Open post

Πέπλο σιωπής;

Πέπλο σιωπής;

της Μάχης Μαργαρίτη

Πριν από λίγες μέρες, σε δικαστήριο του Λονδίνου εξετάστηκε μια έφεση: δημοσιογράφου της ιταλικής εφημερίδας Λα Ρεπούμπλικα, με αίτημα να αποκτήσει πλήρη πρόσβαση σε όλα τα έγγραφα που αφορούν την υπόθεση του Τζούλιαν Ασάνζ. Την ίδια στιγμή, ο συνιδρυτής των wikileaks παραμένει έγκλειστος στις φυλακές υψίστης ασφαλείας Μπελμάρς, περιμένοντας τη δίκη που θα κρίνει αν θα εκδοθεί στις Ηνωμένες Πολιτείες. Ο ΟΗΕ έχει εκφράσει πολλές φορές την ανησυχία και τις αντιρρήσεις του για την πορεία των πραγμάτων. Και γεννιέται το ερώτημα: αν αυτή είναι η εξέλιξη στην υπόθεση ενός από τους πιο προβεβλημένους «εκδότες-μάρτυρες δημόσιους συμφέροντος» στον κόσμο, τι είδους κατάσταση διαμορφώνεται πλέον;

«Από το 2015, οι βρετανικές αρχές μάς αρνούνται την πρόσβαση σε όλα τα έγγραφα για την υπόθεση Ασάνζ», έγραψε πρόσφατα στη Ρεπούμπλικα η δημοσιογράφος Στεφανία Μαουρίτσι. Η εφημερίδα έχει καταφέρει -μετά από αγωγή- να αποκτήσει πρόσβαση μόλις σε 519 από τις χιλιάδες σελίδες που περιλαμβάνει ο φάκελος. Η προσπάθεια της δημοσιογράφου για πλήρη πρόσβαση γίνεται με βάση τη βρετανική νομοθεσία για την Ελευθερία του Τύπου. Τι θέλει να ερευνήσει; Όλη την επικοινωνία μεταξύ των κυβερνήσεων Ηνωμένων Πολιτειών και Βρετανίας από το 2010 ως το 2015, γύρω από το ενδεχόμενο της έκδοσης του Ασάνζ. Το 2017 είχε απορριφθεί ανάλογο αίτημα για την επικοινωνία Σουηδίας-Βρετανίας, με το δικαστήριο να λέει ότι παρότι η διαδικασία έκδοσης κατέρρευσε, το συμφέρον των βρετανικών αρχών να προστατεύσουν την εμπιστευτικότητά της υπερέχει του δημόσιου συμφέροντος να γνωρίζει.

Να γνωρίζει το κοινό; Ή «καλό είναι να μην τα γνωρίζει όλα»; Πόσα και ποια; Να καλείται να κρίνει έχοντας μπροστά του όλες τις πληροφορίες, ή να «προστατεύεται επειδή δε μπορεί να τις διαχειριστεί»; Ποιος είναι ο πυλωρός -αυτός, δηλαδή, που «κρατά τη θύρα» ανοιχτή ή κλειστή; Είναι οι κυβερνήσεις; Είναι τα δικαστήρια; Είναι οι δημοσιογράφοι;

Ένα άρθρο γνώμης

Ο Νιλς Μέλτζερ είναι ο ειδικός εισηγητής των Ηνωμένων Εθνών για τα βασανιστήρια. Έχει τον υψηλότερο θεσμικό ρόλο στο ζήτημα, στον πιο γνωστό και αποδεκτό διεθνή οργανισμό. Στις 26 Ιουνίου, Παγκόσμια Μέρα Υποστήριξης των Θυμάτων Βασανιστηρίων, έγραψε ένα άρθρο γνώμης με τίτλο «Αποκαλύπτοντας τον Βασανισμό του Τζούλιαν Ασάνζ». Θέλησε με αυτό τον τρόπο να γνωστοποιήσει την άποψή του για την υπόθεση. Αφού απευθύνθηκε σε μέσα ενημέρωσης του αγγλοσαξονικού κόσμου, τελικά δημοσίευσε το άρθρο στη διαδικτυακή πλατφόρμα-μπλογκ medium.

«Ξέρω, ίσως νομίσετε ότι έχω παραπλανηθεί. Πώς γίνεται ποτέ η ζωή σε μια Πρεσβεία με μια γάτα και ένα σκέιτμπορντ να ισοδυναμεί με βασανιστήριο; Το ίδιο ακριβώς σκεφτόμουν κι εγώ, όταν ο Ασάνζ κατέθεσε πρώτη φορά αίτημα στο γραφείο μου για προστασία. Όπως το μεγαλύτερο μέρος του κοινού, είχα και εγώ υποσυνείδητα δηλητηριαστεί από την ανελέητη εκστρατεία σπίλωσης που εξαπολυόταν στη διάρκεια των χρόνων. Οπότε χρειάστηκε ένα δεύτερο χτύπημα στην πόρτα μου για να κερδίσει τη διστακτική προσοχή μου. Αλλά από τη στιγμή που ερεύνησα τα δεδομένα της υπόθεσής του, αυτά που ανακάλυψα με γέμισαν αποτροπιασμό και αμφιβολία.»  Έτσι ξεκινά το άρθρο του ειδικού εισηγητή του ΟΗΕ.

Στη συνέχεια, παραθέτει και αναλύει μία προς μία τις κατηγορίες εναντίον του Ασάνζ: από την κατηγορία για βιασμό και την κατηγορία ότι είναι χάκερ, μέχρι την κατηγορία ότι είναι ρώσος κατάσκοπος, ότι έχει αναμιχθεί στις εκλογές στις Ηνωμένες Πολιτείες, ότι από αμέλεια προκάλεσε θανάτους ανθρώπων, και ότι είναι ένας εγωπαθής ναρκισσιστής.

«Στο τέλος, αντιλήφθηκα ότι είχα τυφλωθεί από την προπαγάνδα, και ότι ο Ασάνζ είχε συστηματικά συκοφαντηθεί για να εκτραπεί η προσοχή από τα εγκλήματα που αποκάλυψε. Από τη στιγμή που απο-ανθρωποποιήθηκε μέσω της απομόνωσης, του ευτελισμού και της ατίμωσης, όπως οι μάγισσες που καίγαμε στην πυρά, ήταν εύκολο να του αποστερηθούν τα πιο βασικά δικαιώματά του χωρίς να προκληθεί δημόσια κατακραυγή παγκοσμίως. Και επιπλέον, ένα νομικό προηγούμενο κατασκευάζεται, μέσα από την πίσω πόρτα της δικής μας ανοχής, που στο μέλλον μπορεί και θα εφαρμοστεί εξίσου καλά σε αποκαλύψεις από τον Guardian, τους New York Times και το ABC.»

Ο Νιλς Μέλτζερ είχε μιλήσει για ψυχικό βασανισμό του Ασάνζ και στο τέλος Μαΐου, όταν τον είχε επισκεφθεί στη φυλακή, μαζί  με δύο ειδικούς που επί δεκαετίες εξετάζουν θύματα βασανισμού. Στις 31 Μαΐου δημοσιοποίησε το πόρισμά του. «Τα στοιχεία είναι συντριπτικά και ξεκάθαρα. Ο κ. Ασάνζ έχει εσκεμμένα εκτεθεί, για μια περίοδο πολλών χρόνων, σε προοδευτικά σοβαρές μορφές βάναυσης, απάνθρωπης ή υποτιμητικής μεταχείρισης ή τιμωρίας, των οποίων οι αθροιστικές συνέπειες μπορούν να περιγραφούν μόνο ως ψυχολογικός βασανισμός». Αυτή η έκθεση δημοσιεύτηκε στα μέσα ενημέρωσης. «Για να είμαι δίκαιος, δεν αγνόησαν τα αρχικά ευρήματά μου στις 31 Μαΐου».

Γιατί τότε δε δημοσιεύτηκε το άρθρο γνώμης του στις 26 Ιουνίου; Θα μπορούσε, ίσως, κάποιος να πει ότι αναφερόταν σε νομικά ζητήματα που δεν έχουν ακόμα ξεκαθαριστεί, όπως οι σεξουαλικές κατηγορίες εναντίον του Ασάνζ. Όμως, δε δημοσιεύτηκαν ούτε αποσπάσματα του άρθρου. Η ερώτηση τού έγινε αργότερα και στη διάρκεια συνέντευξής του στο ρωσικό δίκτυο RT. «Ο Τύπος, νομίζω, ενδιαφερόταν για τα ευρήματά μου όσο απλώς ασκούσα κριτική στις κυβερνήσεις. Προφανώς στην περίπτωση του Τζούλιαν Ασάνζ τα συστημικά μέσα ενημέρωσης έχουν παίξει πολύ μεγάλο ρόλο στη δημόσια καμπάνια επίθεσης που τον έχει διαβάλλει για σχεδόν μια δεκαετία. Προφανώς, όταν το άρθρο μου μιλά για την ευθύνη των μέσων ενημέρωσης και για το ότι είναι μέρος αυτού που θα περιέγραφα ως ‘κυνήγι μαγισσών’, πιθανά γι΄αυτό είναι απρόθυμα να το δημοσιεύσουν.»

Ο ρόλος κυβερνήσεων

Ο Ασάνζ παρέμεινε επί σχεδόν επτά χρόνια σε ένα δωμάτιο στην πρεσβεία του Ισημερινού στο Λονδίνο, όπου είχε καταφύγει ζητώντας άσυλο, φοβούμενος ότι αν εκδοθεί στη Σουηδία για κατηγορίες βιασμού που αντιμετώπιζε εκεί, θα εκδιδόταν στις Ηνωμένες Πολιτείες. Και εκεί, φοβόταν ότι θα του ασκούνταν -όπως τελικά συνέβη αμέσως μετά τη σύλληψή του τον Απρίλιο- κατηγορίες για τα χιλιάδες έγγραφα που δημοσιοποίησε με απόρρητες πληροφορίες, μεταξύ άλλων, από τους αμερικανικούς πολέμους στο Ιράκ και το Αφγανιστάν.

«Στα 20 χρόνια δουλειάς με θύματα πολέμου, βίας και πολιτικών διώξεων, δεν έχω δει ποτέ μια ομάδα δημοκρατικών Κρατών να συστήνουν συμμαχία για να απομονώσουν, δαιμονοποιήσουν και κακοποιήσουν εσκεμμένα ένα μεμονωμένο άτομο για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα και με τόσο λίγο ενδιαφέρον για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και τον νόμο. Η συλλογική καταδίωξη του Τζούλιαν Ασάνζ πρέπει να τελειώσει εδώ και τώρα», έγραφε ο Μέλτζερ μετά την επίσκεψή του στις φυλακές.

Οι παρατηρήσεις εκείνες προκάλεσαν την αντίδραση του βρετανού υπουργού Εξωτερικών Χαντ, που έγραψε στο τουίτερ, «ο Ειδικός Εισηγητής του ΟΗΕ θα έπρεπε να αφήσει τα Βρετανικά δικαστήρια να κρίνουν χωρίς την ανάμιξή του ή τους εμπρηστικούς ισχυρισμούς του». Η απάντηση του Νιλς Μέλτζερ είναι ότι είχε ζητήσει την άδεια του βρετανού υπουργού για να επισκεφθεί τον Ασάνζ για να εκτιμήσει το ενδεχόμενο βασανισμού, «οπότε ήξερε ακριβώς τι πηγαίνω να κάνω. Και προφανώς, όταν δεν τους άρεσε το αποτέλεσμα των ερευνών μου, τώρα ξαφνικά, αυτό αποκαλείται ‘ανάμιξη στη νομική διαδικασία’». Ο εισηγητής των Ηνωμένων Εθνών μίλησε στο RT και για τη γενική εικόνα. «Οι Σουηδοί τώρα αποφάσισαν ότι δε χρειάζονται την έκδοσή του -τώρα, δέκα χρόνια μετά- και ότι μπορούν να τον ανακρίνουν εξίσου καλά στο Λονδίνο -κάτι που ο Ασάνζ έχει προσφερθεί να γίνει εδώ και δέκα χρόνια. Και οι Ηνωμένες Πολιτείες προφανώς περιμένουν, και έχουν δημοσιοποιήσει το δικό τους κατηγορητήριο με 18 κατηγορίες -και είναι πολύ σημαντικό ότι 17 από αυτές τις 18 κατηγορίες έχουν να κάνουν με αυτό που κάνουν ερευνητές δημοσιογράφοι στον κόσμο κάθε μέρα, να αποκτούν και να δημοσιοποιούν πληροφορίες.»

Η «ελευθερία του Τύπου»

Τη μέρα που στις Ηνωμένες Πολιτείες ανακοινώθηκε το κατηγορητήριο εναντίον του Ασάνζ, ο επικεφαλής της Αμερικανικής Ένωσης για τις Πολιτικές Ελευθερίες Μπεν Γουίζνερ έγραφε, «εγκαθιδρύει ένα επικίνδυνο προηγούμενο που μπορεί να χρησιμοποιηθεί  για να στοχοποιήσει όλους τους ειδησεογραφικούς οργανισμούς οι οποίοι βάζουν την κυβέρνηση να λογοδοτήσει δημοσιοποιώντας τα μυστικά της. Και είναι εξίσου επικίνδυνο για Αμερικανούς δημοσιογράφους που αποκαλύπτουν τα μυστικά άλλων εθνών. Αν οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορούν να διώξουν ποινικά έναν ξένο εκδότη για παραβίαση των δικών μας νόμων περί απόρρητου, δεν υπάρχει τίποτα που θα εμποδίσει την Κίνα ή τη Ρωσία να κάνουν το ίδιο».

Και ένας άλλος «μάρτυρας δημόσιου συμφέροντος», ο Έντουαρντ Σνόουντεν ο οποίος έχει διαφύγει από τις Ηνωμένες Πολιτείες, έγραφε στο τουίτερ, «Δεν πρόκειται πια για τον Τζούλιαν Ασάνζ: Αυτή η υπόθεση θα καθορίσει το μέλλον των μέσων ενημέρωσης».

Λίγες μόλις μέρες μετά, προκαλούσε θύελλα αντιδράσεων η έφοδος της αυστραλιανής αστυνομίας στην έδρα της δημόσιας ραδιοτηλεόρασης της χώρας στο Σίδνεϊ. Αξιωματούχοι έφτασαν στο ABC με εντάλματα έρευνας. Δημοσιογράφος του δικτύου που μετέδιδε ζωντανά μέσω τουίτερ την έφοδο είπε ότι η αστυνομία έψαξε ένα-ένα  πάνω από 9.000 έγγραφα στα συστήματα του δικτύου, μεταξύ των οποίων «χιλιάδες εσωτερικά μέιλ», σύμφωνα με το βρετανικό δίκτυο BBC. Η αστυνομία, κατά το ABC, έψαχνε, μεταξύ άλλων, δακτυλικά αποτυπώματα ενός ερευνητή δημοσιογράφου για να αποδειχθεί αν είχε παράνομα αποκτήσει υποκλαπέν υλικό και στρατιωτικές πληροφορίες. Σύμφωνα με το δίκτυο, η έρευνα σχετιζόταν με ερευνητική σειρά του 2017 για τη δράση των Αυστραλιανών δυνάμεων στο Αφγανιστάν, με βάση «εκατοντάδες σελίδες μυστικών αμυντικών εγγράφων τα οποία διέρρευσαν στο ABC». Την αμέσως επόμενη μέρα, έφοδος γινόταν και στο σπίτι και το ηλεκτρονικό υλικό δημοσιογράφου για ρεπορτάζ του 2018 σε σχέση με κυβερνητικό σχέδιο για παρακολούθηση των αυστραλών πολιτών. Και ταυτόχρονα, δημοσιογράφος ραδιοφωνικού σταθμού έλεγε ότι ερευνάται για πληροφορίες του για βάρκες που μετέφεραν αιτούντες άσυλο προς την Αυστραλία. «Ποτέ δεν έχω δει τέτοια βάρβαρη επίθεση στα μέσα ενημέρωσης», έγραψε ένας εκδότης, ενώ πολλοί αναρωτούνταν για τη χρονική συγκυρία και για το ποιος είναι ο στόχος: οι δημοσιογράφοι ή οι «μάρτυρες δημόσιου συμφέροντος» -και θα πρόσθετε κάποιος, «ή και οι δύο»;

Λίγες εβδομάδες νωρίτερα, προκαλούσε κατακραυγή, όπως έγραφε το γαλλικό δίκτυο france24, η κλήτευση για ανάκριση οκτώ δημοσιογράφων από τις γαλλικές Υπηρεσίες Πληροφοριών. Ανάμεσά τους, ένας δημοσιογράφος της εφημερίδας Le Monde και ο πρόεδρος του διοικητικού της συμβουλίου, σύμφωνα με το έντυπο. Αιτία, δημοσίευμα για ξυλοδαρμό διαδηλωτή την Πρωτομαγιά του 2018 από άτομο της φρουράς του προέδρου Μακρόν -υπόθεση που πήρε διαστάσεις στη Γαλλία. Ενώ, τρεις δημοσιογράφοι ερευνητικής ιστοσελίδας έπαιρναν κλήση για ανάκριση από τη γαλλική Υπηρεσία Πληροφοριών, για τη διαρροή μιας απόρρητης αναφοράς που αποκάλυπτε τη χρήση γαλλικών όπλων στον πόλεμο της Υεμένης, όπως έγραφε αναφορά της οργάνωσης «Δημοσιογράφοι Χωρίς Σύνορα». «Η οργάνωση θεωρεί ότι οι πληροφορίες είναι δημόσιου συμφέροντος, και ότι η απειλή δίωξης για τη δημοσίευσή τους θα αποτελούσε η ίδια σοβαρή παραβίαση του δικαιώματος του κοινού να είναι ενημερωμένο.» Και η Εθνική Ένωση Δημοσιογράφων ρωτούσε, «θα αρχίσουν οι Υπηρεσίες Πληροφοριών να κλητεύουν όλους τους δημοσιογράφους που αποκαλύπτουν πληροφορίες οι οποίες δεν αρέσουν σε αυτούς που βρίσκονται στην εξουσία;»

«Αν αυτά συμβαίνουν στην Αυστραλία, τη Γαλλία ή τις Ηνωμένες Πολιτείες -που θεωρούν τους εαυτούς τους προπύργια της δημοκρατίας και της ελευθερίας του Τύπου- άλλες κυβερνήσεις θα ενθαρρυνθούν να κάνουν ακόμα χειρότερα, και δημοσιογράφοι σε κάθε γωνιά του κόσμου θα αντιμετωπίζουν τις συνέπειες», προειδοποιούσε το Ίδρυμα για την Ελευθερία του Τύπου.

