συμβούν σε ένα περιβάλλον που ταυτόχρονα ωθεί στον ανταγωνισμό ενόψει των τελικών εξετάσεων;

Τι άλλο θα μπορούσε να γίνει με τις πανελλαδικές εξετάσεις; Εφόσον διατηρούνται ως θεσμός, θα μπορούσε να εισάγεται στο πανεπιστήμιο ένας μαθητής με μια γενικά καλή απόδοση σε αυτές, χωρίς τη λογική του ανταγωνισμού μεταξύ υποψήφιων που παρακολουθούν καρδιοχτυπώντας το ανεβοκατέβασμα βάσεων σε «πανελλήνια τηλεοπτική μετάδοση».

Πολλά λέγονται για την ανάγκη για ένα νέο «σοβαρό απολυτήριο». Πώς αποκτά, όμως, σοβαρότητα ένα απολυτήριο; Με συνεχείς εξετάσεις, ή με ένα πρόγραμμα σπουδών που θα κάνει τους μαθητές να θέλουν να βρίσκονται στο σχολείο; «Θέλουμε να μαθαίνουμε στους μαθητές πώς να μαθαίνουν, όχι πώς να δίνουν τεστ», λένε εκπαιδευτικοί στη Φινλανδία, μια χώρα που συζητείται πολύ για το εκπαιδευτικό της σύστημα.

Στην Ελλάδα, «σήμερα, μόνο το 30% των υποψηφίων σπουδάζει αυτό που θα ήθελε», λέει το υπουργείο. Πράγματι, αυτό είναι το πρόβλημα: ότι οι νέοι δε σπουδάζουν αυτό που θέλουν -αλλά πόσο βοηθούνται να βρουν αυτό που θέλουν και να φτάσουν σε αυτό; Το ζήτημα δεν είναι μόνο «ελληνικό». Στις περισσότερες χώρες, στο τέλος «όλα κρίνονται από ένα τεστ», του σχολείου, ή της πανεπιστημιακής σχολής, ή και των δύο, που κρίνει «ποιος μπαίνει πού». Η διαφορά στην Ελλάδα είναι η ύπαρξη των φροντιστηρίων: εκεί είναι το κρίσιμο σημείο, στην ασύλληπτη δαπάνη και επιβάρυνση των οικογενειών για να δώσει το παιδί τους εξετάσεις, αλλά, κυρίως, στην απάνθρωπη επιβάρυνση των ίδιων των παιδιών με «μάθημα το πρωί, μάθημα το βράδυ».

Ενδεχόμενη αύξηση της ύλης προκαλεί ήδη σκέψεις ότι θα επιβαρυνθούν κι άλλο οι μαθητές -και ότι όχι μόνο δε θα καταστούν περιττά τα φροντιστήρια, αλλά καθόλου δεν αποκλείεται γονείς και μαθητές να βρεθούν μπροστά σε αυξήσεις ωρών και στα φροντιστήρια, με επιχείρημα την αύξηση της σχολικής ύλης.

Ο όγκος της ύλης και το αναλυτικό πρόγραμμα σπουδών είναι κεντρικό ζήτημα σε οποιαδήποτε συζήτηση κάνει κάποιος με εκπαιδευτικούς. Έχει λογική να υπάρχει -τυχαίο παράδειγμα- βιβλίο ιστορίας με 200 «δύσκολες», πυκνογραμμένες σελίδες, από το οποίο να «είναι στην ύλη» οι 100 σελίδες, δηλαδή να είναι υποχρεωμένος ο καθηγητής να τελειώσει αυτή την ύλη και μετά να ασχοληθεί με ό, τι «περισσεύει» -κάτι όχι πολύ πιθανό; Γιατί, δηλαδή, να μην έχει το βιβλίο 40 σελίδες, που πρέπει να διδαχτούν όλες, και να διδαχτούν καλά επειδή έχουν όλες σημασία; Πώς αλλιώς θα υπάρχει χρόνος για επεξεργασία των στοιχείων, για σκέψη και συζήτηση; Οι εκπαιδευτικοί το λένε, «όταν δώσεις στα παιδιά ερέθισμα ή τους ζητήσεις να μιλήσουν για κάτι, ανταποκρίνονται σε θέματα που καταλαβαίνουν ότι είναι σημαντικά, όχι σε πράγματα που δεν παρουσιάζουν ενδιαφέρον».

