Open post

Λίγες μέρες μετά τον «πολιτικό σεισμό» της Θουριγγίας

Λίγες μέρες μετά τον «πολιτικό σεισμό» της Θουριγγίας

της Μάχης Μαργαρίτη

Το γεγονός είναι γνωστό: για πρώτη φορά μετά το τέλος του Τρίτου Ράιχ στη Γερμανία, ένας πρωθυπουργός κρατιδίου εκλέγεται με τις ψήφους ενός ακροδεξιού κόμματος, μετά από μια αμφιλεγόμενη -αλλά όχι παράτυπη- διαδικασία. Τι ακολουθεί; Διαδηλώσεις σε όλη τη χώρα, παραίτηση της νέας επικεφαλής των Χριστιανοδημοκρατών, αβεβαιότητα για την επόμενη μέρα. «Σοκ» χαρακτηρίζουν μέσα ενημέρωσης τα γεγονότα. Πολιτικοί δηλώνουν άγνοια. Ήταν τόσο απρόβλεπτα όσα συνέβησαν στο μικρό κρατίδιο της Θουριγγίας -ή μήπως όχι; Και, είτε ήταν απρόβλεπτα είτε όχι, τι σημαίνουν όλα αυτά για τη Γερμανία, την Ευρώπη, και τον υπόλοιπο κόσμο;

Η Θουριγγία είναι ένα μικρό κρατίδιο της Γερμανίας, κομμάτι άλλοτε της Λαοκρατικής Δημοκρατίας της Γερμανίας. Έχει δύο εκατομμύρια κατοίκους, και από το 2014, την πρώτη κυβέρνηση της Γερμανίας από την επανένωση του 1990 με πρωθυπουργό από την Αριστερά, και εταίρους τους Σοσιαλδημοκράτες και τους Πράσινους –η λεγόμενη «κόκκινη-κόκκινη-πράσινη» κυβέρνηση, κι αυτή πρώτη στην ιστορία της χώρας. Ο συνασπισμός κυβερνούσε επί πέντε χρόνια με πλειοψηφία μιας έδρας στη βουλή. Τον Οκτώβριο του 2019 έγιναν προγραμματισμένες εκλογές. Το τοπικό Κόμμα της Αριστεράς, προερχόμενο από την εθνική Die Linke, παρέμεινε πρώτη δύναμη, με ελαφρά αύξηση των ψήφων. Έχασαν, όμως, ποσοστά κυρίως οι Σοσιαλδημοκράτες, και λιγότερο οι Πράσινοι σύμμαχοί του. Τέσσερις έδρες έλειπαν τώρα από τον συνασπισμό για να ξανακάνει κυβέρνηση. Ούτε η «συμβατική» αντιπολίτευση, όμως, μπορούσε να σχηματίσει κυβέρνηση, αφού οι Χριστιανοδημοκράτες του κόμματος της Άγκελα Μέρκελ είχαν τεράστιες απώλειες, ενώ οι Φιλελεύθεροι Δημοκράτες μετά βίας κατάφεραν να μπουν στη βουλή. Ποιος είχε εκρηκτική άνοδο; Το ακροδεξιό κόμμα «Εναλλακτική για τη Γερμανία»-AfD, που βρέθηκε με πάνω από 23% να είναι δεύτερη δύναμη στη βουλή μετά την Αριστερά με λίγο πάνω από το 30%.

Την περασμένη εβδομάδα έγιναν τρεις ψηφοφορίες -μυστικές- για να εκλεγεί πρωθυπουργός. Υποψήφιος ήταν ο απερχόμενος πρωθυπουργός Μπόντο Ράμελοου από την Αριστερά, και απέναντί του είχε τον υποψήφιο της ακροδεξιάς. Στον τρίτο γύρο, ο ακροδεξιός υποψήφιος αποσύρθηκε, και έθεσε ξαφνικά υποψηφιότητα στέλεχος των Φιλελεύθερων, του φιλοεπιχειρηματικού κόμματος FDP. Στην τελευταία ψηφοφορία, με απλή πλέον πλειοψηφία, τον ψήφισαν οι Χριστιανοδημοκράτες, και η ακροδεξιά. Έτσι, πρωθυπουργός εκλέχτηκε ο Τόμας Κέμεριχ. Και «έσπασε» μια πολιτική παράδοση στη Γερμανία: να μη συμμετέχει ποτέ στην κυβέρνηση με οποιονδήποτε τρόπο η ακροδεξιά. Και άνοιξε ο ασκός.