Επειδή, ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα των διώξεων των δημοσιογράφων, το μήνυμα έχει ήδη σταλεί: «μην ερευνάτε τέτοιου είδους ζητήματα». «Υπάρχουν και χειρότερα από αυτά που συμβαίνουν στους δημοσιογράφους», μπορεί να σκεφτεί κανείς, την ώρα που -για εξηγήσιμους  λόγους- η εμπιστοσύνη του κοινού στα μέσα ενημέρωσης σε όλο τον κόσμο κατρακυλά. Όμως, παντού υπάρχουν και δημοσιογράφοι που ερευνούν και δημοσιεύουν, μακριά από -και κόντρα σε- κυβερνήσεις, υπουργεία Άμυνας, Υπηρεσίες Πληροφοριών και κάθε είδους εξουσία, για όφελος της κοινωνίας, ρισκάροντας, από την «καριέρα», την προαγωγή και τη θέση εργασίας τους, μέχρι την υλική τους επιβίωση, ακόμα και την ίδια τη ζωή τους. Και, εν τέλει, το ζήτημα δεν είναι οι δημοσιογράφοι, αλλά η δημοσίευση. Το δικαίωμα να γνωρίζουν οι κοινωνίες την αλήθεια και να αποφασίζουν οι ίδιες, ωριμάζοντας μέσα από τη γνώση, πώς θα τη διαχειριστούν. Η αποτροπή του ενδεχόμενου να απλωθεί από πάνω τους ένα «πέπλο σιωπής».

Η υπόθεση του Τζούλιαν Ασάνζ, που ζει επί χρόνια από εγκλεισμό σε εγκλεισμό, με πιθανό το ενδεχόμενο ο εγκλεισμός να κρατήσει για πάντα αν εκδοθεί και καταδικαστεί στις Ηνωμένες Πολιτείες, για τη δημοσιοποίηση απόρρητων πληροφοριών, δεν έχει προκαλέσει την κινητοποίηση που ίσως πολλοί θα περίμεναν. Γιατί; Ίσως η διογκούμενη αδιαφορία, συχνά και απέχθεια, για τα μέσα ενημέρωσης -άρα, και τους ανθρώπους τους- μπορεί να «καταπίνει» ακόμα και κάποιον που κινήθηκε με έναν τρόπο ενάντια στο σύστημα. Ή, μπορεί τα όσα έχουν ειπωθεί για τον Ασάνζ, όσο και αν πολλά από αυτά αντικρούονται πλέον ακόμα και από θεσμικούς παράγοντες όπως ένας αξιωματούχος του ΟΗΕ, να έχουν «κάνει τη δουλειά τους». Ή μπορεί από κάποιους να εγείρεται η αντίρρηση ότι δεν πολιτικοποίησε ο ίδιος την υπόθεσή του, κινητοποιώντας έτσι κόσμο.  Ή, ακόμα, να  εγείρεται το ερώτημα, «τι παραπάνω έχει ο Ασάνζ» από άλλους, άγνωστους στο ευρύ κοινό, ανθρώπους που βρίσκονται έγκλειστοι σε φυλακές επειδή πήγαν «κόντρα στο σύστημα».

Ίσως μια απάντηση βρίσκεται στον επίλογο του άρθρου του εμπειρογνώμονα για τα βασανιστήρια Νιλς Μέλτζερ, που έψαχνε κι αυτό τον τρόπο να βγει στο φως. «Ίσως πείτε, γιατί να ξοδέψουμε τόση ενέργεια για τον Ασάνζ, όταν αναρίθμητοι άλλοι βασανίζονται σε ολόκληρο τον κόσμο; Επειδή αυτό δεν έχει να κάνει μόνο με το να προστατεύσουμε τον Ασάνζ, αλλά με το να αποτρέψουμε ένα προηγούμενο που πιθανά θα σφραγίσει τη μοίρα της Δυτικής δημοκρατίας. Εάν μία φορά το να πεις την αλήθεια γίνει έγκλημα, την ώρα που οι ισχυροί απολαμβάνουν ατιμωρησία, θα είναι πολύ αργά να διορθωθεί η πορεία. Θα έχουμε παραδώσει τη φωνή μας στη λογοκρισία και την τύχη μας στην αχαλίνωτη τυραννία.»

 

 

www.ert.gr

Open post

Μουσική

Μουσική

της Μάχης Μαργαρίτη

«Η μουσική είναι ηθικός νόμος. Δίνει ψυχή στο σύμπαν, φτερά στο μυαλό, απογειώνει τη φαντασία», έχει πει ο Πλάτωνας. Και ο Λούις Άρμστρονγκ, πολύ αργότερα, έχει συμπληρώσει -«τι θα ήταν ο κόσμος χωρίς καλή μουσική -ό, τι είδους κι αν είναι;».

Σε κάθε κουλτούρα, ακόμα και στην πιο απομονωμένη φυλή, θεωρείται ότι υπήρξε κάποιας μορφής μουσική. Κανείς δε γνωρίζει πότε και πού πρωτοακούστηκε -μπορεί και να υπάρχει πάντα μαζί με τον άνθρωπο. Αλλά υπάρχει και πριν από αυτόν -από το κελάιδισμα των πουλιών, μέχρι το θρόισμα των φύλλων. Πόσο παλιά μπορεί να είναι τα «πρώτα μουσικά όργανα»; Από ένα φλάουτο 35.000 χρόνων σε μια σπηλιά στη Γερμανία, μέχρι έξι ξύλινους αυλούς, ίσως πάνω από 40.000 χρόνων στην Ιρλανδία, κανείς δε γνωρίζει ακριβώς. Το «πιο γνωστό τραγούδι» θεωρείται ότι είναι 3.400 χρόνων, με προέλευση από τη Συρία. Και η αρχαιότερη γνωστή ολοκληρωμένη μουσική σύνθεση, ο Επιτάφιος του Σείκιλου, της ελληνιστικής περιόδου -«όσο ζεις λάμπε, για λίγο διαρκεί η ζωή». Αλλά, και τι σημασία έχει πότε και πού;

Τι προκαλεί η μουσική στον άνθρωπο; Λέει η επιστήμη, πυροδοτεί την απελευθέρωση ντοπαμίνης στον εγκέφαλο -αυτού, δηλαδή, του νευροδιαβιβαστή που τονώνει το αίσθημα ευτυχίας και ενθουσιασμού. Τι άλλο κάνει; Μειώνει τα επίπεδα κορτιζόλης, της ορμόνης που συνήθως ευθύνεται για αισθήματα στρες και άγχους -μπορεί ακόμα και να μειώσει την ένταση του πόνου σε ασθενείς. «Κατά το 90% του χρόνου» κατά τον οποίο ακούν μουσική η οποία τους ευχαριστεί, οι άνθρωποι έχουν θετικές εμπειρίες, και αυτό δημιουργεί «ήπια θετική διάθεση», λέει στην ιστοσελίδα futurism η Τερέζα Λέσιουκ, καθηγήτρια μουσικοθεραπείας από το πανεπιστήμιο του Μαϊάμι.

Όμως, η μουσική λείπει από τη συλλογική ζωή. Σχολεία, χώροι εργασίας, πώς θα ήταν με μουσική; Αλήθεια είναι ότι δεν υπάρχει «κοινό γούστο», και ο καθένας ευχαριστιέται ακούγοντας τη μουσική που του αρέσει. Μπορεί, όμως, να υπάρξει «κοινό έδαφος» χωρίς καταναγκασμούς -και δε χρειάζεται να είναι «μουσική ασανσέρ». Αν βρεθεί κανείς σε σχολείο όπου τύχει να ακούγεται μουσική στα διαλείμματα, καταλαβαίνει τη διαφορά. Αν περάσει από μια πλατεία και τύχει να παίζουν μουσικοί, καταλαβαίνει τη διαφορά.

Σήμερα, λοιπόν, είναι η Ημέρα της Μουσικής.

Για όλους αυτούς που έχουν συνδέσει τόσες και τόσες στιγμές της ζωής τους με μουσική.

Για όσους «ανατριχιάζουν» ακούγοντας τα αγαπημένα τους τραγούδια. Για αυτούς που τους αρέσει να κάθονται στα γρασίδια ξάστερες νύχτες ακούγοντας σαξόφωνα. Για όσους περιμένουν κάθε πρωτοχρονιά στη συχνότητα της ΕΡΤ τη συναυλία της Φιλαρμονικής της Βιέννης. Για αυτούς που θυμούνται τι τραγούδι έπαιζε όταν έδωσαν το πρώτο τους φιλί. Για όλους αυτούς που έκλαψαν όταν πέθανε ο Ντέιβιντ Μπάουι. Για όσους δε μπορούν να σκεφτούν την ταινία «Αποκάλυψη Τώρα» χωρίς τους Doors να τραγουδάνε για εντεκάμισι λεπτά Το Τέλος. Για αυτούς που αρνούνται να ψηφίσουν στο δίλημμα «Stones ή Beatles» -και λένε «ναι» και στα δύο. Για αυτούς που τσατίζονται όταν ραδιοφωνικοί παραγωγοί δεν αφήνουν να παίξει ολόκληρο το Wish You Were Here των Πινκ Φλόιντ -και για όσους πιστεύουν ότι είναι ένα από τα ωραιότερα τραγούδια όλων των εποχών. Για αυτούς που πιστεύουν ότι η Αρίθα Φράνκλιν και η Τζένη Βάνου ήταν -είναι- από τις ωραιότερες φωνές στον κόσμο. Για αυτούς που δε μπορούν να κρατήσουν ακίνητα τα πόδια τους όταν ακούνε ροκ’ ν’ ρολ. Για τους «παλιούς» που αγαπούν τον Έλβις, τους «νέους» που αγαπούν τη φωνή του Άλεξ Τέρνερ να ξαναζωντανεύει με μια κιθάρα το πόσο «Παράξενο πώς» -και για αυτούς που αγαπούν και τους δύο. Για όλους όσους φόρεσαν στα νιάτα τους ξεθωριασμένο τζιν «σωλήνα» και μαύρο τι-σερτ με το όνομα του αγαπημένου τους μέταλ συγκροτήματος -και για αυτούς που ακόμα το κάνουν. Για όσους πέρασαν ώρες ατελείωτες σε υπόγεια δωμάτια γρατσουνώντας κιθάρες. Για τις μάνες που νανούρισαν τα παιδιά τους ζητώντας απ΄ τον ύπνο να τα γεμίσει μενεξέδες. Για όλους εκείνους που πιστεύουν ότι με το Dance me to the end of love ο Λέοναρντ Κοέν έγραψε τι σημαίνει αγάπη. Για όσους πιστεύουν ότι με το Walk the line o Τζόνι Κας τραγούδησε τι σημαίνει έρωτας -και ότι το ίδιο λέει με ένα «φεγγάρι που κάνει βόλτα» ένα παραδοσιακό ηπειρώτικο. Για αυτούς που «μηδενίζουν το κοντέρ», και παίρνουν βαθιά ανάσα ακούγοντας τη Νίνα Σιμόν να τραγουδά ότι «Νιώθει Καλά». Για αυτούς που τραγουδάνε στον δρόμο μαζί με την Πάτι Σμιθ ότι οι άνθρωποι έχουν τη δύναμη. Για όσους ακόμα βουρκώνουν όταν ακούν να τραγουδιέται «η ιστορία του δρόμου» στις σχολικές γιορτές των παιδιών τους για το Πολυτεχνείο. Για όσους στα διαλείμματα έγραφαν στον πίνακα το όνομα του αγαπημένου τους γκρουπ. Για όσους μαλώνουν με τις ώρες για το αν ένα συγκρότημα είναι ή δεν είναι ροκ. Για αυτούς που έκλαψαν ακούγοντας τη μία μπαλάντα μετά την άλλη μετά από μια ερωτική απογοήτευση. Για αυτούς που μετά από έναν χωρισμό γύρισαν σπίτι και έβαλαν τέρμα τη μουσική. Για εκείνους που μοιράστηκαν ένα ζευγάρι ακουστικά με ακουμπισμένα τα κεφάλια για να μη χάσει κανένας το τραγούδι. Για αυτούς που θυμούνται το πρώτο τους ταίρι στον χορό στα σχολικά πάρτι. Για όσους έφυγαν ξημερώματα από τη «ντίσκο-πίστα» με πονεμένα πόδια. Για αυτούς που ξεθεώθηκαν στα γέλια τραβώντας ο ένας τον άλλον από τον ώμο όλο και πιο γρήγορα χορεύοντας χασαποσέρβικο. Για όσους μπήκαν «τσάμπα» σε μια συναυλία πηδώντας τοιχάκια -και για όσους την παρακολούθησαν καθισμένοι με μπίρες απέξω επειδή δεν είχαν χρήματα. Για αυτούς που δε θα αποχωριστούν ποτέ το παλιό τους πικάπ επειδή «χωρίς χρατς χρουτς δεν είναι το ίδιο». Για όσους ψάχνουν ακόμα βινύλια. Για «τους μεγάλους» που «δεν πάει η καρδιά τους» να πετάξουν τις κούτες με τις παλιές κασέτες. Για «τους μικρούς» που «κολλάνε» με τη μουσική. Για αυτούς που ακόμα αφιερώνουν τραγούδια. Για όσους δε μπορούν να φανταστούν καλοκαίρι, χωρίς Λούις, Έλα, και Summertime.

Μουσική -πώς θα ήταν η ζωή χωρίς αυτή;

www.ert.gr

Open post

Ακραία φαινόμενα

Ακραία φαινόμενα

της Μάχης Μαργαρίτη

Η είδηση έγινε γνωστή λίγες ώρες μετά την έναρξη των πανελλαδικών εξετάσεων για τους μαθητές των Γενικών Λυκείων. Σε ένα από αυτά, στο εσπερινό λύκειο στα Χανιά, κάποιοι μαθητές δεν κατάφεραν καν να περάσουν την πόρτα των εξεταστικών κέντρων. Σύμφωνα με τη διευθύντρια του σχολείου, οι εργοδότες τους δεν τους επέτρεψαν να αλλάξουν βάρδια. Η περίπτωση χαρακτηρίστηκε σοκαριστική -και, αλήθεια, μπορεί κανείς να το ακούσει χωρίς να «πονέσει η καρδιά του»; Αλλά μήπως είναι «η κορυφή του παγόβουνου»; Και αν ναι, τι βρίσκεται από κάτω;

Τα εσπερινά σχολεία, δεν είναι εύκολη υπόθεση. Μαθητές ενήλικοι, εργαζόμενοι, συχνά με οικογένεια, με οικονομικά προβλήματα. Τι τους οδηγεί να καθίσουν ξανά στα θρανία; Το απολυτήριο, η δίψα για μάθηση, η εισαγωγή στο πανεπιστήμιο. Πολλοί πηγαίνουν στο σχολείο κατευθείαν μετά τη δουλειά. Κάνουν ενισχυτική διδασκαλία. Στερούνται προσωπικού χρόνου, χρόνου με τα παιδιά τους. Και πολλοί, παρά τις δυσκολίες και τα προβλήματα, καταφέρνουν να περάσουν σε πανεπιστημιακές σχολές. Στα Χανιά, κάποιοι από αυτούς, φαίνεται ότι βρήκαν μπροστά τους ένα πρόσθετο εμπόδιο -και ήταν στο τέλος της διαδρομής.

Υπήρξαν άμεσα αντιδράσεις. Η ΕΛΜΕ Χανίων πραγματοποίησε κινητοποιήσεις, τόσο στη Διεύθυνση Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, όσο και στην Επιθεώρηση Εργασίας. Ζήτησε, μεταξύ άλλων, να δοθεί η δυνατότητα στους συγκεκριμένους μαθητές να συμμετέχουν στις πανελλαδικές εξετάσεις αυτής της σχολικής χρονιάς, εξασφαλίζοντας «όλες τις αναγκαίες νομικές, διοικητικές και οικονομικές συνθήκες, όρους και προϋποθέσεις». Οι επαναληπτικές εξετάσεις πραγματοποιούνται τον Σεπτέμβριο στην Αθήνα. Είναι σίγουρο ότι μπροστά σε μια καταφανή αδικία, μπορούν πάντα να βρεθούν λύσεις, αρκεί να υπάρχει θέληση. Το κυριότερο, όμως, είναι, να μην υπάρξει ξανά τέτοια περίπτωση. Να δημιουργηθεί άμεσα το απαραίτητο θεσμικό πλαίσιο ώστε να προβλέπεται από τον νόμο άδεια με αποδοχές για όλους τους εργαζόμενους που δίνουν εξετάσεις, και η χορήγησή της να είναι υποχρεωτική, και όχι στην ευχέρεια του εργοδότη.

Στην ανακοίνωσή της, όμως, η ΕΛΜΕ Χανίων γράφει και κάτι ακόμα. «Είναι πλέον φανερό σε όλους ότι η ‘κανονικότητα’ που ζούμε ως εργαζόμενοι, με τους μισθούς πείνας, τις ελαστικές σχέσεις εργασίας, συμπληρώνεται με τον εργοδοτικό δεσποτισμό και την κατάργηση μορφωτικών και συνδικαλιστικών δικαιωμάτων».

Πρωτοφανές γεγονός το περιστατικό, ή «νέα κανονικότητα»; Εργασιακοί χώροι, ή εργασιακή «ζούγκλα»; Πώς διαμορφώνεται το εργασιακό τοπίο τις τελευταίες δεκαετίες -και με ταχύτερους ρυθμούς, τα τελευταία χρόνια; Εκτός από τις απολύσεις, τις περικοπές μισθών και εργασιακών δικαιωμάτων, τα εργατικά ατυχήματα, πυκνώνουν οι καταγγελίες για άσκηση ωμής σωματικής ή ψυχικής βίας και απειλών σε εργαζόμενους. Από  καταγγελίες για ξυλοδαρμό διανομέων, μέχρι υποθέσεις εργοδοτών που καταβάλλουν το δώρο Χριστουγέννων και στη συνέχεια το ζητούν πίσω από τους εργαζόμενους. Εργατικά Κέντρα μιλούν για τεράστιες πιέσεις και τρομοκρατία στην αγορά εργασίας, και καλούν τους εργαζόμενους να καταγγέλλουν αυτά που υφίστανται.

Αλλά τα «ακραία φαινόμενα» πληθαίνουν.