Ελεύθερη πρόσβαση

Αλλά το μεγάλο ερώτημα για την κοινωνία ως σύνολο, είναι αν μπορεί ένα ολόκληρο εκπαιδευτικό σύστημα να καθορίζεται από τις εξετάσεις -κάθε τύπου, με τη μορφωτική διαδικασία να «στριμώχνεται» γύρω από βαθμούς και ανταγωνισμούς. Ή ο μαθητής έχει ανάγκη από ένα σχολείο που θα τον βοηθά να βρει τον δρόμο του; Με γενική παιδεία. Με πολλές ώρες αφιερωμένες στη λογοτεχνία. Με μαθηματικά -επειδή είναι «μέσα» στη ζωή- που θα παρουσιάζονται, όμως, απλά, με πολύ-πολύ λιγότερη ύλη, όχι επιπέδου πανεπιστημίου όπως σήμερα, για να φτάνουν οι μαθητές να τα «ξορκίζουν». Με φιλοσοφία, επειδή γεννά ερωτήματα και συζήτηση. Με ιστορία μέχρι το τέλος του σχολείου, επειδή χωρίς τη γνώση της δε διαμορφώνεται συνείδηση. Με κοινωνιολογία, επειδή χωρίς τη γνώση της κοινωνίας ως συνόλου δε μπορεί κανείς να γνωρίσει τον εαυτό του. Ακόμα και με λατινικά, όχι στείρα για να αποστηθίζονται, αλλά για φέρνουν σε επαφή με την «ψυχή» της γλώσσας. Αλλά όλα αυτά, απλά, εύληπτα, με σύγχρονο και ενδιαφέροντα τρόπο δοσμένα.

Και μετά, πώς θα ανακαλύψει ένα παιδί ότι θα ήθελε να γίνει μουσικός, αν δεν έρθει σε επαφή με ένα βιολί ή ένα σαξόφωνο; Πώς θα καταλάβει ότι θέλει να ασχοληθεί με τη γλυπτική, αν δεν πιάσει στα χέρια του πηλό; Πώς θα μάθει ότι του αρέσει να ζωγραφίζει, αν δε μπει σε μια αίθουσα με καβαλέτα και χρώματα κι αν δε μάθει για την ιστορία της τέχνης; Για να «συναντηθεί» με όλα αυτά ο κάθε μαθητής, χρειάζεται στο σχολείο του πολλές ώρες για τέχνες, σε κατάλληλες αίθουσες, με χώρους και εξοπλισμό για μουσική, ζωγραφική, κινηματογράφο, θέατρο, χορό. Με πολύ περισσότερες ώρες γυμναστικής σε σύγχρονες εγκαταστάσεις. Με κολυμβητήρια. Με περισσότερες ώρες για ξένες γλώσσες, για να μη χρειάζονται φροντιστήρια. Με ενισχυτική διδασκαλία, για να προχωρούν και οι μαθητές που έχουν μεγαλύτερη δυσκολία. Με μικρές τάξεις, 15 ως 20 μαθητών -για όσους συχνά μιλούν για παιδιά που «δεν τραβάνε» στο σχολείο, έρευνα που έχει γίνει στις Ηνωμένες Πολιτείες έχει δείξει ότι μια μείωση επτά μαθητών στην τάξη, από 22 σε 15, αύξησε την απόδοση των μαθητών τόσο, σαν να είχαν κάνει επιπρόσθετο μάθημα επί τρεις μήνες, σχολικού επιπέδου τεσσάρων χρόνων αργότερα, ενώ όταν το μέτρο αρχίσει να εφαρμόζεται από τις μικρές τάξεις, το όφελος μεγεθύνεται ακόμα περισσότερο για μαθητές που προέρχονται από λιγότερο προνομιούχα οικογενειακά περιβάλλοντα.

Με διπλασιασμό τάξεων και σχολείων, με ενισχυτικά μαθήματα μετά το τέλος του κανονικού ωραρίου, με ουσιαστική παροχή ειδικής αγωγής, και έγκαιρη συνταξιοδότηση των εκπαιδευτικών για να «μη γερνάνε μέσα στην τάξη», αντιμετωπίζεται το ζήτημα της μείωσης ωρών διδασκαλίας σε μαθήματα που «κυριαρχούν» σήμερα και των οποίων η μείωση γεννά φόβο σε εκπαιδευτικούς για το επαγγελματικό τους μέλλον. Και «ανοίγει ο δρόμος» σε αναπληρωτές με εμπειρία ή νέους αδιόριστους, και στους καθηγητές των φροντιστηρίων, να μπουν σε ένα σταθερό σχολικό περιβάλλον με τα εφόδια που χρειάζονται για να κάνουν τη δουλειά τους.