«Οργανωμένο» ή «τυχαίο» γεγονός;

Μόλις έγινε γνωστό το αποτέλεσμα, χιλιάδες άνθρωποι βγήκαν στους δρόμους για να διαμαρτυρηθούν για τη στάση Χριστιανοδημοκρατών και Φιλελεύθερων. Η Άγκελα Μέρκελ -που βρισκόταν πολύ μακριά, στην Αφρική- ζήτησε να αναστραφεί το αποτέλεσμα με νέα προσφυγή στις κάλπες. Ο νεοκλεγείς πρωθυπουργός ανακοίνωσε ότι παραιτείται. Η ηγεσία των Χριστιανοδημοκρατών εμφανίστηκε να μη γνωρίζει όσα επρόκειτο να συμβούν, καθώς η γερμανίδα καγκελάριος είχε αποκλείσει μια συνεργασία του κόμματός της με την ακροδεξιά. Οι τοπικοί βουλευτές του κόμματος έδρασαν «ενάντια στις συστάσεις και απαιτήσεις» της ηγεσίας στο Βερολίνο, είπε η νέα ηγέτης του CDU Ανεγκρέτ Κραμπ-Καρενμπάουερ.

Συνεργάστηκαν ή όχι τα τρία τοπικά κόμματα -Χριστιανοδημοκράτες, Φιλελεύθεροι και ακροδεξιά; Υπήρχε προσυνεννόηση; Είτε υπήρξε είτε όχι συνεργασία τη συγκεκριμένη στιγμή, το σίγουρο είναι ότι το «κλίμα» καλλιεργούνταν το τελευταίο διάστημα -κυρίως καθώς αναμενόταν η εκλογική προέλαση του AfD στις εκλογές του Σεπτεμβρίου σε άλλα δύο κρατίδια της ανατολικής Γερμανίας, τη Σαξονία και το Βραδεμβούργο.

«Δε θα έπρεπε να αποκλείσουμε μια συμμαχία» με το AfD έλεγε τον Ιούνιο ο Ούλριχ Τόμας, ένας από τους τοπικούς ηγέτες των Χριστιανοδημοκρατών στη Σαξονία. «Δεν είναι δυνατό τώρα, αλλά δεν ξέρουμε πώς θα είναι η κατάσταση σε δύο ή πέντε χρόνια από τώρα». Μαζί με έναν άλλο τοπικό ηγέτη του CDU, τον Λαρς Ζίμερ, σημείωναν σε εσωτερικό έγγραφο ότι ψηφοφόροι του κόμματός τους και του AfD έχουν στην πραγματικότητα παρόμοιους σκοπούς. Το CDU απέτυχε, σημείωναν να αντιμετωπίσει ορθά «τα πολυπολιτισμικά ρεύματα των αριστερών κομμάτων και ομάδων». Σχεδόν ταυτόχρονα, ο πρώην επικεφαλής των υπηρεσιών πληροφοριών και μέλος της δεξιάς πτέρυγας του CDU Χανς-Γκέοργκ Μέισεν επίσης αρνούνταν να αποκλείσει μια συνεργασία σε εθνικό επίπεδο: «Ποτέ δεν ξέρεις», έλεγε χαρακτηριστικά.

Στο κόμμα του CDU  στη Θουριγγία διαφαινόταν ότι πολλοί θεωρούσαν πως κάποιας μορφής συνεργασία με το AfD θα ήταν προτιμότερη από το να στηρίξουν σοσιαλιστή υποψήφιο. Κι αυτό παρότι είναι γνωστό πως ο ηγέτης της ακροδεξιάς στη Θουριγγία Μπιορν Χέκε θεωρείται η πιο ακραία μορφή της και η πιο διχαστική φιγούρα στη χώρα -έχει, μάλιστα, ιδρύσει κίνηση, τη λεγόμενη «Πτέρυγα», συγκεντρώνοντας τα πιο ακραία στοιχεία. Δικαστήριο έκρινε τον περασμένο Σεπτέμβριο ότι είναι νομικά αποδεκτό να αποκαλείται ο Χέκε «φασίστας», ενώ ο ερευνητής Άξελ Σαλχάιζερ έλεγε στη Ντόιτσε Βέλε ότι οι ομιλίες του Χέκε και άλλων μελών του AfD είναι γεμάτες λέξεις και φράσεις που παραπέμπουν στον λόγο των ναζί.