Στην εποχή της «απελευθέρωσης της εργασίας»

Πού αλλού θα δει κανείς να αποτυπώνεται πιο γλαφυρά η εικόνα της εργασίας του αναπτυγμένου κόσμου, αν όχι στις δύο χώρες-«σύμβολα» της καπιταλιστικής ανάπτυξης -τη Βρετανία και τις Ηνωμένες Πολιτείες, οι οποίες έχουν εξάγει «τεχνογνωσία απελευθέρωσης της αγοράς» στον υπόλοιπο δυτικό κόσμο; Σε τι κατάσταση ζουν, λοιπόν, εκεί, οι εργαζόμενοι;

Μια αίσθηση μεταξύ των εργαζόμενων ότι δεν έχουν έλεγχο ή φωνή στον εργασιακό τους χώρο πυροδοτεί «θυμό και δυστυχία στη βρετανική κοινωνία», έλεγε πριν από δύο χρόνια ο Μάθιου Τέιλορ, πρόεδρος κυβερνητικής επιτροπής για την επιθεώρηση της σύγχρονης εργασίας. Είναι τέτοια η πραγματικότητα πια, ώστε ο πρώην σύμβουλος του Τόνι Μπλερ, διορισμένος στη νέα του θέση από την πρωθυπουργό των Συντηρητικών Τερέζα Μέι, έφτασε να ζητά αλλαγές για να νιώθουν οι άνθρωποι «πολίτες στη δουλειά και όχι υπηρέτες ή σκλάβοι».

Έρευνα της Συνομοσπονδίας των βρετανικών συνδικάτων TUC σε εργαζόμενους με εισόδημα κάτω των 28.000 λιρών, το 2017, έδειξε ότι εργοδότες «τιμωρούν» τους γονείς που πηγαίνουν τα άρρωστα παιδιά τους στο νοσοκομείο, έγραφε ρεπορτάζ του Guardian. «Το μωρό μου σταμάτησε να αναπνέει και έπρεπε να πάω στο νοσοκομείο -με απείλησαν με πειθαρχικό», είπε μια εργαζόμενη πωλήτρια. Σύμφωνα με την έρευνα, το 42% των γονιών είπαν ότι ένιωθαν τιμωρημένοι στη δουλειά αν ζητούσαν κάποιες διευκολύνσεις, και κάποιο είχαν τον φόβο ακόμα και ότι θα χάσουν τη δουλειά τους. Ένας στους τρεις χρησιμοποίησε δική του κανονική άδεια τον τελευταίο χρόνο όταν το παιδί του αρρώστησε.

Η έρευνα χαρακτηρίστηκε «σοκαριστική». Αλλά η καθηγήτρια Νικόλ Μπάσμπι, επικεφαλής της νομικής σχολής στο πανεπιστήμιο του Στράθκλαϊντ, χαρακτήρισε μεν σοκαριστικά τα ευρήματα, είπε, όμως, ότι για τους χαμηλόμισθους εργαζόμενους μόνο σοκ δεν ήταν. Το να ζητούν τέτοιου είδους ευελιξία είναι δικαίωμα, αλλά «ακόμα κι εκεί που εφαρμόζεται, πολύ λίγο είναι στην πραγματικότητα ‘δικαίωμα’ το να ζητά κάποιος ειδικούς διακανονισμούς, και ο εργοδότης μπορεί να αρνηθεί για πολλούς διαφορετικούς λόγους».

Το 2012, έρευνα του σωματείου Unison αποκάλυπτε ότι το ένα τέταρτο του ενός εκατομμυρίου εργαζόμενων σε τηλεφωνικά κέντρα εξυπηρέτησης πελατών είχαν χρονικά περιορισμένη πρόσβαση στην τουαλέτα. «Το να χάνεις τον έλεγχο του πότε μπορείς να αδειάσεις την κύστη σου είναι μια εξευτελιστική απώλεια της αυτονομίας του για έναν ενήλικα», σχολίαζε ο αρθρογράφος του Independent Όουεν Τζόνσον. Ένας από τους εργαζόμενους του είπε ότι του επιτρέπονταν τέσσερα λεπτά τη μέρα για αυτό τον σκοπό. Ένας άλλος αντιμετώπισε πειθαρχική ποινή επειδή πήγε πολλές φορές στην τουαλέτα στη διάρκεια μια μόλυνσης στα νεφρά. Η επίθεση-διακωμώδηση που δέχτηκε ο δημοσιογράφος από συναδέλφους του σε μεγάλο συντηρητικό έντυπο ότι έκανε «εκστρατεία υπέρ της χρήσης της τουαλέτας», του έδωσε την αφορμή να μιλήσει για δραματική στροφή υπέρ των εργοδοτών στους εργασιακούς χώρους τα τελευταία 30 χρόνια. «Το να υποστηρίζεις ότι ενήλικες θα έπρεπε να αποφασίζουν οι ίδιοι για βασικές σωματικές τους λειτουργίες, είναι προφανώς αρκετό για να σε περιγράφουν ως ακροαριστερό τρελό στη σύγχρονη Βρετανία».

Στις Ηνωμένες Πολιτείες, οι Νιου Γιορκ Τάιμς έγραφαν, αρκετά χρόνια πριν από την οικονομική κρίση, το 2005, για ανάλογες ιστορίες εργασιακών χώρων. Μία από αυτές, μιας  δασκάλας μαθηματικών. Έμαθε ότι έχει μια σπάνια ασθένεια στα 35 της, και σύντομα δε μπορούσε ούτε να γράψει στον πίνακα. Δεν είχε πάρει ούτε μια μέρα αναρρωτική άδεια μέχρι τότε. Ζήτησε διευκολύνσεις για να συνεχίσει να διδάσκει. «Όλοι έχουμε προβλήματα, απλώς κάνε τη δουλειά», ήταν η απάντηση του διευθυντή της. Η ιστορία της αντικατοπτρίζει την πραγματικότητα του να είσαι άρρωστος στο σημερινό εργασιακό πεδίο, σε μια εποχή που άρρωστοι εργαζόμενοι έχουν περισσότερες νομικές ασφαλιστικές δικλείδες παρά ποτέ, και όμως, αντιμετωπίζουν κενά, ασυνέπειες και ερωτηματικά σε αυτούς τους νόμους, σημείωνε η εφημερίδα.

Ένα δυστοπικό εργασιακό μέλλον.

Η καλλιέργεια του φόβου

Και το πρόβλημα δεν είναι μόνο η αμφισβήτηση δικαιωμάτων -είναι η εμπέδωση σε μεγάλα τμήματα των εργαζόμενων ότι δεν είναι σωστό να τα διεκδικούν. Οι άδειες είναι ένα από τα πιο στοχοποιημένα δικαιώματα -αναμενόμενο, αφού στην πραγματικότητα είναι το δικαίωμα των ανθρώπων στη ζωή, με τις ανάγκες που τη συνοδεύουν, και στον ελεύθερο χρόνο, που τον ορίζουν οι ίδιοι. Σε ποιο σημείο έχουν φτάσει σήμερα τα πράγματα; Στο να απαρνούνται οι ίδιοι οι εργαζόμενοι τα δικαιώματά τους.

«Οι μέρες αδειών συσσωρεύονται καθώς οι εργαζόμενοι φοβούνται ότι θα δείξουν ‘αντικαταστήσιμοι’», έγραφε ρεπορτάζ του αμερικανικού δικτύου cnbc τον περασμένο Αύγουστο. Έρευνα έδειξε ότι αυτή τη στιγμή, το 52% περίπου των αμερικανών δεν κάνουν καν χρήση όλης της άδειάς τους. «Στα μάτια του εργοδότη, αν εγκαταλείπουν αυτό τον χρόνο, ουσιαστικά προσφέρουν εθελοντικά τον χρόνο τους», έλεγε η υπεύθυνη της μελέτης. Και συμπλήρωνε ότι πάνω από 200 εκατομμύρια μέρες άδειας έμειναν «στο τραπέζι» το 2017 -αξίας 62 δισεκατομμυρίων δολαρίων μόνο τον περασμένο χρόνο. Για κάθε εργαζόμενο, η «προσφορά» στον εργοδότη είναι 604 δολάρια. 200 εκατομμύρια μέρες άδειας που εγκαταλείφθηκαν -ο αριθμός μοιάζει σχεδόν ασύλληπτος.

Γιατί δεν παίρνουν τις άδειές τους; Το 61% λέει ότι είναι ο φόβος του να φανεί ότι μπορούν να αντικατασταθούν. Οι νεότεροι εργαζόμενοι, μεταξύ 20 και 30 ετών, είναι εκείνοι που παίρνουν τη λιγότερη άδεια. Τα δυσβάσταχτα δάνεια και η επιθυμία μιας ικανοποιητικής δουλειάς τους κάνουν «όταν βρίσκουν σταθερή δουλειά, να θέλουν να την κρατήσουν».

«Είναι ώρα να διαλύσουμε τον μύθο, μια για πάντα, ότι ο μόνος λόγος που οι χαμηλόμισθοι εργαζόμενοι δεν ασκούν τα δικαιώματά τους είναι επειδή δε γνωρίζουν για αυτά. Ίσως και όταν ξέρουν, φοβούνται ότι το να τα ασκήσουν ενέχει τον κίνδυνο να χαρακτηριστούν ‘ταραχοποιοί’ και να τιμωρηθούν. Ίσως επίσης είναι πιθανό οι εργοδότες να γνωρίζουν για αυτό τον φόβο και να τον εκμεταλλεύονται… Οι εργοδότες γνωρίζουν τα δικαιώματα των εργαζόμενών τους. Αλλά γνωρίζουν, επίσης, ότι έχουν το πάνω χέρι. Και έτσι, ακόμα και όταν μια μοναχική φωνή τολμήσει να υψωθεί, μπορεί αποτελεσματικά να καταπνιγεί, και μόνο με τη μη διατυπωμένη απειλή του στιγματισμού του εργαζόμενου, της τιμωρίας του, ακόμα και της απώλειας της δουλειάς του. Νάτο, λοιπόν: όχι απλώς το πρόβλημα, αλλά η αποστέρηση της αξιοπρέπειας. Τι νόημα έχουν τα δικαιώματα των εργαζόμενων όταν υπάρχει μια αναπτυσσόμενη κουλτούρα εργαζόμενων που εκφοβίζονται να τα αγνοούν;», έγραφε η Μπάρμπαρα Έλεν στον Guardian τον περασμένο μήνα.

Από την άλλη, ακόμα και να θέλουν να διεκδικήσουν, σε ποιο «γήπεδο» διεξάγεται ο αγώνας; Τι τους προστατεύει από την απόλυση; Ο λεγόμενος «Αναθεωρημένος Ευρωπαϊκός Κοινωνικός Χάρτης», έχει μια διάταξη: την αρχή της δικαιολογημένης καταγγελίας. Πριν από λίγες μέρες εισάχθηκε και στο ελληνικό δίκαιο. Στο εξής, δεν αρκεί ο εργοδότης να κοινοποιεί την απόλυση και να δίνει την ανάλογη αποζημίωση -πρέπει να λαμβάνεται υπόψη «το δικαίωμα όλων των εργαζόμενων να μη λύεται η εργασιακή τους σχέση χωρίς βάσιμο λόγο που να συνδέεται με την ικανότητα ή τη συμπεριφορά τους ή να βασίζεται στις λειτουργικές απαιτήσεις της επιχείρησης, της εγκατάστασης ή της υπηρεσίας». Αρκετά θολό: τι μπορεί να θεωρηθεί «βάσιμος λόγος»; Πώς κρίνεται η ικανότητα και η συμπεριφορά; Ποιος κρίνει αν ο λόγος που επικαλείται η επιχείρηση ισχύει ή είναι πρόφαση επειδή στην πραγματικότητα αυτό που δεν αρέσει στον εργοδότη είναι, για παράδειγμα, ένας εργαζόμενος ο οποίος διεκδικεί τα δικαιώματά του; Ποιος θα κρίνει; Θα πρέπει ο εργαζόμενος να προσφύγει «σε αμερόληπτο όργανο». Δηλαδή, δικαστήρια; Άρα, χρήμα, χρόνος και στρες για τον εργαζόμενο. Όσο για το ενδεχόμενο να θεωρήσει κάποιος ανεπαρκή την εθνική νομοθεσία και να απευθυνθεί στην Ευρωπαϊκή Ένωση; Δύσκολα ξεχνιέται η απόφαση πριν από έναν χρόνο του Δικαστηρίου της, ότι σε περιπτώσεις ομαδικών απολύσεων δεν προστατεύονται οι έγκυες γυναίκες ή όσες θηλάζουν εφόσον δεν υπάρχει σαφής πρόνοια στην εθνική νομοθεσία.

Και υπάρχει και η ιδεολογική νομιμοποίηση της απόλυσης. Η αξίωση για μόνιμη εργασία, ως δικαίωμα, συστηματικά στοχοποιήθηκε. Η επιθυμία για μονιμότητα, άρα ασφάλεια, μετονομάστηκε σε «επιθυμία για τεμπελιά». Πολιτικοί, από τα κοινοβούλια, έτη φωτός από τον καθημερινό μόχθο, διαμηνύουν από μέσα ενημέρωσης με παγερά αδιάφορο ύφος ότι σκοπεύουν να απολύσουν ή να συρρικνώσουν, σαν να μη βρίσκονται άνθρωποι πίσω από κάθε μία θέση εργασίας. Ενώ άλλοι διαιωνίζουν ελαστικές σχέσεις εργασίας που εγκυμονούν την απόλυση.

Στον ιδιωτικό τομέα, τα πράγματα είναι πολύ δυσκολότερα. Υπάρχουν χώροι εργασίας, κυρίως στο δημόσιο, όπου τα πράγματα παραμένουν καλύτερα, κυρίως χάρη στις κινητοποιήσεις των συνδικάτων -τις προηγούμενες δεκαετίες. Όμως, παντού, η κατάσταση χειροτερεύει.

Θα πει κάποιος, «δεν είναι ίδιοι όλοι οι εργοδότες, υπάρχουν και πιο δίκαιοι και σοβαροί». Προφανώς δεν είναι όλοι ίδιοι. Όμως, ο βασικός νόμος δεν αλλάζει: στο καπιταλιστικό σύστημα, μια επιχείρηση -ιδιωτική ή δημόσια- υπάρχει για να έχει κέρδος και να είναι ανταγωνιστική. Αυτός είναι ο θεμέλιος λίθος του οικοδομήματος. Ή, όπως έλεγε στο ρεπορτάζ των New York Times η Ρόμπιν Μποντ, από νομική εταιρία που εκπροσωπεί εργαζόμενους εναντίον εργοδοτών, «φτάσαμε ένα εκατομμύριο μίλα μακριά από τις παλιές κακές μέρες. Αλλά κανένας νόμος δεν αλλάζει το βασικό δεδομένο -ότι οι εργοδότες θέλουν να κάνουν αυτό που ωφελεί την επιχείρηση».

Το αίσθημα του εργαζόμενου για κεκτημένα δικαιώματα ότι «δεν τα δικαιούται πραγματικά», ριζώνει στους χώρους εργασίας. Φτάνουν πολλές φορές εργαζόμενοι να αμφισβητούν οι ίδιοι συναδέλφους τους όταν κάνουν χρήση ακόμα και αναρρωτικών αδειών -επικαλούμενοι συνήθως τις εξαιρέσεις, που πάντα υπάρχουν. Είναι τέτοιο πια το μέγεθος της αλλοτρίωσης που προξενεί η δουλειά στους ανθρώπους, ώστε τους οδηγεί πολλές φορές σε συμπεριφορές που μοιάζουν αφύσικες ή και επικίνδυνες. Σε ένα περιβάλλον όπου οι εργαζόμενοι δεν έχουν κανέναν λόγο ή έλεγχο στις αποφάσεις των εργοδοτών τους, στρέφονται στην εύκολη λύση: ο ένας κατά του άλλου. Γράφει η ιρλανδή ακαδημαϊκός  Ο΄Μουρ, από τους πρώτους που ασχολήθηκαν με το ζήτημα του εκφοβισμού, το 1997, ότι ένα έντονα ανταγωνιστικό περιβάλλον προκαλεί πιο έντονα αρνητική συμπεριφορά. Σε εργασιακά περιβάλλοντα όπου εμφανίζονται φαινόμενα εκφοβισμού μεταξύ των ίδιων των εργαζόμενων, το 88% αυτών τα συνδέουν με τις αυταρχικές μεθόδους διοίκησης, σύμφωνα με έρευνα του NASUWT, δεύτερου μεγαλύτερου συνδικάτου εκπαιδευτικών στη Βρετανία. Ο κυνισμός στους χώρους εργασίας εκδηλώνεται με πολλούς τρόπους, και αυξάνεται όσο αυξάνονται οι απολύσεις και η επισφάλεια. Ήδη, από το 1991, με ριζωμένο πλέον τον νεοφιλελευθερισμό που εφάρμοσαν ταυτόχρονα Ρίγκαν-Θάτσερ, σε μελέτη τους οι Μίρβις και Κάντερ έγραφαν ότι το 43% των αμερικανών εκδήλωναν υψηλά  κυνικές διαθέσεις προς τη δουλειά. Η δημοφιλία του χαρακτήρα κόμικ Dilbert είναι μια ένδειξη της κυριαρχίας του κυνισμού στους σημερινούς εργασιακούς χώρους. Αλλά, σε κάθε περίπτωση, οι εχθρικές διαθέσεις μεταξύ εργαζόμενων, όπου αυτές εκδηλώνονται, είναι συνήθως η συνέπεια και όχι η αιτία του προβλήματος. Η αιτία είναι ο ανταγωνισμός που προωθείται ως αξία στην κοινωνία, το «ο καλύτερος ας ξεχωρίσει», η τόσο μεγάλη σημασία σε διαγωνισμούς και βραβεία. «Το μεγάλο ζώο τρώει το μικρό», δεν ακούνε από μικρά τα παιδιά -σε μια διαστρέβλωση, μάλιστα, αυτού που πραγματικά συμβαίνει στη φύση;

«Η δουλειά έχει πάνω από όλα (ή κάτω από όλα) να κάνει με καθημερινούς εξευτελισμούς. Το να επιζήσεις της ημέρας είναι αρκετός θρίαμβος για αυτούς που περπατούν τραυματισμένοι ανάμεσά μας», έλεγε το 1974 ο Στουντς Τέρκελ, ο «αφηγητής ιστοριών των καθημερινών αμερικανών».