Σε ένα σχολικό περιβάλλον που, φροντίζοντας την ανάπτυξη κάθε μίας ξεχωριστής προσωπικότητας, προκρίνει την ισότητα έναντι της αριστείας, και εντοπίζει τα ιδιαίτερα ταλέντα και κλίσεις του καθένα, για να τον βοηθήσει να βρει τον δρόμο του, με βάση τις ανάγκες του ατόμου και της κοινωνίας, και όχι της αγοράς. Και τι θα γίνεται στο τέλος του σχολείου; «Μπορεί όλοι να συνωστίζονται στις ίδιες καλές σχολές αν υπάρχει ελεύθερη πρόσβαση», είναι μια σκέψη που διατυπώνεται συχνά. Καταρχάς, ποιος ξέρει αν θα επέλεγαν όλοι το ίδιο αν είχαν ήδη διανύσει ο καθένας την προσωπική του διαδρομή μέσα σε ένα σχολείο αληθινά γενικής παιδείας, ανακαλύπτοντας τι είναι αυτό που πραγματικά του αρέσει και μπορεί να κάνει καλύτερα. Και, ακόμα, τι κάνει τους μαθητές να συνωστίζονται στις λεγόμενες «καλές σχολές»; Είναι το κύρος του επαγγέλματος, λέγεται συχνά. Αλλά τι δίνει κύρος σε ένα επάγγελμα; Μήπως το γεγονός ότι με τα πτυχία των «καλών σχολών» οι απόφοιτοι προσδοκούν ότι θα έχουν μια καλύτερη επαγγελματική αποκατάσταση, καλύτερες εργασιακές συνθήκες, αξιοπρεπείς συλλογικές συμβάσεις, σε κλάδους με επαγγελματικά δικαιώματα; Στην ουσία, δηλαδή, η ύπαρξη με αξιοπρέπεια του ατόμου εντός της κοινωνίας -αυτό δεν είναι που ζητάνε όλοι οι άνθρωποι;

Και αν στο τέλος της σχολικής διαδρομής γυμνασίου και λυκείου -την οποία θα έχουν διανύσει όλοι- βρίσκεται μια τρίτη λυκείου προπαρασκευαστική για τη συνέχεια; Μετά από μια πεντάχρονη διαδρομή στη διάρκεια της οποίας οι εκπαιδευτικοί θα παρατηρούν και θα αξιολογούν τον μαθητή, χωρίς βαθμούς, χωρίς διακρίσεις, χωρίς αριστεία και βραβεία; Με μια πολιτεία που, αφού στα πέντε χρόνια τα οποία προηγήθηκαν έχει ανιχνεύσει τις κλίσεις του καθένα, θα έρχεται και θα λέει στον μαθητή με μια γενικά καλή σχολική απόδοση ότι εφόσον επιλέξει, για παράδειγμα, να κατευθυνθεί, χωρίς εξετάσεις, στη δημόσια δωρεάν ιατρική σχολή, θα έχει μπροστά του απαιτητικό διάβασμα πολλών χρόνων, και, βγαίνοντας από αυτή γιατρός, θα δουλέψει με συγκεκριμένο μισθό, σε ένα δημόσιο νοσοκομείο, με βάρδιες και εφημερίες. Ενώ σε έναν μαθητή που έχει δείξει κλίση στη χειρωνακτική δημιουργική δραστηριότητα, θα εξηγεί ότι μπορεί να εισαχθεί αυτόματα σε ένα δημόσιο δωρεάν τριετές μεταλυκειακό πρόγραμμα για να γίνει ξυλουργός, για παράδειγμα, και, ότι βγαίνοντας από αυτή τη σχολή, θα δουλέψει με συγκεκριμένο ωράριο και συγκεκριμένο μισθό σε συνεργασία με αρχιτέκτονες για τον σχεδιασμό και την κατασκευή κοινωνικών κατοικιών.

Τα παραδείγματα είναι ενδεικτικά. Το νόημα είναι ότι γνωρίζοντας τι έχει μπροστά του σε επίπεδο σπουδών, διαβάσματος και απαιτήσεων, με διασφαλισμένη εργασία και αξιοπρεπή μισθό για τη συνέχεια της ζωής του, ο μαθητής θα μπορεί να επιλέγει σε συνεργασία με την πολιτεία, τι θέλει και τι του ταιριάζει να κάνει. Με δυνατότητες νέων επιλογών και στη μετέπειτα ζωή του. Αυτό δεν είναι στην πραγματικότητα, η ελεύθερη πρόσβαση; Αυτό δεν είναι μια σχολική ζωή χωρίς μόνιμο άγχος και στρες για τους βαθμούς, τις εξετάσεις, και, κυρίως, για το αβέβαιο μέλλον μπροστά;