Η ηγεσία του κόμματος μπορεί να προειδοποιούσε κατά ενεργειών για συνεργασία με το AfD, όμως, πολιτικοί των Χριστιανοδημοκρατών μιλούσαν ανοιχτά για το θέμα. Η πραγματικότητα είναι, ότι το ζήτημα είχε πια ανοίξει.

Η «κανονικοποίηση» της ακροδεξιάς

Λίγο πριν τις ψηφοφορίες για την ανάδειξη πρωθυπουργού, ο δημόσιος ραδιοτηλεοπτικός σταθμός MDR της Θουριγγίας οργάνωσε μια συζήτηση με εκπροσώπους των κομμάτων. O εκπρόσωπος της ακροδεξιάς εμφανίστηκε διατεθειμένος για προγραμματικές συνεργασίες, λέγοντας ότι υπάρχουν «σίγουρα πολλές θέσεις στις οποίες θα είμαστε απέναντι», αλλά έχουν ήδη καταγραφεί περιπτώσεις στην τελευταία νομοθετική περίοδο όπου «το AfD υπήρξε ξεκάθαρα στην πλευρά του κόκκινου-κόκκινου-πράσινου στρατοπέδου». Ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του AfD έφερε ως παράδειγμα την κατάργηση ενός φόρου για την κατασκευή δρόμων. Το κόμμα θα αποφασίζει με αντικειμενικά κριτήρια, είπε. Είναι προφανές ότι το AfD επιδιώκει να καταγραφεί στα μάτια και τα μυαλά των πολιτών ως «ένα ακόμα κόμμα», που μετέχει με «φυσιολογικό τρόπο» στην κοινοβουλευτική ζωή της χώρας. Κατανοητή και αναμενόμενη τακτική.

Πώς απάντησε ο εκπρόσωπoς του κόμματος της Αριστεράς και επικεφαλής της καγκελαρίας στη Θουριγγία; «Οπωσδήποτε δε θα φτιάξω κανέναν νόμο με τον κ. Χέκε στον οποίο το μνημείο του Ολοκαυτώματος στο Βερολίνο θα αναφέρεται ως μνημείο ντροπής», τόνισε, θέλοντας να βάλει τις διαχωριστικές γραμμές. Αλλά, ζητήματα που αφορούν τα οικονομικά των δήμων μπορούν να συζητηθούν με τοπικούς πολιτικούς από το AfD, πρόσθεσε. Όταν, όμως, όλα τα κόμματα, και η αριστερά, εμφανίζονται διατεθειμένα να συζητούν με την ακροδεξιά, έστω για επιμέρους ζητήματα, ποιο είναι το μήνυμα που καταγράφεται στο μυαλό όσων ακούνε; Ότι αυτή μπορεί και να είναι ισότιμος συνομιλητής. Όπως όλοι οι άλλοι. Η κοινωνία παίρνει ένα λεγόμενο «διπλό», αντιφατικό μήνυμα: από τη μια ακούει όλα τα πολιτικά κόμματα να λένε ότι αποκλείουν κάθε μετεκλογική συνεργασία με την ακροδεξιά, και από την άλλη τα βλέπει να συνομιλούν μαζί της για επιμέρους συνεργασίες. Και εφόσον η ακροδεξιά «φυσιολογικοποιείται» -άρα είναι από όλους αποδεκτά κάποια από αυτά που κάνει- γιατί να μην είναι αποδεκτά και άλλα που λέει ή κάνει; Αν οι ψήφοι της για επιμέρους νομοσχέδια είναι ζητούμενες και αποδεκτές προκειμένου να επιτευχθεί κάτι, γιατί να μη μπορεί και να συμμετέχει σε κυβερνήσεις, σήμερα, αύριο, ή σε λίγα χρόνια; Το μήνυμα που φτάνει στο μυαλό των ανθρώπων πιθανά προκαλεί σύγχυση.