Στην περίπτωση του εσπερινού λυκείου στα Χανιά, έγινε από μέσα ενημέρωσης απόπειρα εξίσωσης της ευθύνης εργοδοτών και συναδέλφων των μαθητών που δεν έδωσαν εξετάσεις. Είναι μια δομικά λανθασμένη εξίσωση: οι εργοδότες έχουν εξουσία -οι «συνάδελφοι», φιλικοί ή εχθρικοί, δεν έχουν. Η χορήγηση άδειας είναι αρμοδιότητα του εργοδότη -όχι των εργαζόμενων.

Οι εργαζόμενοι μαθητές στα Χανιά που δεν κατάφεραν να δώσουν εξετάσεις, μπορεί να φοβούνται περισσότερο τώρα που πήρε δημοσιότητα το θέμα και να θέλουν να «κλείσει». Στις μικρές τοπικές κοινωνίες, όπου δεν υπάρχει η «ανωνυμία» των μεγάλων αστικών κέντρων, είναι πιθανό ένας εργαζόμενος  να ανησυχεί ότι θα στοχοποιηθεί, ο ίδιος ή οι οικείοι του, αν «μιλήσει», αν διεκδικήσει. Και αυτό πιθανά δε συμβαίνει μόνο στις μικρές πόλεις. Η δημοσιότητα μπορεί να γίνει «ασπίδα» για αυτούς που βρίσκονται ευάλωτοι -όμως, οι ευάλωτοι δεν τη θέλουν πάντα. Και, από την άλλη, η δημοσιότητα δεν είναι αρκετή, επειδή δεν κρατά πολύ. Η ασπίδα απέναντι στον φόβο, όμως -ίσως αυτή είναι η καλύτερη ασπίδα.  Και αυτή χρειάζεται πολλούς για να την κρατήσουν.

 

 

 

www.ert.gr

Open post

Ιστορίες ανθρωπιάς στο φόντο πολέμων & μεταναστεύσεων

Ιστορίες ανθρωπιάς στο φόντο πολέμων & μεταναστεύσεων

του Νάσου Μπράτσου

Ήταν 1904 όταν γεννήθηκε η Αθηνά Μάζαρη στο Φύτεμα Ικαρίας, κόρη του Δημήτρη Μάζαρη και περίπου στα 16-17 της χρόνια, σχεδόν πάνω στη Μικρασιατική καταστροφή, ξενιτεύτηκε στην Αίγυπτο και πήγε στην Αλεξάνδρεια σε σχολή για νοσοκόμες. Η φτώχεια που αντιμετώπιζε η οικογένεια στην Ικαρία, δεν άφηνε άλλη επιλογή από τη μετανάστευση. Κάποια στιγμή ο αδελφός της που είχε μεταναστεύσει στη Γαλλία, της έγραψε να πάει εκεί, όπως και έκανε και άρχισε να δουλεύει σαν ράφτρα.

Από μία άλλη περιοχή της Τούζλα της Βοσνίας, ο Slavco Zaffani, γεννημένος το 1902 και καθολικός στο θρήσκευμα, φεύγει μη αντέχοντας τις διώξεις των μουσουλμάνων και πηγαίνει στο Παρίσι, όπου φτιάχνει ραφείο με εξειδίκευση στα κοστούμια. Κάποια στιγμή γνωρίζει την Αθηνά Μάζαρη, ερωτεύονται και παντρεύονται το 1930. Mένουν λίγο πιο έξω από το Παρίσι στο Sevran.

Από την Πολωνία λόγω του αντισημητικού κλίματος που κυριαρχούσε μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, εγκαταστάθηκε στη Γαλλία η οικογένεια του ράφτη Αvraam Gersztenkorn, που έγινε φίλος και γείτονας των Ζαφανί – Μάζαρη.

Στη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, ο Αβραάμ φυγαδεύτηκε για να γλιτώσει τη σύλληψή του από τη Γκεστάπο και αφήνει τα τρία του παιδιά στο Ζαφανί, ο οποίος τα κρύβει για 15 μέρες στο σπίτι του, μέχρι να οργανώσει ο πατέρας τους τη διαφυγή τους. Στο διάστημα αυτό η Γκεστάπο μπαίνει στο σπίτι του Ζαφανί, αλλά έχουν προλάβει να κρύψουν τα παιδιά κάτω από ένα κρεβάτι. Τα παιδιά τελικά γλιτώνουν και φυγαδεύονται, όπως ήταν το αρχικό σχέδιο, σε συνεργασία και με τη γαλλική αντίσταση. Από τότε οι ζωές των Ζαφανί – Μάζαρη και των Εβραίων γειτόνων τους ακολούθησαν διαφορετικές διαδρομές και δεν συναντήθηκαν.

Πριν από λίγο καιρό ένα από αυτά, σε μεγάλη ηλικία πια, αποφάσισε να βρει τους σωτήρες του, αρχίζοντας το ψάξιμο από τον τηλεφωνικό κατάλογο. Τελικά βρήκε τα εγγόνια των Ζαφανί – Μάζαρη και μετέφερε τις ευχαριστίες για τη διάσωση που μπορούσε να κοστίσει και τη ζωή των σωτήρων τους, αν η Γκεστάπο ανακάλυπτε το σημείο που είχαν κρύψει τα τρία εβραιόπουλα. Τα μεταπολεμικά χρόνια οι Zaffani δραστηριοποιήθηκαν σε πτηνοτροφεία και εργοστάσια παραγωγής και εμπορίας αυγών.

Για τη βοήθεια που προσέφερε ο Σλάβκο Ζαφανί, στις 19 Ιανουαρίου 2016, το Ινστιτούτο Yad Vashem στην Ιερουσαλήμ του απένειμε μετά θάνατον (είχε αποβιώσει το 1964) τον τίτλο των Δικαιωμάτων . Η σύζυγός του Αθηνά πέθανε το 1972 στην Ελλάδα, στη Νίκαια. Τα παιδιά τους αρχικά (γιατί η γενιά αυτή εχει φύγει από τη ζωή) και σήμερα τα εγγόνια τους επισκέπτονται συχνά την Ικαρία, γενέθλιο τόπο της μητέρας τους, κάποιοι έχουν μάθει καλά ελληνικά και ένας εξ αυτών ο Jean Zaffani, μας εξιστόρησε όλα αυτά που σας μεταφέραμε.

Φωτο: Jean Zaffani & Slavco Zaffani

www.ert.gr

Open post

Ο «Κατσάμπελας» πάει στο γήπεδο – Δικτατορία και ποδόσφαιρο

Ο «Κατσάμπελας» πάει στο γήπεδο – Δικτατορία και ποδόσφαιρο

του Νάσου Μπράτσου

Χώρος στον οποίο εξελίχθηκε από τους πραξικοπηματίες του 1967 συγκεκριμένο σχέδιο, ήταν ο χώρος του αθλητισμού και ειδικά το ποδόσφαιρο, αφού είχαν εγκαίρως διαγνώσει τη δυναμική του και σκόπευαν με τον ασφυκτικό έλεγχο σε αυτό, να προσθέσουν άλλο ένα στήριγμα στο δικτατορικό καθεστώς. Από τα πρώτα μέτρα που πήρε η δικτατορία ήταν η αναβολή των αγώνων, φοβούμενη μήπως τα γήπεδα εξελιχθούν σε πεδία αντιχουντικών εκδηλώσεων. Όταν μετά από μέρες επέτρεψε τη διεξαγωγή αγώνων, το πλαίσιο διεξαγωγής τους ήταν ρητό και αυστηρό. Κάθε πολιτική δραστηριότητα θα σήμαινε και στρατοδικείο.

Από την απολύτως σοβαρή για ιστορική μελέτη και εξαγωγή συμπερασμάτων, επιλογής, της χούντας, δεν έλειψαν και οι γελοιότητες στις οποίες οι δικτάτορες είχαν επιδόσεις πρωταθλητισμού, που «τροφοδοτούν» και μέρος του τίτλου μας με την επίκληση του «Κατσάμπελα» του χουντικού αξιωματικού που στην ταινία «Λούφα και Παραλλαγή», είχε υποδυθεί ο αξέχαστος ηθοποιός Ανδρέας Φιλιππίδης.

Ας δούμε περιληπτικά τις βασικές θεματικές ενότητες που εξελίχτηκε το σχέδιο αυτό.

Οι συγχωνεύσεις

Θέληση της χούντας ήταν η συγκρότηση ισχυρών ομάδων ανά περιοχή που με την πορεία τους να προσελκύουν κόσμο και να τον «προσανατολίζουν» στο ποδόσφαιρο, αποσπώντας το ενδιαφέρον του από την πολιτική. Για το λόγο αυτό έκανε υποχρεωτικές συγχωνεύσεις, με την απειλή στρατοδικείων για τους απείθαρχους, διέλυσε ομάδες που είχαν προοδευτικούς – δημοκρατικούς πολίτες στις διοικήσεις τους, σε ορισμένους ζήτησε και πέτυχε τη διαγραφή τους από τα σωματεία και τους απαγόρευσε την ενασχόληση με τα διοικητικά και «φύτεψε» στα σωματεία στρατιωτικό επίτροπο.

Δηλαδή επόπτη που θα επέβλεπε αν υπό το πρόσχημα της αθλητικής δραστηριότητας, θα επιχειρούνταν να συγκαλυφθεί αντιστασιακή – αντιδικτατορική δράση.

Τα σωματεία που διαλύθηκαν, αντιμετώπισαν κατασχέσεις – δημεύσεις των περιουσιακών τους στοιχείων, έπιπλα, αθλητικό υλικό, σφραγίδες, κλπ τα οποία φόρτωνε ο στρατός σε καμιόνια και τα έπαιρνε από τα γραφεία τους. Με το διάταγμα 76 ορίζει πως κάθε νομός της χώρας θα πρέπει να έχει μόνο μια ομάδα στη Β εθνική, έτσι όσοι παίκτες «περίσσεψαν», άλλοι γίνονται μεταγραφικοί στόχοι μεγαλύτερων ομάδων που ενισχύθηκαν σημαντικά και άλλοι, ειδικά όσοι ήταν γνωστοί για αντιδικτατορικά φρονήματα, αποβάλλονται.

Μετά τη μεταπολίτευση, αρκετά σωματεία που είχαν διαλυθεί δια της βίας, ανασυγκροτήθηκαν – επανήλθαν με το όνομά τους και τη σφραγίδα τους.

«Ιδεολογικό μασάζ»

Για να γίνει εύπεπτη η πολιτική των βίαιων υποχρεωτικών συγχωνεύσεων, ανέλαβαν αθλητικογράφοι της εποχής, να αρθρογραφήσουν για τα καλά της επιλογής, ότι θα κόβει περισσότερα εισιτήρια η νέα ομάδα, θα είναι αγωνιστικά πιο δυνατή και άλλα παρεμφερή. Επίσης έπεφτε και το σχετικό λιβάνισμα στο Γ.Γ.Α. της χούντας, τον Ασλανίδη, ο οποίος εμφανίζονταν ως μέγας αναμορφωτής του αθλητισμού, που προωθεί σημαντικά αθλητικά έργα στον τομέα των υποδομών.

Μεταγραφές και πρωταθλήματα

Στις αλλαγές που έκανε η δικτατορία ήταν και στο θέμα των μεταγραφών, με κριτήριο να μην μπορούν τα πολύ μεγάλα σωματεία να αφαιμάξουν τα μικρότερα (έως δύο μεταγραφές παικτών από τη Β’ Εθνική για κάθε ομάδα Α’ Εθνικής και όχι και οι δύο από την ίδια ομάδα της Β’ Εθνικής), ώστε αυτά να διατηρήσουν τη δυναμική τους, άρα και τον κόσμο τους. Τυπικά τουλάχιστον, γιατί υπήρξαν περιπτώσεις που έγιναν μεταγραφές όπου οι ενδιαφερόμενοι (αθλητές και σωματεία στα οποία ανήκαν) τις έμαθαν…μετά. Πρώτα υπεγράφη η σχετική απόφαση και μετά τους κοινοποιήθηκε. Για παράδειγμα στο πιγκ-πογκ οι αδερφές Μαρία και Ματίνα Λουκά ήταν πρωταγωνίστριες και σάρωναν τους τίτλους για λογαριασμό του Α.Ο. Προφήτη Ηλία (Πειραιάς). Μέχρι το 1970, που με μια πρωτοφανή απόφαση ο τότε ΓΓΑ Ασλανίδης μετέγραψε τις δύο αθλήτριες στον ΠΑΟ, χωρίς τη συγκατάθεση του σωματείου.

Οι γεωγραφικοί καταρτισμοί ομίλων και το ποιοι ανέβαιναν κατηγορία πάλι ήταν ένας τομέας όπου η λογική πήγαινε περίπατο, ιδίως αν η ομάδα που ήταν να ανέβει κατηγορία δεν ήταν και πολύ της αρεσκείας των δικτατόρων και ήταν στελεχωμένη από «υπόπτους» για δημοκρατικές πεποιθήσεις. Επιπλέον αν υπήρχε ομάδα με διοίκηση φιλοχουντική, τότε έπρεπε να πάει «σπρωχτή».

To Κυπριακό

Στις ενέργειες που έκανε η δικτατορία στο χώρο του ποδοσφαίρου, ήταν και η υποχρεωτική αλλαγή του ονόματος των ομάδων που είχαν τη λέξη «ένωση» στο όνομά τους, με την αντικατάστασή της με άλλο προσδιορισμό, όπως όμιλος, σύλλογος, κλπ

Για παράδειγμα η Αθλητική Ένωση Προφήτη Ηλία έγινε Αθλητικός Όμιλος Προφήτη Ηλία.

Ο λόγος ήταν ότι η χούντα πίστευε ότι αν οι φίλαθλοι φώναζαν ρυθμικά το «Ένωση» στο γήπεδο, μπορεί να προέκυπτε θέμα στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, με την Τουρκία να πιστεύει ότι γινόταν έμμεση προπαγάνδα για την ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα, με «εργαλείο» τα γήπεδα.

Της μετονομασίας εξαιρέθηκαν τα μεγάλα μεγέθη όπως η ΑΕΚ, αφού οι δυσκολίες ήταν εμφανείς λόγω του μεγάλου αριθμού οπαδών της.

Έτσι φτάνουμε στον παραλογισμό να φωνάζουν «Ένωση» αρκετές χιλιάδες ΑΕΚτζήδες, αλλά να μην προκύπτει ελληνοτουρκικό θέμα, αλλά να εκτιμάει η δικτατορία ότι πλήθος πρακτόρων της τουρκικής πρεσβείας «εκστρατεύουν» τις Κυριακές στις αλάνες των τοπικών κατηγοριών για να κατασκοπεύσουν πολύ λιγότερους αριθμούς φιλάθλων που μέσω των γηπεδικών συνθημάτων, θα επιχειρούσαν να «λύσουν «το Κυπριακό. Τα συγκρίσιμα μεγέθη δείχνουν και τον βαθμό της γελοιότητας της χουντικής έμπνευσης.

Το συμπέρασμα είναι ότι η δικτατορία είχε αντιληφθεί τη δύναμη του αθλητισμού και λειτούργησε με σχέδιο. Είχε συνείδηση της ιστορικής εμπειρίας που υπήρχε από την περίοδο του μεσοπολέμου, αλλά και της κατοχής, όπου στο αθλητικό πεδίο αναπτύχθηκαν σημαντικές δημοκρατικές- αντιφασιστικές δραστηριότητες, σαν αντίπαλο δέος στη χρήση του αθλητισμού από καθεστώτα σαν του Χίτλερ και του Μουσολίνι και λιγότερο του Μεταξά στην Ελλάδα, όπου μέσω της αθλητικής δραστηριότητας, επένδυσαν στον εξωραϊσμό των καθεστώτων τους και των ιδεολογικών τους αναφορών.

Στον αντίποδα, όπως αιφνιδιάστηκε το σύνολο των πολιτικών δυνάμεων στη χώρα, με την εκδήλωση του πραξικοπήματος και ήταν πολιτικά ανέτοιμο να το προβλέψει σαν κίνδυνο και να το αποτρέψει, έτσι και στον αθλητισμό πιάστηκε «αδιάβαστο», χωρίς σημαντική πολιτική – οδηγό δράσης.

Το κακό που έγινε ήταν μεγάλο, καθώς αρκετός κόσμος ταύτισε τον αθλητισμό και ακόμα πιο συγκεκριμένα το ποδόσφαιρο με τις χουντικές καρικατούρες και με ισοπεδωτική κριτική αποστράφηκε συλλήβδην τον σωματειακό αθλητισμό, σαν πεδίο όπου το παιχνίδι είναι χαμένο εξ ορισμού.

Στα πρώτα μεταπολιτευτικά χρόνια, ένας από τους λόγους για την ίδρυση του ΠΣΑΠ (Πανελλήνιος Σύλλογος Αμειβομένων Ποδοσφαιριστών), όπως μας είχε δηλώσει ο Νίκος Μάλλιαρης, εκ των ιδρυτικών μελών, «ήταν ότι μετά την πτώση της δικτατορίας, υπήρχε ζήτημα εκδημοκρατισμού του χώρου του ποδοσφαίρου, όπου κυριαρχούσε η διαφθορά με δωροδοκίες για καθορισμό αποτελεσμάτων και οι κακές συνθήκες άθλησης – εργασίας. Το ποδόσφαιρο ήταν ερασιτεχνικό, ημιεπαγγελματικό και οι παίκτες πρώτης γραμμής με παρεμβάσεις των διοικήσεων των ομάδων, διορίζονταν στο δημόσιο για εξασφάλιση».

www.ert.gr

Open post

Ψάχνοντας ένα νέο Λύκειο

Ψάχνοντας ένα νέο Λύκειο

της Μάχης Μαργαρίτη

Πριν από λίγες μέρες δόθηκε στη δημοσιότητα το τελικό σχέδιο για το νέο λύκειο και την τριτοβάθμια εκπαίδευση. Το ζήτημα της διάρθρωσης του λυκείου και της εισαγωγής στο πανεπιστήμιο αφορά διαχρονικά εκατομμύρια ανθρώπους -τους μαθητές και τις οικογένειές τους- αλλά, στην πραγματικότητα, δεν έχει γίνει ποτέ ένας, τόσο απαραίτητος, δημόσιος διάλογος, με αντιπαράθεση απόψεων, για το τι περιμένει από το σχολείο η κοινωνία.