«Ωραία είναι όλα αυτά, αλλά κοστίζουν», θα πουν σίγουρα πολλοί. Έτσι ακριβώς είναι. Μιλώντας κανείς με εκπαιδευτικούς, γονείς και μαθητές, διαπιστώνει ότι η συζήτηση καταλήγει στο ίδιο συμπέρασμα: ένα καλό εκπαιδευτικό σύστημα χρειάζεται χρήματα. Δε μπορεί να γίνει ουσιαστική αλλαγή χωρίς αυτά. Μείωση των μαθητών ανά τάξη, αύξηση των σχολικών κτιρίων, δημιουργία υποδομών, προσλήψεις εκπαιδευτικών, όλα αυτά απαιτούν πολλά χρήματα. Κι αν, «όλα αυτά κοστίζουν», ας αναρωτηθεί σοβαρά η κοινωνία πού θέλει να κατευθύνεται ο πλούτος τον οποίο παράγει. Αλλά πριν από αυτό, ας αναρωτηθεί κάτι άλλο -ας σκεφτεί τι είδους παιδιά θέλει: καταρτισμένα, ανταγωνιστικά, ψυχικά επιβαρυμένα και ανασφαλή; Ή μορφωμένα, αλληλέγγυα, ψυχικά ήρεμα, με αυτοπεποίθηση; Ας αναρωτηθεί η κοινωνία αν θέλει -αλλά αν πραγματικά θέλει- ευτυχισμένα τα παιδιά της, και αν θέλει αυτό να ισχύει για όλα τα παιδιά. Και αν αποφασίσει πως αυτό είναι που θέλει, θα έρθουν φυσικά οι απαντήσεις για το «πώς» θα το κερδίσει.

 

www.ert.gr

Open post

Μετά τα «κίτρινα γιλέκα» τα «άσπρα σκουφιά»

Μετά τα «κίτρινα γιλέκα» τα «άσπρα σκουφιά»

του Νάσου Μπράτσου

Δεν ανακαλύψαμε κάποιο νέο κίνημα, ούτε βέβαια ανακαλύψαμε την Αμερική. Απλά ένα περιστατικό επαναλαμβανόμενο κάποιες πολύ πρωινές ώρες, που έτυχε να πέσει στην αντίληψή μας αρκετές φορές, μας έδωσε το κίνητρο της καταγραφής.

Πρόκειται για την έμπρακτη στήριξη από εργαζόμενο αρτοποιείου, σε άστεγο, με την παροχή σε αυτόν κάποιων εκ των παραγομένων προϊόντων του αρτοποιείου. Δηλαδή για την έκφραση αλληλεγγύης από τον φέροντα «άσπρο σκούφο» σε πολίτη που βιώνει σκληρές καταστάσεις.

Δεν έχει σημασία ούτε η περιοχή, ούτε ο φούρνος, όχι μόνο γιατί οι πρωταγωνιστές δεν ζήτησαν και δεν έχουν ανάγκη τη δημοσιότητα «επί του προσωπικού», αλλά γιατί έχω τη βαθύτατη πεποίθηση ότι δεν ήταν ένα τυχαίο και μεμονωμένο γεγονός, αλλά ένα από τα πολλά που συμβαίνουν καθημερινά γύρω μας.

Φυσικά και προβλήματα όπως η έλλειψη στέγης, η ακραία φτώχεια, και άλλα που έχουν εμφανιστεί ή καλύτερα έχουν διογκωθεί στα χρόνια της κρίσης, δεν λύνονται και ακόμα περισσότερο δεν προλαμβάνονται με ατομικές πράξεις αλληλεγγύης, ή μόνο με συλλογικές αντίστοιχες κινήσεις, αφού η ρίζα τους είναι σύνθετη και απαιτεί διαφορετικές πολιτικές σε μακροχρόνια βάση.

Δηλαδή πολιτικές στέγασης, δημιουργίας θέσεων εργασίας, πλήρους ιατροφαρμακευτικής κάλυψης, ασφάλισης, μέριμνας για την τρίτη ηλικία, κλπ. Αυτό όμως δεν εμποδίζει στο να καταγράφονται και να αναδεικνύονται οι καλές ανθρώπινες στιγμές, που υπάρχουν δίπλα μας.

Οι «αφανείς» που δεν «στριμώχνονται» στην τεχνητή και εφήμερη δημοσιότητα των social media, δείχνουν για άλλη μία φορά, ότι υπάρχει σφυγμός στην κoινωνία.

Φωτο αρχείου: ΑΠΕ-ΜΠΕ/Μαργαρίτα Κιάου

www.ert.gr

Posts navigation

1 2 3 4 14 15 16
Scroll to top