Από την άλλη, οι Σοσιαλδημοκράτες έκαναν και στις τελευταίες εκλογές -του 2017- την επιλογή να συμμετέχουν στον «μεγάλο συνασπισμό» στην ομοσπονδιακή κυβέρνηση της Γερμανίας, μαζί με τους Χριστιανοδημοκράτες. Άφησαν, έτσι, τη θέση του επικεφαλής της αντιπολίτευσης στην ακροδεξιά, αφού το AfD ήταν τρίτο κόμμα στη Γερμανία στις τελευταίες εκλογές.

Η αλήθεια είναι, επίσης, ότι υπήρξαν ακόμα και προτροπές στους Χριστιανοδημοκράτες της Θουριγγίας, να εξετάσουν το ενδεχόμενο συνεργασίας με την αριστερά ώστε να αποκλείσουν την ακροδεξιά. Όλες αυτές οι διεργασίες, όμως, «θολώνουν» τα νερά. Η θεωρούμενη ως μια «εναλλακτική στο σύστημα» αριστερά εμφανίζεται και αυτή ως συστημική παρουσία. Και η ακροδεξιά πετυχαίνει έτσι να παρουσιάσει όλους τους υπόλοιπους ως ένα στρατόπεδο, το «δημοκρατικό μέτωπο», βάζοντας τον εαυτό της στο άλλο στρατόπεδο, να εκπροσωπεί «τους απλούς ανθρώπους ενάντια στο κατεστημένο». Και ακόμα, ένα «δημοκρατικό μέτωπο» στο οποίο δε γίνονται σαφείς οι διαφορές των κομμάτων όσον αφορά θέματα που έχουν να κάνουν με την υλική επιβίωση των ανθρώπων, ενέχει έναν κίνδυνο: να τους κάνει όλους να φαίνονται ίδιοι. Και αν οι άνθρωποι γίνονται φτωχότεροι, δεν έχουν δουλειές, και δεν έχουν μέλλον, τους βάζουν όλους στο ίδιο «τσουβάλι» -τους θεωρούν εξίσου υπεύθυνους.

Την απογοήτευση στην ανατολική Γερμανία, την ανασφάλεια για το μέλλον, φαίνεται ότι σε έναν βαθμό τα κεφαλαιοποιεί η ακροδεξιά. Που μπορεί να προβάλλει ως η «δύναμη ενάντια στο κατεστημένο», αλλά δεν κρύβει αυτό που πάνω από όλα την απασχολεί. «Ο λαός της Θουριγγίας ψήφισε για τη Wende 2.0», έλεγε ο αρχηγός του AfD στη Θουριγγία μετά τις εκλογές του Οκτωβρίου. Η  «πρώτη Wende», ή «αλλαγή», είναι η πτώση του Τείχους του Βερολίνου -και ο πολιτικός συμβολισμός του- πριν από τρεις δεκαετίες.

Η άνοδος της ακροδεξιάς στην ανατολική Γερμανία

Η εκλογική βάση του AfD μεγάλωσε πολύ και γρήγορα σε τρεις αλλεπάλληλες εκλογές στην ανατολική Γερμανία. Στις εκλογές σε Σαξονία και Βραδεμβούργο τον Σεπτέμβριο, και στη Θουριγγία τον Οκτώβριο, το AfD ήρθε δεύτερο. Το κόμμα κινητοποιεί ψηφοφόρους που δεν ψήφιζαν μέχρι τώρα, και αυτό έχει τη σημασία του. Είναι το μεταναστευτικό η αιτία; Στη δυτική Γερμανία, όμως, που έχει δεχτεί μεγαλύτερο αριθμό μεταναστών, η ακροδεξιά παίρνει το μισό των ψήφων από ό,τι στην ανατολική, σύμφωνα με ερευνητές από το LSE και το πανεπιστήμιο Άνγκλια Ράσκιν που έγραφαν σχετικά στον Guardian τον περασμένο Σεπτέμβριο. Γιατί, λοιπόν, αυτή η ρητορική βρήκε πιο γόνιμο έδαφος στα ανατολικά της χώρας;