Οι πανελλαδικές εξετάσεις με τη σημερινή τους μορφή, το λεγόμενο «αδιάβλητο», έπαιξαν ένα «ιστορικό ρόλο»: άνοιξαν τις πύλες των πανεπιστημίων για τα παιδιά των εργατικών οικογενειών. Με συγκεκριμένη ύλη, αντικειμενικότητα στη διαδικασία και βαθμολόγηση γραπτών με καλυμμένα ονόματα από άγνωστους στους μαθητές εκπαιδευτικούς, διασφαλίστηκε ότι κανενός είδους «ανταλλαγή» ή «υψηλή γνωριμία» δε μπορεί να βάλει έναν μαθητή στο πανεπιστήμιο: όλα εξαρτώνταν από τη δική του προσπάθεια και το δικό του διάβασμα. Έτσι, ολόκληρες γενιές παιδιών από τα φτωχότερα στρώματα μπήκαν στα πολυτεχνεία, τις φιλοσοφικές σχολές, τις ιατρικές, τα παιδαγωγικά τμήματα, τις νομικές σχολές. Είχαν «την ευκαιρία τους».

Η ευκαιρία, όμως, δεν ήρθε χωρίς τίμημα. Δίπλα της «φύτρωσαν» φροντιστήρια, άγχος, πίεση, ανταγωνισμός, θλίψη. Για να τα καταφέρουν, έφηβοι από οικογένειες που δεν έχουν άλλη διέξοδο για τα παιδιά τους παρά το δημόσιο πανεπιστήμιο, βλέπουν τις ζωές τους να «στεγνώνουν» επί τρία τουλάχιστον χρόνια -τα χρόνια του λυκείου. «Να αλλάξει πρώτα όλο το σχολείο, να γίνει πιο ανθρώπινο για τους μαθητές, και μετά να δούμε και τις πανελλαδικές», λέγεται συχνά. Στην πραγματικότητα, το θέμα τίθεται «ανάποδα»: το πρόβλημα βρίσκεται στο τέλος του σχολείου -είναι το πώς θα εισάγονται οι μαθητές στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Αυτό καθορίζει «προς τα πίσω» όλη την εκπαιδευτική διαδικασία και, κυρίως, τον τρόπο μάθησης. Αν δε λυθεί αυτό το πρόβλημα, πώς μπορεί να γίνει ουσιαστική αλλαγή;

Πανελλαδικές εξετάσεις, στο σήμερα

«Αποδέσμευση της τρίτης λυκείου από τις πανελλαδικές εξετάσεις», λέγεται συχνά. Αν, όμως, οι πανελλαδικές εξετάσεις παραμείνουν σε ισχύ ως έχουν, πού και πώς θα προετοιμάζονται οι μαθητές για αυτές; Τη μέρα θα ζουν σε μία σχολική τάξη γενικής παιδείας αποδεσμευμένη από τις εξετάσεις, και το βράδυ στα φροντιστήρια προετοιμαζόμενοι εντατικά για αυτές;

Ας υποτεθεί ότι αποδέχεται κανείς την ύπαρξη των εισαγωγικών εξετάσεων. Και πως, ταυτόχρονα, υπάρχει η γενική συμφωνία ότι το αδιάβλητο των πανελλαδικών εξετάσεων πρέπει να διατηρηθεί. Για να υπάρχει, όμως, αυτού του είδους το αδιάβλητο, τα θέματα θα πρέπει να μπορούν να βαθμολογηθούν με αντικειμενικό τρόπο: άρα, θέματα που «μαθαίνονται», που αποστηθίζονται, επειδή αν οι ερωτήσεις είναι τέτοιες που να ζητούν κριτικές απαντήσεις και άποψη, για παράδειγμα στην ιστορία ή την κοινωνιολογία, «μπαίνει στην εξίσωση» ο παράγοντας του βαθμολογητή, και «ανοίγει» άλλη συζήτηση για το αν μπορούν να κριθούν αντικειμενικά υποκειμενικές απαντήσεις, και αν έχουν εκπαιδευτεί οι μαθητές στην κριτική σκέψη. Αν, λοιπόν, διατηρηθούν οι πανελλαδικές εξετάσεις, το αδιάβλητό τους, και η αντικειμενική θεματολογία και βαθμολόγηση, τι σημαίνει στην πράξη «αποδέσμευση του λυκείου από τις πανελλαδικές»;

Αυτή τη στιγμή -όπως δεκαετίες τώρα- η τρίτη τάξη του λυκείου μοιάζει με «μικρομέγαλο» παιδί: ούτε στην παροχή γενικής παιδείας είναι αφιερωμένη, μια και είναι η «χρονιά των πανελλαδικών», ούτε στην παροχή πιο συστηματικής εκπαίδευσης με ορίζοντα τις πανελλαδικές εξετάσεις. Είναι «κάτι ανάμεσα». Τι να γίνει με αυτή την τάξη; Να δίνει γενική παιδεία, με πολλά μαθήματα; Ή να έχει λίγα μαθήματα και να προετοιμάζει τους υποψήφιους για τις εξετάσεις;

Το σχέδιο νόμου που συζητείται, προβλέπει να προετοιμάζονται οι μαθητές εντός του σχολείου για τις πανελλαδικές εξετάσεις, με λιγότερα μαθήματα και περισσότερη ενασχόληση με αυτά. Υπάρχουν αντιρρήσεις σε αυτό, με το σκεπτικό ότι οδηγεί σε «φροντιστηριοποίηση» της τρίτης λυκείου. Εφόσον, όμως, διατηρούνται ως θεσμός οι σημερινές πανελλαδικές εξετάσεις, και εφόσον στόχος είναι να μη χρειάζονται το φροντιστήριο, αναρωτιέται κανείς, πού να προετοιμάζονται οι μαθητές για αυτές, αν όχι στο σχολείο; Από την άλλη, πόσο σοβαρή προετοιμασία μπορεί να γίνει σε τμήματα προσανατολισμού των 20 μαθητών, όταν στα φροντιστήρια οι τάξεις αποτελούνται, για παράδειγμα, ακόμα και από πέντε μαθητές; Δεν είναι απαραίτητη η πρόβλεψη για πολύ μικρότερο αριθμό μαθητών στα τμήματα; Και αυτό, δεν είναι το μόνο ζήτημα.

Πανελλαδικές εξετάσεις, χωρίς ανταγωνισμό;

Ακούγοντας κανείς για ελεύθερη πρόσβαση στα πανεπιστήμια, σκέφτεται μια διαδικασία χωρίς κανένα εμπόδιο: αυτό σημαίνει «ελεύθερη πρόσβαση» οπουδήποτε -και στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Αυτό που φέρνει το νέο σχέδιο είναι περισσότερο μια διευκόλυνση πρόσβασης σε συγκεκριμένα μόνο τμήματα -χαμηλής ζήτησης- υπό όρους.

Προφανώς, αν πρόκειται να αρχίσει να «μετρά» το απολυτήριο τα επόμενα χρόνια, μαζί με τις πανελλαδικές, στην εισαγωγή στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, πιθανά θα σκεφτεί κανείς ότι πρέπει να διασφαλιστεί και το αδιάβλητο των απολυτήριων εξετάσεων. Αλλά μέχρι πού θα φτάσει όλο αυτό; Αδιάβλητες πανελλαδικές, αδιάβλητες απολυτήριες εξετάσεις: κυνηγώντας το αδιάβλητο -εφόσον οι βαθμοί στις εξετάσεις είναι τόσο καθοριστικοί για την εισαγωγή στα πανεπιστήμια- τα θέματα τυποποιούνται. Μαζί τους, αναγκαστικά τυποποιείται η μορφωτική διαδικασία. Τυποποιείται το σχολείο. Από την πρώτη λυκείου αρχίζει ουσιαστικά η διαδικασία και συνεχίζεται επί τρία χρόνια: τα χαμένα χρόνια της νεότητας. Η εμβάθυνση και η κριτική σκέψη θεωρητικά τίθενται ως στόχος των «εκπαιδευτικών μεταρρυθμίσεων» εδώ και δεκαετίες, αλλά είναι αδύνατο να συμβεί αυτό χωρίς αλλαγή στη στόχευση του σχολείου και χωρίς δραστική μείωση της ύλης. Η κοινή λογική λέει ότι εμβάθυνση, συζήτηση, ανταλλαγή επιχειρημάτων και απόψεων γίνεται μόνο όταν υπάρχει χρόνος -αλλά πώς θα υπάρξει χρόνος όταν οι τάξεις «τρέχουν να βγάλουν την ύλη» των εξετάσεων; Κι όμως, πολλοί εκπαιδευτικοί λένε ότι τα παιδιά ενδιαφέρονται πολύ περισσότερο όταν στην τάξη γίνεται συζήτηση με αφορμή κάποιο ερέθισμα και ο καθένας συνεισφέρει με τη δική του σκέψη αλληλεπιδρώντας με τους άλλους. Αυτό δεν είναι το νόημα μιας ουσιαστικής εκπαιδευτικής διαδικασίας; Εκπαιδευτικός και μαθητές, μαζί, χωρίς εξουσιαστικές λογικές, με άξονα τη συγκροτημένη γνώση που τους δίνεται, να αλληλεπιδρούν, σε μια διαδικασία που βάζει τα «μυαλά» των μαθητών σε κίνηση; Μπορούν όλα αυτά να συμβούν σε ένα περιβάλλον που ταυτόχρονα ωθεί στον ανταγωνισμό ενόψει των τελικών εξετάσεων;

Τι άλλο θα μπορούσε να γίνει με τις πανελλαδικές εξετάσεις; Εφόσον διατηρούνται ως θεσμός, θα μπορούσε να εισάγεται στο πανεπιστήμιο ένας μαθητής με μια γενικά καλή απόδοση σε αυτές, χωρίς τη λογική του ανταγωνισμού μεταξύ υποψήφιων που παρακολουθούν καρδιοχτυπώντας το ανεβοκατέβασμα βάσεων σε «πανελλήνια τηλεοπτική μετάδοση».

Πολλά λέγονται για την ανάγκη για ένα νέο «σοβαρό απολυτήριο». Πώς αποκτά, όμως, σοβαρότητα ένα απολυτήριο; Με συνεχείς εξετάσεις, ή με ένα πρόγραμμα σπουδών που θα κάνει τους μαθητές να θέλουν να βρίσκονται στο σχολείο; «Θέλουμε να μαθαίνουμε στους μαθητές πώς να μαθαίνουν, όχι πώς να δίνουν τεστ», λένε εκπαιδευτικοί στη Φινλανδία, μια χώρα που συζητείται πολύ για το εκπαιδευτικό της σύστημα.

Στην Ελλάδα, «σήμερα, μόνο το 30% των υποψηφίων σπουδάζει αυτό που θα ήθελε», λέει το υπουργείο. Πράγματι, αυτό είναι το πρόβλημα: ότι οι νέοι δε σπουδάζουν αυτό που θέλουν -αλλά πόσο βοηθούνται να βρουν αυτό που θέλουν και να φτάσουν σε αυτό; Το ζήτημα δεν είναι μόνο «ελληνικό». Στις περισσότερες χώρες, στο τέλος «όλα κρίνονται από ένα τεστ», του σχολείου, ή της πανεπιστημιακής σχολής, ή και των δύο, που κρίνει «ποιος μπαίνει πού». Η διαφορά στην Ελλάδα είναι η ύπαρξη των φροντιστηρίων: εκεί είναι το κρίσιμο σημείο, στην ασύλληπτη δαπάνη και επιβάρυνση των οικογενειών για να δώσει το παιδί τους εξετάσεις, αλλά, κυρίως, στην απάνθρωπη επιβάρυνση των ίδιων των παιδιών με «μάθημα το πρωί, μάθημα το βράδυ».

Ενδεχόμενη αύξηση της ύλης προκαλεί ήδη σκέψεις ότι θα επιβαρυνθούν κι άλλο οι μαθητές -και ότι όχι μόνο δε θα καταστούν περιττά τα φροντιστήρια, αλλά καθόλου δεν αποκλείεται γονείς και μαθητές να βρεθούν μπροστά σε αυξήσεις ωρών και στα φροντιστήρια, με επιχείρημα την αύξηση της σχολικής ύλης.

Ο όγκος της ύλης και το αναλυτικό πρόγραμμα σπουδών είναι κεντρικό ζήτημα σε οποιαδήποτε συζήτηση κάνει κάποιος με εκπαιδευτικούς. Έχει λογική να υπάρχει -τυχαίο παράδειγμα- βιβλίο ιστορίας με 200 «δύσκολες», πυκνογραμμένες σελίδες, από το οποίο να «είναι στην ύλη» οι 100 σελίδες, δηλαδή να είναι υποχρεωμένος ο καθηγητής να τελειώσει αυτή την ύλη και μετά να ασχοληθεί με ό, τι «περισσεύει» -κάτι όχι πολύ πιθανό; Γιατί, δηλαδή, να μην έχει το βιβλίο 40 σελίδες, που πρέπει να διδαχτούν όλες, και να διδαχτούν καλά επειδή έχουν όλες σημασία; Πώς αλλιώς θα υπάρχει χρόνος για επεξεργασία των στοιχείων, για σκέψη και συζήτηση; Οι εκπαιδευτικοί το λένε, «όταν δώσεις στα παιδιά ερέθισμα ή τους ζητήσεις να μιλήσουν για κάτι, ανταποκρίνονται σε θέματα που καταλαβαίνουν ότι είναι σημαντικά, όχι σε πράγματα που δεν παρουσιάζουν ενδιαφέρον».

Ελεύθερη πρόσβαση

Αλλά το μεγάλο ερώτημα για την κοινωνία ως σύνολο, είναι αν μπορεί ένα ολόκληρο εκπαιδευτικό σύστημα να καθορίζεται από τις εξετάσεις -κάθε τύπου, με τη μορφωτική διαδικασία να «στριμώχνεται» γύρω από βαθμούς και ανταγωνισμούς. Ή ο μαθητής έχει ανάγκη από ένα σχολείο που θα τον βοηθά να βρει τον δρόμο του; Με γενική παιδεία. Με πολλές ώρες αφιερωμένες στη λογοτεχνία. Με μαθηματικά -επειδή είναι «μέσα» στη ζωή- που θα παρουσιάζονται, όμως, απλά, με πολύ-πολύ λιγότερη ύλη, όχι επιπέδου πανεπιστημίου όπως σήμερα, για να φτάνουν οι μαθητές να τα «ξορκίζουν». Με φιλοσοφία, επειδή γεννά ερωτήματα και συζήτηση. Με ιστορία μέχρι το τέλος του σχολείου, επειδή χωρίς τη γνώση της δε διαμορφώνεται συνείδηση. Με κοινωνιολογία, επειδή χωρίς τη γνώση της κοινωνίας ως συνόλου δε μπορεί κανείς να γνωρίσει τον εαυτό του. Ακόμα και με λατινικά, όχι στείρα για να αποστηθίζονται, αλλά για φέρνουν σε επαφή με την «ψυχή» της γλώσσας. Αλλά όλα αυτά, απλά, εύληπτα, με σύγχρονο και ενδιαφέροντα τρόπο δοσμένα.

Και μετά, πώς θα ανακαλύψει ένα παιδί ότι θα ήθελε να γίνει μουσικός, αν δεν έρθει σε επαφή με ένα βιολί ή ένα σαξόφωνο; Πώς θα καταλάβει ότι θέλει να ασχοληθεί με τη γλυπτική, αν δεν πιάσει στα χέρια του πηλό; Πώς θα μάθει ότι του αρέσει να ζωγραφίζει, αν δε μπει σε μια αίθουσα με καβαλέτα και χρώματα κι αν δε μάθει για την ιστορία της τέχνης; Για να «συναντηθεί» με όλα αυτά ο κάθε μαθητής, χρειάζεται στο σχολείο του πολλές ώρες για τέχνες, σε κατάλληλες αίθουσες, με χώρους και εξοπλισμό για μουσική, ζωγραφική, κινηματογράφο, θέατρο, χορό. Με πολύ περισσότερες ώρες γυμναστικής σε σύγχρονες εγκαταστάσεις. Με κολυμβητήρια. Με περισσότερες ώρες για ξένες γλώσσες, για να μη χρειάζονται φροντιστήρια. Με ενισχυτική διδασκαλία, για να προχωρούν και οι μαθητές που έχουν μεγαλύτερη δυσκολία. Με μικρές τάξεις, 15 ως 20 μαθητών -για όσους συχνά μιλούν για παιδιά που «δεν τραβάνε» στο σχολείο, έρευνα που έχει γίνει στις Ηνωμένες Πολιτείες έχει δείξει ότι μια μείωση επτά μαθητών στην τάξη, από 22 σε 15, αύξησε την απόδοση των μαθητών τόσο, σαν να είχαν κάνει επιπρόσθετο μάθημα επί τρεις μήνες, σχολικού επιπέδου τεσσάρων χρόνων αργότερα, ενώ όταν το μέτρο αρχίσει να εφαρμόζεται από τις μικρές τάξεις, το όφελος μεγεθύνεται ακόμα περισσότερο για μαθητές που προέρχονται από λιγότερο προνομιούχα οικογενειακά περιβάλλοντα.

Με διπλασιασμό τάξεων και σχολείων, με ενισχυτικά μαθήματα μετά το τέλος του κανονικού ωραρίου, με ουσιαστική παροχή ειδικής αγωγής, και έγκαιρη συνταξιοδότηση των εκπαιδευτικών για να «μη γερνάνε μέσα στην τάξη», αντιμετωπίζεται το ζήτημα της μείωσης ωρών διδασκαλίας σε μαθήματα που «κυριαρχούν» σήμερα και των οποίων η μείωση γεννά φόβο σε εκπαιδευτικούς για το επαγγελματικό τους μέλλον. Και «ανοίγει ο δρόμος» σε αναπληρωτές με εμπειρία ή νέους αδιόριστους, και στους καθηγητές των φροντιστηρίων, να μπουν σε ένα σταθερό σχολικό περιβάλλον με τα εφόδια που χρειάζονται για να κάνουν τη δουλειά τους.

Σε ένα σχολικό περιβάλλον που, φροντίζοντας την ανάπτυξη κάθε μίας ξεχωριστής προσωπικότητας, προκρίνει την ισότητα έναντι της αριστείας, και εντοπίζει τα ιδιαίτερα ταλέντα και κλίσεις του καθένα, για να τον βοηθήσει να βρει τον δρόμο του, με βάση τις ανάγκες του ατόμου και της κοινωνίας, και όχι της αγοράς. Και τι θα γίνεται στο τέλος του σχολείου; «Μπορεί όλοι να συνωστίζονται στις ίδιες καλές σχολές αν υπάρχει ελεύθερη πρόσβαση», είναι μια σκέψη που διατυπώνεται συχνά. Καταρχάς, ποιος ξέρει αν θα επέλεγαν όλοι το ίδιο αν είχαν ήδη διανύσει ο καθένας την προσωπική του διαδρομή μέσα σε ένα σχολείο αληθινά γενικής παιδείας, ανακαλύπτοντας τι είναι αυτό που πραγματικά του αρέσει και μπορεί να κάνει καλύτερα. Και, ακόμα, τι κάνει τους μαθητές να συνωστίζονται στις λεγόμενες «καλές σχολές»; Είναι το κύρος του επαγγέλματος, λέγεται συχνά. Αλλά τι δίνει κύρος σε ένα επάγγελμα; Μήπως το γεγονός ότι με τα πτυχία των «καλών σχολών» οι απόφοιτοι προσδοκούν ότι θα έχουν μια καλύτερη επαγγελματική αποκατάσταση, καλύτερες εργασιακές συνθήκες, αξιοπρεπείς συλλογικές συμβάσεις, σε κλάδους με επαγγελματικά δικαιώματα; Στην ουσία, δηλαδή, η ύπαρξη με αξιοπρέπεια του ατόμου εντός της κοινωνίας -αυτό δεν είναι που ζητάνε όλοι οι άνθρωποι;

Και αν στο τέλος της σχολικής διαδρομής γυμνασίου και λυκείου -την οποία θα έχουν διανύσει όλοι- βρίσκεται μια τρίτη λυκείου προπαρασκευαστική για τη συνέχεια; Μετά από μια πεντάχρονη διαδρομή στη διάρκεια της οποίας οι εκπαιδευτικοί θα παρατηρούν και θα αξιολογούν τον μαθητή, χωρίς βαθμούς, χωρίς διακρίσεις, χωρίς αριστεία και βραβεία; Με μια πολιτεία που, αφού στα πέντε χρόνια τα οποία προηγήθηκαν έχει ανιχνεύσει τις κλίσεις του καθένα, θα έρχεται και θα λέει στον μαθητή με μια γενικά καλή σχολική απόδοση ότι εφόσον επιλέξει, για παράδειγμα, να κατευθυνθεί, χωρίς εξετάσεις, στη δημόσια δωρεάν ιατρική σχολή, θα έχει μπροστά του απαιτητικό διάβασμα πολλών χρόνων, και, βγαίνοντας από αυτή γιατρός, θα δουλέψει με συγκεκριμένο μισθό, σε ένα δημόσιο νοσοκομείο, με βάρδιες και εφημερίες. Ενώ σε έναν μαθητή που έχει δείξει κλίση στη χειρωνακτική δημιουργική δραστηριότητα, θα εξηγεί ότι μπορεί να εισαχθεί αυτόματα σε ένα δημόσιο δωρεάν τριετές μεταλυκειακό πρόγραμμα για να γίνει ξυλουργός, για παράδειγμα, και, ότι βγαίνοντας από αυτή τη σχολή, θα δουλέψει με συγκεκριμένο ωράριο και συγκεκριμένο μισθό σε συνεργασία με αρχιτέκτονες για τον σχεδιασμό και την κατασκευή κοινωνικών κατοικιών.

Τα παραδείγματα είναι ενδεικτικά. Το νόημα είναι ότι γνωρίζοντας τι έχει μπροστά του σε επίπεδο σπουδών, διαβάσματος και απαιτήσεων, με διασφαλισμένη εργασία και αξιοπρεπή μισθό για τη συνέχεια της ζωής του, ο μαθητής θα μπορεί να επιλέγει σε συνεργασία με την πολιτεία, τι θέλει και τι του ταιριάζει να κάνει. Με δυνατότητες νέων επιλογών και στη μετέπειτα ζωή του. Αυτό δεν είναι στην πραγματικότητα, η ελεύθερη πρόσβαση; Αυτό δεν είναι μια σχολική ζωή χωρίς μόνιμο άγχος και στρες για τους βαθμούς, τις εξετάσεις, και, κυρίως, για το αβέβαιο μέλλον μπροστά;

«Ωραία είναι όλα αυτά, αλλά κοστίζουν», θα πουν σίγουρα πολλοί. Έτσι ακριβώς είναι. Μιλώντας κανείς με εκπαιδευτικούς, γονείς και μαθητές, διαπιστώνει ότι η συζήτηση καταλήγει στο ίδιο συμπέρασμα: ένα καλό εκπαιδευτικό σύστημα χρειάζεται χρήματα. Δε μπορεί να γίνει ουσιαστική αλλαγή χωρίς αυτά. Μείωση των μαθητών ανά τάξη, αύξηση των σχολικών κτιρίων, δημιουργία υποδομών, προσλήψεις εκπαιδευτικών, όλα αυτά απαιτούν πολλά χρήματα. Κι αν, «όλα αυτά κοστίζουν», ας αναρωτηθεί σοβαρά η κοινωνία πού θέλει να κατευθύνεται ο πλούτος τον οποίο παράγει. Αλλά πριν από αυτό, ας αναρωτηθεί κάτι άλλο -ας σκεφτεί τι είδους παιδιά θέλει: καταρτισμένα, ανταγωνιστικά, ψυχικά επιβαρυμένα και ανασφαλή; Ή μορφωμένα, αλληλέγγυα, ψυχικά ήρεμα, με αυτοπεποίθηση; Ας αναρωτηθεί η κοινωνία αν θέλει -αλλά αν πραγματικά θέλει- ευτυχισμένα τα παιδιά της, και αν θέλει αυτό να ισχύει για όλα τα παιδιά. Και αν αποφασίσει πως αυτό είναι που θέλει, θα έρθουν φυσικά οι απαντήσεις για το «πώς» θα το κερδίσει.

 

www.ert.gr

Open post

Μετά τα «κίτρινα γιλέκα» τα «άσπρα σκουφιά»

Μετά τα «κίτρινα γιλέκα» τα «άσπρα σκουφιά»

του Νάσου Μπράτσου

Δεν ανακαλύψαμε κάποιο νέο κίνημα, ούτε βέβαια ανακαλύψαμε την Αμερική. Απλά ένα περιστατικό επαναλαμβανόμενο κάποιες πολύ πρωινές ώρες, που έτυχε να πέσει στην αντίληψή μας αρκετές φορές, μας έδωσε το κίνητρο της καταγραφής.

Πρόκειται για την έμπρακτη στήριξη από εργαζόμενο αρτοποιείου, σε άστεγο, με την παροχή σε αυτόν κάποιων εκ των παραγομένων προϊόντων του αρτοποιείου. Δηλαδή για την έκφραση αλληλεγγύης από τον φέροντα «άσπρο σκούφο» σε πολίτη που βιώνει σκληρές καταστάσεις.

Δεν έχει σημασία ούτε η περιοχή, ούτε ο φούρνος, όχι μόνο γιατί οι πρωταγωνιστές δεν ζήτησαν και δεν έχουν ανάγκη τη δημοσιότητα «επί του προσωπικού», αλλά γιατί έχω τη βαθύτατη πεποίθηση ότι δεν ήταν ένα τυχαίο και μεμονωμένο γεγονός, αλλά ένα από τα πολλά που συμβαίνουν καθημερινά γύρω μας.

Φυσικά και προβλήματα όπως η έλλειψη στέγης, η ακραία φτώχεια, και άλλα που έχουν εμφανιστεί ή καλύτερα έχουν διογκωθεί στα χρόνια της κρίσης, δεν λύνονται και ακόμα περισσότερο δεν προλαμβάνονται με ατομικές πράξεις αλληλεγγύης, ή μόνο με συλλογικές αντίστοιχες κινήσεις, αφού η ρίζα τους είναι σύνθετη και απαιτεί διαφορετικές πολιτικές σε μακροχρόνια βάση.

Δηλαδή πολιτικές στέγασης, δημιουργίας θέσεων εργασίας, πλήρους ιατροφαρμακευτικής κάλυψης, ασφάλισης, μέριμνας για την τρίτη ηλικία, κλπ. Αυτό όμως δεν εμποδίζει στο να καταγράφονται και να αναδεικνύονται οι καλές ανθρώπινες στιγμές, που υπάρχουν δίπλα μας.

Οι «αφανείς» που δεν «στριμώχνονται» στην τεχνητή και εφήμερη δημοσιότητα των social media, δείχνουν για άλλη μία φορά, ότι υπάρχει σφυγμός στην κoινωνία.

Φωτο αρχείου: ΑΠΕ-ΜΠΕ/Μαργαρίτα Κιάου

www.ert.gr

Open post

Για ποιον είναι «το Μέγαρο»;

Για ποιον είναι «το Μέγαρο»;

της Μάχης Μαργαρίτη

Πριν από λίγες μέρες, ανακοινώθηκαν αυξήσεις στις τιμές των εισιτηρίων σε πολλά μουσεία της χώρας, οι οποίες σχεδιάζεται να τεθούν σε ισχύ τον επόμενο χρόνο. «Τα ελληνικά μουσεία είναι από τα πιο φθηνά της Ευρώπης», ακούγεται πολλές φορές -και οι μισθοί, όμως, είναι από τους μικρότερους της Ευρώπης. Και το ζήτημα είναι πολύ ευρύτερο από το τι πληρώνει κάποιος για να μπαίνει στους χώρους όπου «ζει» κομμάτι της ιστορίας -το ζήτημα είναι τι πρέπει να πληρώσει κάποιος για να έχει πρόσβαση στον πολιτισμό.

Οι αυξήσεις σχεδιάζονται για το 2020, σε 24 αρχαιολογικούς χώρους και μνημεία, ανάμεσά τους και κάποια από τα μουσεία με τη μεγαλύτερη επισκεψιμότητα, όπως το Εθνικό Αρχαιολογικό και το Αρχαιολογικό Μουσείο Ηρακλείου, όπου το ολόκληρο εισιτήριο θα γίνει από 10, 12 ευρώ, και το μειωμένο, από 5 θα γίνει 6 ευρώ. Αυξήσεις προβλέπονται και για αρχαιολογικούς χώρους όπως αυτός της Αρχαίας Αγοράς και το Μουσείο Στοάς Αττάλου, καθώς και στον αρχαιολογικό χώρο Σουνίου. Στη Ροτόντα της Θεσσαλονίκης σχεδιάζεται να γίνει η μεγαλύτερη αύξηση, από 2 ευρώ στα 6 ευρώ -αύξηση 200%. Σε πέντε αρχαιολογικούς χώρους θα υπάρξει μείωση. Με ποια κριτήρια έγιναν οι τιμολογιακές προτάσεις; Με βάση «στατιστικά στοιχεία και έσοδα από εισιτήρια, την κατάσταση των χώρων, την περιοχή όπου βρίσκονται -αν δηλαδή προσελκύουν κόσµο ή όχι- την ολοκλήρωση έργων ΕΣΠΑ, και την επισκεψιμότητά τους».

Το 11μηνο του περασμένου χρόνου καταγράφηκε αύξηση σχεδόν 10% στους επισκέπτες των μουσείων, και πάνω από 13% ήταν η αντίστοιχη αύξηση των επισκεπτών στους αρχαιολογικούς χώρους. Πόσοι από τους επισκέπτες είναι κάτοικοι, και πόσοι τουρίστες; Ακριβή στοιχεία δεν υπάρχουν. Με δεδομένη, πάντως, τη μεγάλη αύξηση του τουρισμού, μπορεί κανείς να υποθέσει ότι αυξάνονται και οι επισκέψεις από τουρίστες σε αυτούς τους χώρους, κάτι που θεωρείται δυνάμει πηγή μεγαλύτερων εσόδων για το κράτος. Στα μουσεία, όμως, δε μπαίνουν μόνο τουρίστες, αλλά και κάτοικοι της χώρας -ή τουλάχιστον, αυτός θα έπρεπε να είναι ο στόχος της πολιτείας. «Θα μπορούσε να είναι ελεύθερη η πρόσβαση σε όσους ζουν εδώ», είναι μία σκέψη -σε μια κατεύθυνση κοινωνικού και όχι εθνικού προστατευτισμού. Αυτό, όμως, δε μπορεί να γίνει εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, λόγω ευρωπαϊκής οδηγίας του 2010, που θεωρεί ότι κάτι τέτοιο θα παραβίαζε «την αρχή της ισότητας» και θα αποτελούσε «πλεονέκτημα για τους κατοίκους έναντι πολιτών της υπόλοιπης Ε.Ε.».

Αυτό που σίγουρα ισχύει -και έχει χρησιμοποιηθεί και ως επιχείρημα υπέρ των αυξήσεων- είναι ότι μεγάλες κατηγορίες πολιτών έχουν διευκολύνσεις εισόδου σε μουσεία και αρχαιολογικούς χώρους που ανήκουν στο Δημόσιο. Ελεύθερη πρόσβαση δικαιούνται, μεταξύ άλλων, όπως προβλέπεται σε απόφαση του 2017, οι νέοι μέχρι 18 ετών, κάτοχοι ενεργού κάρτας ανεργίας, πολύτεκνοι, μονογονεϊκές οικογένειες -ο γονιός που έχει την επιμέλεια- και κάτοχοι κάρτας αλληλεγγύης. Αυτές οι προβλέψεις σίγουρα καλύπτουν μεγάλο μέρος των οικονομικά αδύναμων, όχι, όμως, όλους, και ούτε παντού: η ελεύθερη είσοδος κατόχων κάρτας αλληλεγγύης και μονογονεϊκών οικογενειών -δύο από τις πιο ευάλωτες ομάδες, που αριθμούν εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους- ισχύει, για παράδειγμα, στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, αλλά δεν ισχύει στο πιο προβεβλημένο μουσείο της Ελλάδας: στο μουσείο της Ακρόπολης.

Και η συνολική εικόνα γίνεται καλύτερα αντιληπτή, αν ανοίξει η συζήτηση για την πρόσβαση στο θέατρο και τη μουσική.

«Η τέχνη απελευθερώνει»

Το Μέγαρο Μουσικής άνοιξε το 1991. Το 2016 κρατικοποιήθηκε με τροπολογία που κατατέθηκε στη βουλή -και νωρίτερα, βέβαια, το κράτος υπήρξε εγγυητής των δανείων του φορέα. Με τον τρόπο αυτό, κρατήθηκε «στη ζωή» από το Δημόσιο ένας χώρος πολλών δυνατοτήτων -αλλά για ποιους;

Ρίχνοντας κανείς μια γρήγορη ματιά στις παραστάσεις που φιλοξενούνται στο Μέγαρο Μουσικής και στο κόστος των εισιτηρίων, βλέπει, για παράδειγμα, ότι για να παρακολουθήσει τη συναυλία της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών στις αρχές Μαρτίου, θα έπρεπε να διαθέσει τουλάχιστον ποσό 10 ευρώ για την Γ΄ Ζώνη. Για μια παράσταση-«hi tech θέαμα», το κόστος είναι το λιγότερο 11 ευρώ -για την Ε΄ Ζώνη- ενώ οι τιμές ανεβαίνουν ανάλογα με το σημείο των θέσεων, φτάνοντας τα 40 ευρώ για τη «Διακεκριμένη Ζώνη». Διευκολύνσεις υπάρχουν για φοιτητές, νέους μέχρι 25 ετών, άνεργους, άτομα με αναπηρίες, ανθρώπους άνω των 65, και πολύτεκνους, οι οποίοι θα πρέπει να πληρώσουν 8 ευρώ -και να «χωρέσουν»  στην Ε΄ Ζώνη όπου «κατατάσσονται». Δηλαδή, μια οικογένεια χαμηλά αμειβόμενων με δύο παιδιά, θα πρέπει να πληρώσει 38 ευρώ -στην Ε΄ Ζώνη πάντα- στα οποία θα πρέπει να προστεθεί και το κόστος μετακίνησης με το μετρό, για παράδειγμα. 45 ευρώ, όμως, δεν είναι μικρό ποσό για μια τέτοια οικογένεια.

«Το θέατρο καλλιεργεί την ψυχή», ακούγεται συχνά. Το αναφέρει, άλλωστε στις αρχές του το Εθνικό Θέατρο: «Σκοπός του Εθνικού Θεάτρου είναι η μέσω της θεατρικής τέχνης προαγωγή της πνευματικής καλλιέργειας του λαού και η διαφύλαξη της εθνικής πολιτιστικής ταυτότητας. Για τον σκοπό αυτό αναπτύσσει, προάγει και διαδίδει τη θεατρική τέχνη ως πολιτιστικό, παιδαγωγικό μορφωτικό και ψυχαγωγικό παράγοντα της κοινωνικής ζωής της χώρας.» Με μια, τυχαία και πάλι, ματιά σε μια παράσταση που έκανε πρόσφατα πρεμιέρα, διαπιστώνει κανείς ότι το Σάββατο και την Κυριακή το εισιτήριο κοστίζει 18 ευρώ στην πλατεία, και 15 ευρώ στα θεωρεία και τον Α΄ Εξώστη. Στο Μικρό Εθνικό, για μια παράσταση στην Εφηβική Σκηνή, το οικογενειακό πακέτο -που ισχύει μόνο τις Κυριακές- κοστίζει 32 ευρώ για δύο γονείς/συνοδούς και δύο παιδιά -συν το κόστος μετακίνησης. Ειδικές τιμές ισχύουν για όλες τις σκηνές, για άνεργους, άτομα με αναπηρίες, πολύτεκνους και φοιτητές -για συγκεκριμένες, όμως, μέρες και ζώνες.

Το «Ολύμπια-Δημοτικό Μουσικό Θέατρο Μαρία Κάλλας», το νέο δημοτικό μουσικό θέατρο της Αθήνας, εγκαινιάστηκε τον περασμένο Δεκέμβριο. Για μια μουσική οπερέτα στα μέσα Φεβρουαρίου, το κανονικό εισιτήριο είχε τιμή εκκίνησης τα 15 ευρώ. Οι άνεργοι, οι φοιτητές, και οι άνθρωποι άνω των 65 έπρεπε να πληρώσουν 10 ευρώ, ενώ οι «θέσεις περιορισμένης ορατότητας» κόστιζαν 5 ευρώ. Άρα, μια μητέρα μονογονεϊκής οικογένειας που αμείβεται με έναν μισθό 700 ευρώ, για να παρακολουθήσει μια παράσταση όπερας με τα δύο της παιδιά, πρέπει να δαπανήσει 45 ευρώ, συν το κόστος μετακίνησης με αστικά μέσα, ή, αν προλάβει να βρει φθηνά εισιτήρια, το κόστος θα είναι 15 ευρώ, για να παρακολουθούν με «περιορισμένη ορατότητα».