Πρώτα πρέπει να δει κανείς την κατάσταση σε ανατολικές περιοχές που έχουν ζήσει μεγάλα κύματα εξωτερικής μετανάστευσης μετά την επανένωση. Νέοι κυρίως φεύγουν προς τα δυτικά, περιοχές μένουν με γηράσκοντες πληθυσμούς και οικονομική στασιμότητα. Πάνω από το ένα τρίτο των ανατολικογερμανών περιγράφουν τους εαυτούς τους ως πολίτες δεύτερης κατηγορίας. Εκατομμύρια άνθρωποι μετά την επανένωση βρέθηκαν στην ανεργία, ή αναγκάστηκαν να κάνουν δουλειές πολύ κατώτερες των προσόντων τους. Άλλη μια πηγή απογοήτευσης ήταν η ξαφνική απόσυρση των κρατικών και δημόσιων υπηρεσιών σε μια περιοχή όπου το κράτος φρόντιζε για όλα. Σχολεία έκλεισαν, γραμμές τρένων καταργήθηκαν, το σύστημα υγείας άλλαξε. Η αίσθηση ότι έχουν εγκαταλειφθεί μόνοι, και ότι κανείς δε νοιάζεται για αυτούς, έγινε έντονη. Τη μαζική άφιξη μεταναστών το 2015-16 χρησιμοποίησε στη ρητορική της η ακροδεξιά, βρίσκοντας τον «αποδιοπομπαίο τράγο».

Το να διαβαστούν λάθος οι λόγοι για την άνοδο του AfD κρύβει τεράστιους κινδύνους, σημειώνεται στο άρθρο. «Έχοντας χάσει ένα εκατομμύριο ψηφοφόρους προς το AfD, το κόμμα της Άγκελα Μέρκελ απάντησε με μια δεξιά στροφή στο μεταναστευτικό, κόβοντας επιδόματα και διευκολύνοντας την κράτηση, την απέλαση και την ποινικοποίηση των μεταναστών και των ακτιβιστών υπέρ των δικαιωμάτων των μεταναστών. Αυτή η πολιτική δε φαίνεται να αποδίδει. Αντίθετα, στρέφει ακόμα μεγαλύτερα τμήματα της κοινωνίας στην Ακροδεξιά, αφού κάνει τη ρητορική της να φαίνεται σωστή.»

Είναι γεγονός ότι τρεις δεκαετίες μετά την πτώση του Τείχους, στην ανατολική Γερμανία συσσωρεύεται απογοήτευση και οργή. Δεν τη «διαβάζουν» όλοι με τον ίδιο τρόπο. «Μην αφήσετε τον Καρλ Μαρξ να ξαναρθεί στο γραφείο του πρωθυπουργού», προειδοποιούσε η Άγκελα Μέρκελ τους ψηφοφόρους της Θουριγγίας πριν από τις εκλογές του 2014 -που έφεραν τελικά την αριστερά στην κυβέρνηση. «Ο συνασπισμός μας δε θα κάνει τα πάντα διαφορετικά, αλλά θα τα κάνει καλύτερα», έλεγε λίγο μετά από τον σχηματισμό κυβέρνησης η εκπρόσωπος της αριστεράς. Πράγματι, έγινε μια διαχείριση της κατάστασης. Η κυβέρνηση Ράμελοου άσκησε μια μετριοπαθή σοσιαλδημοκρατική διοίκηση. Έδωσε χρήματα σε δήμους, αλλά πολλοί είπαν «πολύ λίγα, πολύ αργά». Μειώθηκε η ανεργία, αλλά παρέμειναν οι χαμηλοί μισθοί, ενώ ο πληθυσμός έτσι κι αλλιώς μειωνόταν λόγω μετανάστευσης. Αρνήθηκε να συναινέσει σε σκληρότερα μέτρα για τους μετανάστες, αλλά συνέχισε να συμμετέχει σε απελάσεις. Στα πέντε χρόνια διακυβέρνησης, φάνηκε ότι ο Καρλ Μαρξ δεν πέρασε από τη Θουριγγία.