«Το Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου είναι ο κορυφαίος δημόσιος πολιτιστικός οργανισμός της χώρας», αναφέρεται στην ιστοσελίδα του φορέα. Τον περασμένο Ιούλιο, στο πλαίσιο του φεστιβάλ, σε συναυλία διάσημου βιολονίστα στο Ωδείο Ηρώδου του Αττικού, οι τιμές των εισιτηρίων ξεκινούσαν από τα 28 ευρώ για το Άνω Διάζωμα, και έφταναν μέχρι τα 90 ευρώ, για τις θέσεις «VIP» -για όποιον αναρωτιέται για τα αρχικά, σημαίνουν «Πολύ Σημαντικά Πρόσωπα». Οι τιμές για σπουδαστές και άνεργους ξεκινούσαν από τα 22 ευρώ. Δηλαδή, για να παρακολουθήσει μια οικογένεια με δύο παιδιά μεγαλύτερης ηλικίας, χρειαζόταν να δαπανήσει τουλάχιστον 112 ευρώ. Ενώ για μια παράσταση που παρουσιάστηκε το περασμένο καλοκαίρι στο Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου, υπήρξαν προσφορές στα εισιτήρια, με τιμές από 16 έως 26 ευρώ, συμπεριλαμβανομένης της μεταφοράς και της παρουσίασης του έργου από θεατρολόγους. Άρα, το κόστος δύο σχετικά καλών θέσεων για ένα ζευγάρι, έφτανε τα 52 ευρώ.

Από τους δημόσιους φορείς πολιτισμού οργανώνονται και δωρεάν πολιτιστικές δράσεις, όπως κάποιες μέρες ελεύθερης εισόδου σε μουσεία, δωρεάν εισιτήρια για γενικές πρόβες παραστάσεων, ελεύθερες συναυλίες, και ορισμένες ενδιαφέρουσες πρωτοβουλίες «ανοίγματος» στην κοινωνία. Όμως, η «μεγάλη εικόνα» δεν είναι αυτή.

Οι φραγμοί στην επαφή με την τέχνη

«Ο πολιτισμός δεν είναι προνόμιο λίγων, αλλά δικαίωμα όλων», λένε συνήθως οι υπουργοί Πολιτισμού. Δε φαίνεται να ισχύει στην πράξη, και όχι μόνο για έναν λόγο.

Στη Βρετανία, περίπου 20 χρόνια πριν, η κυβέρνηση των Εργατικών εφάρμοσε τη δωρεάν είσοδο σε όλα τα μουσεία -που συνέχισαν, πάντως, να χρεώνουν είσοδο για ειδικές εκθέσεις. Όλα τα μουσεία τα οποία απελευθέρωσαν την είσοδο, είδαν εντυπωσιακή αύξηση επισκεπτών. Τον πρώτο χρόνο, στο μουσείο Βικτόρια και Άλμπερτ καταγράφηκε αύξηση 111%, από 1,1 σε 2,3 εκατομμύρια επισκέπτες. Το 2009, διαπιστώθηκε ότι οι επισκέψεις διπλασιάστηκαν, από 7,2 στα 16 εκατομμύρια το 2008. Το μέτρο «τράβηξε» πολύ περισσότερο κόσμο στα μουσεία. Προέκυψε, ωστόσο, ένα άλλο ζήτημα: το προφίλ των επισκεπτών δεν άλλαξε σημαντικά, αφού, όπως συζητήθηκε και συζητείται ακόμα στη Βρετανία, παρά  την κατάργηση των εισιτηρίων, παραμένουν άλλα εμπόδια που εμποδίζουν τους ανθρώπους από το να επισκέπτονται γκαλερί και μουσεία. Η έλλειψη γνώσης για την τέχνη της έκθεσης και μια αίσθηση φόβου για τα ίδια τα κτίρια, έκαναν τους ανθρώπους να αισθάνονται ότι δεν έχουν τα προσόντα να εκτιμήσουν «την τέχνη που κατέχει το έθνος». Η προσέλευση εκτοξεύτηκε, αλλά δεν υπήρξε η αναμενόμενη κοινωνική συμμετοχή. Άρα, η ελεύθερη είσοδος ήταν συνθήκη αναγκαία, αλλά όχι ικανή, για την προσέλκυση κόσμου που δε συνήθιζε να πηγαίνει σε τέτοιους χώρους. Οι επισκέψεις σχολείων είναι σίγουρα ένας τρόπος να έρθουν σε επαφή με την ιστορία και τον πολιτισμό μαθητές που αλλιώς δε θα είχαν τη δυνατότητα, αλλά δεν αρκούν για την δημιουργία μιας «ζωντανής», συνεχούς σχέσης του παιδιού με τον πολιτισμό σε αυτή του τη μορφή.

«10 ευρώ εισιτήριο δεν είναι πολλά χρήματα για μια όπερα» θα έλεγε ίσως κάποιος. Το άθροισμα, όμως, που προκύπτει για τα μέλη μιας οικογένειας είναι μεγάλο. «Για μια φορά δεν είναι τόσο δυσβάσταχτο», ίσως να ήταν ένα αντεπιχείρημα που θα ακολουθούσε. Ας υποτεθεί ότι αυτό ισχύει. Έχει αξία, όμως, να πηγαίνει μια οικογένεια μια φορά τον χρόνο σε μια παράσταση -ή η καλλιέργεια απαιτεί μια συστηματική σχέση με τον πολιτισμό; Αλλά πόσα χρήματα μπορούν να δαπανώνται ιδιωτικά για  μια σταθερή σχέση με την τέχνη, σε μια χώρα όπου πάνω από τα μισά νοικοκυριά δηλώνουν ότι το μηνιαίο εισόδημά τους επαρκεί κατά μέσο όρο για 19 μέρες, και πάνω από το 60% λέει ότι πρέπει να κάνει περικοπές για να καλύψει τις βασικές του ανάγκες, σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα της ΓΣΕΒΕΕ;

Η παρεμβολή του χρήματος στη σχέση του ανθρώπου με την ιστορία και τον πολιτισμό, γεννά και έναν άλλο προβληματισμό: μήπως μετατρέπει τον πολιτισμό σε εμπόρευμα; Και αν ναι, βοηθά αυτή η οπτική να γίνει πιο ελκυστικός σε μια κοινωνία που, για διάφορους λόγους, «κρατιέται» μακριά του;

Και υπάρχουν και άλλοι φραγμοί. Το Μέγαρο Μουσικής είναι ένας χώρος που αποπνέει πολυτέλεια και, σε συνδυασμό με μια μυθολογία που το έχει περιβάλλει, ίσως δημιουργεί σε κάποιον την αίσθηση ότι απαιτούνται ειδικοί κώδικες συμπεριφοράς εκεί. Είναι εύκολο να νιώσει ένας απλός άνθρωπος παράταιρος, αν όχι παρείσακτος. Του το θυμίζουν εξάλλου: οι θέσεις που προβλέπονται για οικονομικά ευάλωτους, άνεργους, πολύτεκνους, φοιτητές, «ειδικά εισιτήρια», είναι αυτές με τη χειρότερη ορατότητα στη σκηνή. Περίεργο, το αντίθετο δε θα ήταν λογικό να συμβαίνει; -αυτός που αντιμετωπίζει μεγαλύτερες δυσκολίες στην καθημερινότητά του, να παίρνει τις καλύτερες θέσεις στα δημόσια θεάματα; Να κάθονται, για παράδειγμα, οι άνεργοι και οι χαμηλόμισθοι στο κεντρικό θεωρείο, με την καλύτερη θέα, και οι «επίσημοι προσκεκλημένοι», στις λιγότερο προνομιακές θέσεις, αφού η ζωή τους είναι, ούτως ή άλλως, «προνομιακή»; Φυσικά, δεν περιμένει κανείς να ανατρέψει κάτι τέτοιο τους πραγματικούς όρους της ζωής ενός ανθρώπου, και ούτε θα μπορούσε να συμβεί στη σημερινή πραγματικότητα αυτή η ανακατανομή θέσεων -η κατανομή των οποίων γίνεται ακριβώς με βάση το πορτοφόλι και το κοινωνικό στάτους του καθένα, σε μια κοινωνία γεμάτη «ταξικούς μικρόκοσμους». Είναι, πάντως, μια ωραία νοερή εικόνα.

Αντίστοιχη, αλλά με άλλο περιεχόμενο, η επιφυλακτικότητα για την παρουσία κάποιου στην Επίδαυρο ή το Ηρώδειο. Είναι αυτή η ιδέα που «αιωρείται», ότι πρέπει κάποιος να γνωρίζει, για παράδειγμα, για το αρχαίο δράμα, να είναι καταρτισμένος και καλλιεργημένος για να «πατήσει το πόδι του» σε τέτοιους χώρους -και η απαίτηση να γνωρίζει και ποιο είναι το σωστό παπούτσι για την προστασία του αρχαίου χώρου. Ο ελιτισμός -αυθεντικός είτε «απομίμηση»- που κρύβει η άποψη ότι τα παραπάνω «οφείλει» να τα γνωρίζει ένας απλός άνθρωπος, καταλήγει να τον αποθαρρύνει αν τον κάνει να σκέφτεται αν «χωρά» στο Μέγαρο Μουσικής ή την Επίδαυρο. Ενώ, στην πραγματικότητα, ο καθένας έχει το δικαίωμα να βρίσκεται σε χώρους που ανήκουν σε όλους -χωρίς ιδιοκτήτες και «έλεγχο στην πόρτα».

Και αυτό, όχι μόνο επειδή ο πολιτισμός και οι χώροι του είναι «δημόσιο κτήμα». Αλλά και επειδή η τέχνη έχει αυτή την ικανότητα να γεννά πρωτόλεια συναισθήματα ακόμα και στον μη μυημένο. Από την άλλη, είναι αλήθεια ότι χρειάζεται καλλιέργεια και εξοικείωση για να κατανοεί κανείς περισσότερα -και να λαχταρά και περισσότερα. Αλλά πώς θα συμβεί η εξοικείωση της κοινωνίας με την τέχνη, αν δεν υπάρχει συστηματική επαφή από μικρή ηλικία; Αν έχει γεννηθεί ένα παιδί σε ένα σπίτι όπου ο κόπος για την επιβίωση δεν αφήνει χώρο, χρόνο και χρήμα για άλλες αναζητήσεις; Πώς θα αποκτήσει πρόσβαση και σχέση με τον πολιτισμό;

Στην πραγματικότητα, η πολιτική «εισόδου» σε χώρους τέχνης και πολιτισμού, είναι φορτισμένη με νόημα. Αποκαλύπτει δομικές αξίες μιας πολιτείας, συμπυκνώνει τον τρόπο που σκέφτεται. Βλέπει η πολιτεία τους χώρους πολιτισμού ως εταιρίες με σκοπό το κέρδος, ή ως καταφύγια γνώσης για όλους αδιακρίτως; Τα μουσεία δεν ιδρύθηκαν με σκοπό το κέρδος -περισσότερο μοιάζουν με σχολεία, με σκοπό την απόκτηση γνώσεων. Θα μπορούσε κανείς να φανταστεί τις βιβλιοθήκες να κόβουν εισιτήρια για να μπει κανείς μέσα; Τα έργα τέχνης δεν είναι «δρόμοι» μέσα από τους οποίους ο άνθρωπος ανακαλύπτει πράγματα για τον κόσμο και τον εαυτό του; Πόσο θα άλλαζε άραγε η εικόνα των μουσείων στο κοινό της χώρας αν καταργούσαν τα εισιτήρια, στέλνοντας το μήνυμα ότι πρώτος τους στόχος είναι η επαφή των ανθρώπων με την τέχνη, η κατανόηση της διαφορετικότητας αλλά και αυτών που ενώνουν τους ανθρώπους;

Αντίστοιχα, αν φεστιβάλ και θέατρα επιλέγουν να φιλοξενούν παραστάσεις και συναυλίες ωραίες, αλλά ακριβές ως παραγωγές, δεν είναι κοινωνικά δίκαιο, ως δημόσιοι πολιτιστικοί φορείς, να έχουν κρατική επιδότηση τέτοια ώστε να μπορεί ο καθένας να τις παρακολουθήσει, από τον «πρώτο» ως τον «τελευταίο» πολίτη; «Φεστιβάλ», φιέστα, γιορτή, δηλαδή, δημόσια χαρά -αυτό δε θα έπρεπε να είναι, χαρά που μπορεί να ζήσει ο καθένας;

Μπορεί η τέχνη να αλλάξει τον κόσμο; Δε μπορεί να τον αλλάξει. Μπορεί, όμως, να ενισχύσει στους ανθρώπους την επιθυμία να τον κάνουν καλύτερο. Επειδή, κοιτώντας «έξω», βλέπει ταυτόχρονα και  «μέσα». Λέει μια φράση, «η ομορφιά είναι στα μάτια του θεατή». Τι διαμορφώνει την άποψη του ανθρώπου για το τι είναι ωραίο; Οι εμπειρίες, είναι μία απάντηση. Η επαφή με την τέχνη και τον πολιτισμό, χωρίς εμπόδια και φραγμούς, είναι μια τέτοια εμπειρία. Αν ήταν ελεύθερα προσβάσιμη; Αν οι πολίτες έμπαιναν δωρεάν σε μουσεία και αρχαιολογικούς χώρους; Αν το ίδιο συνέβαινε με τις παραστάσεις και τις συναυλίες όλων των χώρων πολιτισμού που ανήκουν στο Δημόσιο; Αν η αγάπη στην τέχνη καλλιεργούνταν από νωρίς; Αν οι σχολικές ώρες για αυτά τα μαθήματα αυξάνονταν, συνοδεύονταν από καλλιτεχνικά εργαστήρια, αίθουσες με μουσικά όργανα και θεατρικά εργαστήρια, και αποσυνδέονταν από τους βαθμούς; Αν έμπαιναν οι «Καλοτεχνίτες» στα σχολεία; Στους χώρους εργασίας; Αν οι τοίχοι γέμιζαν εικόνες; Αν ακουγόταν μουσική; Αν λειτουργούσαν εργαστήρια μουσικής, κινηματογράφου, φωτογραφίας, θεάτρου σε κάθε περιοχή, για να μην αποκλείεται κανείς; Αν το μετρό και οι δρόμοι γέμιζαν με αφίσες που θα καλούν τον κάθε άνθρωπο να μπει στους πολιτιστικούς χώρους; Αν το μήνυμα ήταν «είσαι ευπρόσδεκτος, όποιος κι αν είσαι»;

Αλλά για να συμβούν όλα αυτά, χρειάζεται πρώτα να γίνει μια βασική επιλογή: στόχος είναι «να μην επιβαρύνει ο πολιτισμός τον προϋπολογισμό», ή να προστατεύει ο προϋπολογισμός τον πολιτισμό, για όλους; Και, αν ισχύει το δεύτερο, «πού θα βρεθούν τα χρήματα;» Κι αυτό επιλογή είναι. Θα σκεφτούν πολλοί, και δίκαια, «δεν προηγούνται άλλες ανάγκες;» Φυσικά και η ικανοποίηση των υλικών, βασικών αναγκών, είναι απαραίτητος όρος για να υπάρξουν όλα τα άλλα. Αλλά, διεκδικώντας ταυτόχρονα και «όλα τα άλλα», γίνεται ακόμα πιο φανερό πόσο όλες οι ανάγκες του ανθρώπου τελικά συνδέονται -και πως, αν η διεκδίκησή τους συνδεθεί, ίσως, δε θα χρειάζεται πια να μπουν προτεραιότητες.

 

Πηγή φωτογραφίας: Μέγαρο Μουσικής – Στέφανος Καραμανιάν

www.ert.gr

Open post

Φώτης Αγγουλές: «Έχουμε τη ζωή πολύ, πάρα πολύ αγαπήσει»

Φώτης Αγγουλές: «Έχουμε τη ζωή πολύ, πάρα πολύ αγαπήσει»

του Νάσου Μπράτσου

Το πραγματικό του όνομα ήταν Φώτης Χονδρουλάκης, αλλά έμεινε στην ιστορία σαν Φώτης «Αγγουλές». Ήταν ξημέρωμα της 27ης Μαρτίου στο κατάστρωμα του πλοίου «Κολοκοτρώνης», όταν έφυγε από τη ζωή (1911-1964) ταλαιπωρημένος από τις κακουχίες και πένης.

Εκτός από το ποιητικό του έργο είχε σημαντική δραστηριότητα στο αντιφασιστικό κίνημα του ελληνικού στρατού στη Μέση Ανατολή.

Πολλά στοιχεία για τη δράση του αναφέρονται και στο βιβλίο «Αιγαιοπελαγίτες πρόσφυγες στο Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο».

Όπως μας είχε δηλώσει η Καίτη Φράγκου – Ζηκίδη στα πλαίσια συνέντευξής της για το προσφυγικό της ταξίδι στο Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο: «Επόμενος σταθμός μας οι πηγές του Μωυσέως στην Αίγυπτο, σε ένα στρατόπεδο προσφύγων που πριν από μας είχαν Πολωνούς και Γιουγκοσλάβους, που όταν πήγαμε εμείς είχαν φύγει οι περισσότεροι. Εκεί βρεθήκαμε αρκετοί Έλληνες. Κάναμε διαμαρτυρίες για να μην μας στείλουν στο Κονγκό, όπου είχαμε μάθει ότι αρρώσταιναν πολλοί.

Μιλάμε για διαμαρτυρίες γυναικών, αφού οι άντρες ήταν στο στρατό. Κάποια στιγμή κρύψαμε κάτω από ένα καναπέ την Πασβάνη από το χωριό Οξέ της Ικαρίας που ήθελαν με τα κοριτσάκια της να την πάνε στο πλοίο για το Κονγκό. Δεν βρήκαν τη μάνα που κόντεψε να σκάσει κάτω από καναπέ που καθόμασταν και κάναμε ότι πλέκαμε και δεν πήγαν ούτε τα κοριτσάκια. Τελικά το καράβι έφυγε χωρίς να φορτώσει επιβάτες.

Εκεί γνώρισα τον Φώτη Αγγουλέ και εκεί αρχίζει και η ουσιαστική μου επαφή με τα βιβλία, την ποίηση, την κουλτούρα, κλπ Ερχόταν μαζί με ένα Χιώτη επιλοχία, σύνδεσμο της ΑΣΟ».

Για τον Φώτη Αγγουλέ είχαμε γράψει στα πλαίσια του ίδιου αφιερώματος και συγκεκριμένα στην ανάρτηση H διπλή προσφυγιά του ποιητή Φώτη Αγγουλέ.

Την αναδημοσιεύουμε τιμώντας τη μνήμη του με αφορμή την θλιβερή επέτειο του θανάτου του.

Από τις πλέον εμβληματικές μορφές μεταξύ των Ελλήνων προσφύγων και στρατευμένων στη Μέση Ανατολή, κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, ήταν ο Φώτης Αγγουλές. Το Αγγουλές που σημαίνει παλληκάρι, ήταν ψευδώνυμο αφού το κανονικό επίθετο ήταν Χονδρουλάκης.

Από το σημείο που έμελλε να γίνει στα χρόνια της κατοχής το hot spot των Ελλήνων προσφύγων, ξεκίνησε ο Φ. Αγγουλές το προσφυγικό του ταξίδι. Γεννήθηκε το 1911 στον Τσεσμέ και βρέθηκε πρόσφυγας στη Χίο, όπου κατά τη διάρκεια του μεσοπολέμου, έδειξε τα δείγματα γραφής του ταλέντου του.

Η χιακή κοινωνία τον αγκάλιασε και αυτός με σκληρή δουλειά όχι μόνο επαγγελματική, αλλά και προσπάθεια να μορφωθεί, ακόμα και νυχτερινές ώρες στη βιβλιοθήκη της Χίου «Κοραής». Εργάστηκε αρχικά σε ψαράδικο και μετά σαν τυπογράφος στη χιώτικη εφημερίδα «Ελευθερία» και άρχισε και τα πρώτα του βήματα στην ποίηση αλλά και στη δημοσιογραφία. Γνώρισε και διώξεις με αφορμή ένα σατιρικό ποίημα κατά του Μουσολίνι το 1936, που δημοσίευσε η εφημερίδα «Αλήθεια». Η σάτιρα μέσω της ποίησης ήταν η επιλογή του και στις εφημερίδες «Μιχαλού» και «Καμπάνα» των οποίων υπήρξε εκδότης, με συνέπειες φυλάκισης.

Ο πόλεμος τον οδήγησε σε άλλο ένα προσφυγικό ταξίδι, στη Μέση Ανατολή, που όπως πολλοί πρόσφυγες, εντάχθηκε στις ένοπλες δυνάμεις και τύπωνε και το ψυχαγωγικό περιοδικό του στρατού «Ελλάς».

Η φυσιογνωμία του και η λογοτεχνική του παρουσία, είχαν απήχηση μεταξύ των προσφύγων, αφού όπως μας είχε δηλώσει η Καίτη Φράγκου – Ζηκίδη: «Εκεί γνώρισα τον Φώτη Αγγουλέ και εκεί αρχίζει και η ουσιαστική μου επαφή με τα βιβλία, την ποίηση, την κουλτούρα, κλπ Ερχόταν μαζί με ένα Χιώτη επιλοχία, σύνδεσμο της ΑΣΟ».

Δίκαια ο Αγγουλές χαρακτηρίστηκε και σαν ο ποιητής της προσφυγιάς.

Η συμμετοχή του στο αντιφασιστικό κίνημα των στρατευμένων της Μέσης Ανατολής , είχε σαν συνέπεια να γνωρίσει όπως και αρκετοί άλλοι τις διώξεις και τα «σύρματα» και συγκεκριμένα στο Ντεκαμερέ, αφού μεταφέρθηκε με άλλους με το πλοίο Sheridan. Οι διώξεις συνεχίστηκαν και στη μεταπολεμική – μετεμφυλιακή περίοδο, έως το 1956, αφού ο Φ.Α. ποτέ δεν έκρυψε τη στράτευσή του στο χώρο της αριστεράς. Εργάστηκε στην εφημερίδα «Χιακός Λαός» και απεβίωσε στις 27/3/1964, σε ηλικία 53 ετών ταλαιπωρημένος από τις κακουχίες.

Ενδεικτικό της ποιητικής του γραφής είναι το «Μπιρ Χακίμ», τοποθεσία στη Λιβύη, όπου στις 24/5/1942 ο Ρόμελ επιτέθηκε και ανάγκασε τις συμμαχικές δυνάμεις σε ήττα και υποχώρηση. Ειδικά οι Γάλλοι στρατιώτες πλήρωσαν βαρύτατο φόρο αίματος. Αργότερα το Μπιρ Χακίμ, έγινε τόπος φυλάκισης Ελλήνων φαντάρων από τους Εγγλέζους, επειδή πήραν μέρος στην εξέγερση του ελληνικού στρατού, που στην ορολογία της ιστορίας έμεινε σαν «κίνημα της Μέσης Ανατολής».

Mπιρ Χακίμ
Αντιφασίστες Έλληνες το προσκλητήριο να γενεί
χωρίς κανένα σάλπισμα με σιγανή φωνή.

Τα ελληνικά σαλπίσματα αντιφασίστες σαλπιστές
για τους νεκρούς του Μπιρ Χακίμ γνώριμα τόσο πού `ναι
μέσα σ’ αυτή την έρημο δεν πρέπει ν’ ακουστούνε
μη σηκωθούνε κι οι νεκροί συντρόφοι μας και τρέξουνε
γιατί δεν πρέπει ο βωμός της Άγιας Του θυσίας
τόπος εξορίας πως έγινε να δούνε.

Μην τύχει και ξυπνήσουμε μέσα στην άναστρη βραδιά
τους Έλληνες συντρόφους μας που γαληνά κοιμούνται
αγκαλιασμένοι αδελφικά με τους φρουρούς του Μπιρ Χακίμ
του ήρωα γαλλικού λαού αθάνατα παιδιά.

Οι στίχοι έγιναν τραγούδι με μουσική επένδυση του Θωμά Μπακαλάκου και περιέχονται στο δίσκο «Πορεία στη Νύχτα».

www.ert.gr

Open post

Συγκίνηση, ένα βήμα μετά

Συγκίνηση, ένα βήμα μετά

της Μάχης Μαργαρίτη

Είναι μια εικόνα: πριν από λίγες μέρες, στις νότιες ακτές της Λέσβου, η σορός ενός παιδιού. Η εννιάχρονη κόρη μιας οικογένειας προσφύγων. Αγνοούνταν από τις 13 Φεβρουαρίου, όταν βούλιαξε η βάρκα που τους μετέφερε όλους σε «ασφαλές έδαφος». Η είδηση, και, κυρίως, η εικόνα που σχηματίζεται στο μυαλό από την είδηση, προκαλεί συναισθήματα σε πολλούς ανθρώπους: λύπη, θυμό, συγκίνηση.

Σχεδόν τρία χρόνια πριν, ρεπορτάζ της ΕΡΤ έχει τον τίτλο, «Παγκόσμια Συγκίνηση» -και είναι αλήθεια. Αυτό προκαλεί η φωτογραφία ενός πρόσφυγα από τη Συρία, τη στιγμή που αποβιβάζεται στη Λέσβο, κουβαλώντας στην πλάτη την τυφλή γυναίκα του και το μωρό τους.

Πριν από λίγους μήνες, σε ένα τηλεπαιχνίδι μαγειρικής, εμφανίζεται ένας 28χρονος από το Αφγανιστάν. Μαγειρεύοντας, διηγείται την ιστορία του. Κι η ιστορία του έχει μέσα «δράκους και τέρατα» -προσφυγιά, βασανιστήρια, απώλειες ανθρώπων. Η ιστορία του συγκινεί αυτούς που τον ακούν να μιλά μπροστά τους, και, από ό, τι φαίνεται στη συνέχεια, και πολλούς άλλους.

Η 21η Μαρτίου είναι η μέρα του χρόνου που τα Ηνωμένα Έθνη έχουν κηρύξει «Ημέρα κατά του Ρατσισμού και των Φυλετικών Διακρίσεων». Τα στοιχεία για την κατάσταση στον κόσμο είναι πολλά, και, σε μεγάλο βαθμό γνωστά. Αλλά υπάρχει χώρος και για μερικές ακόμα σκέψεις -σκέψεις για τις ορατές διακρίσεις, και τις πιο «αόρατες».

Στις αρχές Ιανουαρίου, η ελληνική Πολιτεία απέδωσε τιμητικά την ελληνική ιθαγένεια σε τρεις μετανάστες ψαράδες οι οποίοι κατά τη διάρκεια της πυρκαγιάς στο Μάτι έσωσαν ανθρώπους που είχαν πέσει στη θάλασσα για να σωθούν. Δύο άνθρωποι αιγυπτιακής καταγωγής, και ένας αλβανικής. Εφαρμόστηκε ο νόμος που προβλέπει την «τιμητική πολιτογράφηση για εξαιρετικές υπηρεσίες στην Ελλάδα». «Πάντα ένιωθα έλληνας», είχε πει ο ένας από τους τρεις ψαράδες, ο οποίος πήρε την ιθαγένεια μετά από 31 χρόνια στην Ελλάδα. 31 χρόνια. Μια ολόκληρη ζωή. Και αν δε συνέβαινε αυτό που συνέβη στο Μάτι; Αν απλώς ζούσε στην Ελλάδα μια ζωή, όπως χιλιάδες άλλοι μετανάστες και τα παιδιά τους; Οι τρεις ψαράδες τιμήθηκαν για την πράξη τους -και σωστά. Αλλά πόσο ηθικό είναι να εκτιμούνται από μια Πολιτεία άνθρωποι μόνο όταν κάνουν μια πράξη αυτοθυσίας; Δεν υπάρχουν αυτονόητα δικαιώματα, τα οποία αξίζουν σε όλους τους ανθρώπους; Η νομική σχέση με το κράτος στο οποίο ζει κανείς, δεν είναι ένα τέτοιο δικαίωμα;

Αντίστοιχα ερωτήματα προκαλεί και η «εθνική ταύτιση» με μετανάστες αθλητές όταν φαίνεται ότι «φέρνουν νίκες στη χώρα». Τα τέσσερα από τα πέντε αδέλφια Αντετοκούνμπο γεννήθηκαν και μεγάλωσαν στην Ελλάδα, αλλά δεν απέκτησαν αυτόματα το δικαίωμα της ιθαγένειας -το αντίθετο. Η οικογένεια δεν είχε εύκολη ζωή. Όταν ο Γιάννης Αντετοκούνμπο ξεχώρισε στο αμερικανικό πρωτάθλημα, πήρε τα έγγραφα της ελληνικής υπηκοότητας και από τότε η Ελλάδα καμαρώνει για τον «έλληνα Γιάννη Αντετοκούνμπο». Κι αν δεν εξελισσόταν στον αθλητή στον οποίο εξελίχθηκε; «Ήταν πάντα ένα καλό παιδί», λένε όσοι τον ήξεραν από παλιά. Πώς θα ήταν άραγε η ζωή του στην Ελλάδα; Θα χαίρονταν όλοι το ίδιο για την παρουσία ενός καλού παιδιού μεταναστών από τη Νιγηρία στην Ελλάδα; Ένα «καλό παιδί» είναι ευπρόσδεκτο μόνο όταν φέρνει εθνικές νίκες; Και ένα απλό παιδί μεταναστών -ποιος ξέρει αν είναι «καλό» ή «κακό»- είναι ανεπιθύμητο στη χώρα; Είναι ανεπιθύμητο μόνο αν είναι «όχι καλό» παιδί μεταναστών, αλλά ευπρόσδεκτο αν είναι «όχι καλό» παιδί ελλήνων;

Και αν αυτές είναι οι όχι και τόσο ορατές διακρίσεις λόγω ατομικών επιτευγμάτων, ακόμα λιγότερο ορατές στη δημόσια συζήτηση είναι οι διακρίσεις μεταξύ «ξένων» λόγω χρήματος. Τα τελευταία χρόνια, χιλιάδες πολίτες τρίτων χωρών αποκτούν άνετα άδειες διαμονής σε ευρωπαϊκές χώρες, εφόσον αγοράζουν ακίνητα μεγάλης αξίας -στην Ελλάδα το «πλαφόν» είναι οι 250.000 ευρώ. «Χρυσή βίζα» λέγεται το πρόγραμμα, και είναι μια απτή απόδειξη του ότι σύνορα υπάρχουν μόνο για τους φτωχούς -οι πλούσιοι τα «περνούν» πληρώνοντας, νόμιμα, και είναι και ευπρόσδεκτοι. Το ίδιο χρονικό διάστημα, χιλιάδες άνθρωποι είναι εγκλωβισμένοι σε απερίγραπτες συνθήκες σε καταυλισμούς, και αναρίθμητοι άλλοι πνίγονται προσπαθώντας να φτάσουν σε ευρωπαϊκό έδαφος ή περιμένουν ατελείωτες ώρες σε ουρές για γραφειοκρατικές διαδικασίες.

Αλλά αν αυτά συμβαίνουν επίσημα, αν αυτή είναι η στάση των θεσμών απέναντι στους ξένους, «από κάτω», ένας άλλος κόσμος κινείται. Είναι όλοι αυτοί που δείχνουν  έμπρακτα αλληλεγγύη σε αυτούς που φτάνουν στη χώρα. Είναι τα «βουνά» από είδη πρώτης ανάγκης που συγκεντρώνονταν για τους πρόσφυγες. Είναι αυτοί που περιμένουν με ανοιχτή αγκαλιά τα παιδιά των προσφύγων την πρώτη μέρα του σχολείου, για να τους πουν να μη φοβούνται.

Είναι και εκείνοι, ίσως πολλοί, που βρίσκονται «κάπου ανάμεσα»: λυπούνται για αυτά που συμβαίνουν, αλλά αισθάνονται και ανίσχυροι. Νιώθουν άσχημα για τις συνθήκες ζωής των προσφύγων, αλλά στέκονται και επιφυλακτικά μπροστά στον άγνωστο «άλλο». Είναι τοπικές κοινωνίες και γειτονιές που πρέπει να διαχειριστούν «έναν νέο κόσμο» -χωρίς κανένας να τους έχει μιλήσει για αυτό. Και πρέπει να συνυπάρξουν, σε δύσκολες συνθήκες, με αυτούς που καταφτάνουν. Με όλους αυτούς που φτάνουν προσπαθώντας να ξεφύγουν από βόμβες και συγκρούσεις στις οποίες είναι πανταχού παρών ο «δυτικός κόσμος». Με όλους αυτούς που έρχονται αναζητώντας μέλλον στον «δυτικό κόσμο» -ο οποίος ιστορικά οικοδόμησε την ευημερία του πάνω στην εκμετάλλευση φυσικών και ανθρώπινων πόρων του υπόλοιπου κόσμου.

Απελπισμένοι άνθρωποι που ψάχνουν κάτι καλύτερο μπροστά, απογοητευμένοι άνθρωποι που δε βλέπουν κάτι καλύτερο μπροστά. Αυτά που τους ενώνουν, είναι πολύ περισσότερα από αυτά που τους χωρίζουν -και αυτό που κυρίως τους ενώνει είναι η κοινή καταπίεση εντός ενός οικονομικού συστήματος το οποίο γεννά πολέμους και ανισότητα. Πολλές φορές, αυτό δεν είναι εύκολα ορατό με τη λογική, σε ένα οικονομικό και κοινωνικό περιβάλλον αγριότητας, με κάθε είδους ρατσισμό και διαίρεση να καλλιεργείται και να υποδαυλίζεται από πολλούς διαύλους. Όμως, το συναίσθημα για τον άνθρωπο που έρχεται σε μια ξένη χώρα και δεν έχει κυριολεκτικά τίποτα, είναι πιο πεισματάρικο από τη λογική. Και είναι παρόν σε πολύ περισσότερους ανθρώπους από όσους κάνουν πολιτική δράση ή ακτιβισμό.

Συγκίνηση. Σημαίνει «συν-κινώ». Το βασικό χαρακτηριστικό της συγκίνησης, λέει η γνωστική ψυχολογία, είναι η εσωτερική κινητοποίηση του οργανισμού, η ετοιμότητα για δράση. Στις 16 Μαρτίου, λίγες μέρες πριν από την Παγκόσμια Ημέρα κατά του Ρατσισμού και των Φυλετικών Διακρίσεων, σε όλο τον κόσμο, και στην Ελλάδα, άνθρωποι κινούνται. Κινούνται για να υψώσουν ένα ανθρώπινο τείχος απέναντι στον ρατσισμό. Κινούνται για να υπερασπιστούν άλλους ανθρώπους, σε πιο αδύναμη θέση από τους ίδιους. Κινούνται, πέρα από τους εαυτούς τους.

Συγκίνηση: η ύπαρξή της δίνει αισιοδοξία -επειδή δηλώνει την ύπαρξη ενσυναίσθησης, την ικανότητα να μπαίνει κανείς στη θέση του άλλου. Αλλά, μήπως, από το να συγκινείται κανείς μόνος, παρακολουθώντας από την τηλεόραση τη ζωή και τα δράματά της να συμβαίνουν, είναι καλύτερο να ενώσει τα συναισθήματά του με τους άλλους, «εκεί έξω»; Εκεί όπου γράφεται το σενάριο μιας καλύτερης ζωής, συλλογικά;

υστερόγραφο: η φωτογραφία, είναι από την περιοχή των καλλιεργειών γης στη Μανωλάδα. Την έστειλε η οργάνωση Generation 2.0 Red. Είναι τα νέα παραπήγματα στη θέση του καταυλισμού των εργατών όπου ξέσπασε η πυρκαγιά του περασμένου Ιουνίου. Εκεί όπου, σύμφωνα με στοιχεία της οργάνωσης, ζουν πάνω από 6.000 εργάτες από το Μπαγκλαντές, το Πακιστάν, και κάποιες βαλκανικές χώρες. Τι νιώθει άραγε κανείς κοιτώντας τη φωτογραφία; Δε νιώθουν όλοι το ίδιο. Αλλά, όσοι αισθάνονται ότι, απλώς, δεν επιτρέπεται, σήμερα, άνθρωποι να ζουν έτσι, μπορούν να κάνουν κάτι παραπάνω από το να λυπούνται. Στις 16 Μαρτίου, στους δρόμους, γίνεται ένα βήμα μετά τη συγκίνηση.

 

www.ert.gr

Posts navigation

1 2 3 4 14 15 16
Scroll to top