Βέβαια, το κόμμα της Αριστεράς ξαναβγήκε πρώτο -ενώ στα άλλα δύο ανατολικογερμανικά κρατίδια που είχαν εκλογές τον Σεπτέμβριο ήταν κοντά στο 10%- αυξάνοντας κατά τρεις μονάδες τα ποσοστά του στις εκλογές του 2019. Το κόμμα πήρε τη θέση των Σοσιαλδημοκρατών, τουλάχιστον σε ποσοστά. Ο πρωθυπουργός Μπόντο Ράμελοου, γιος πάστορα και θρησκευόμενος ο ίδιος -από τους λίγους στο κόμμα του- κράτησε αποστάσεις από ιδεολογικές διαμάχες στην αριστερά. Χαρακτηρίστηκε «πραγματιστής», προσγειωμένος, και επικέντρωσε την προεκλογική καμπάνια στα τοπικά επιτεύγματά του –σε κάποιες αφίσες δεν αναφερόταν καν η «Die Linke», το όνομα του κόμματός του. Η τακτική απέδωσε -εκλογικούς- καρπούς για το κόμμα, αλλά πώς; Το κόμμα της Αριστεράς βγήκε πρώτο στους άνω των 60. Στους νέους κάτω των 30 ετών και στην ηλικιακή ομάδα 30-60, πρώτο ήρθε το AfD.

Τι σημαίνει αυτό; Καταρχάς, οι μεγαλύτερης ηλικίας πολίτες θυμούνται τι σημαίνει πόλεμος και τι φασισμός, αλλά έχουν και μνήμες της ζωής στην ανατολική Γερμανία. Πιθανά είναι πιο φυσικό για αυτούς να κρατούν απόσταση από την ακροδεξιά, και να πιστεύουν στην αριστερά ως πολιτική δύναμη, ακόμα και για λόγους νοσταλγίας. Εξίσου πιθανό είναι να επιζητούν περισσότερο μια σχετικά «ασφαλή» διακυβέρνηση-διαχείριση, που δε θα κάνει μεγαλύτερο κακό αλλά ούτε θα φέρει κάποια ανατροπή.

Αντίθετα, οι δυναμικές και παραγωγικές ηλικίες στράφηκαν στην ακροδεξιά. Άρα, αυτή βλέπουν ως δύναμη που μπορεί να «ταράξει τα νερά»; Την εμπιστεύονται, ή στέλνουν μήνυμα προς όλους τους άλλους; Στις εκλογές το AfD πήρε το 23% των ψήφων, αλλά σε δημοσκόπηση μόλις το 8% όσων την ψήφισαν είπαν ότι θα ήθελαν ακροδεξιό πρωθυπουργό. Πώς συμβαίνει να εμφανίζεται ως δύναμη σύγκρουσης με το κατεστημένο η ακροδεξιά –όχι μόνο στη Θουριγγία, όχι μόνο στη Γερμανία, όχι μόνο στην Ευρώπη;

Η επόμενη μέρα      

Τι ακολουθεί; Στη Θουριγγία, δημοσκόπηση μετά τα τελευταία γεγονότα την οποία δημοσιεύει η Ντόιτσε Βέλε δείχνει το κόμμα της Αριστεράς να εκτοξεύεται σχεδόν στο 40%, τους Χριστιανοδημοκράτες να «βυθίζονται», τους Φιλελεύθερους να μην αγγίζουν καν το όριο εισόδου στην τοπική βουλή –αλλά το AfD να κρατά σταθερή, και μάλιστα να αυξάνει ελαφρά, την εκλογική του δύναμη, παρά την κατακραυγή. Είναι αυτό «φωτογραφία στιγμής», ή αποτυπώνει κάτι βαθύτερο;

Τι μπορεί να σημαίνουν όσα συμβαίνουν στο κρατίδιο της Θουριγγίας για την κεντρική πολιτική σκηνή της Γερμανίας; Πυροδοτούν σίγουρα εξελίξεις στο κόμμα των Χριστιανοδημοκρατών. Ήδη, η επικεφαλής του Ανεγκρέτ Κραμπ-Καρενμπάουερ, «διάδοχος» της Άγκελα Μέρκελ στο κόμμα εδώ και έναν χρόνο, ανακοίνωσε ότι θα παραιτηθεί και δε θα είναι υποψήφια για την καγκελαρία. Στο εσωτερικό του κόμματος, είναι πιθανό να κλιμακωθεί η σύγκρουση ανάμεσα στις πτέρυγες για το πώς θα κινηθεί. Ακόμα πιο σκληρή γραμμή, για παράδειγμα στο μεταναστευτικό, με στόχο να πάρουν πίσω ψηφοφόρους που φεύγουν προς την ακροδεξιά, ή όχι, εφόσον κρίνουν ότι πληρώνουν βαρύ τίμημα εκλογικά; Προσέγγιση της ακροδεξιάς για να αποτρέψουν συμμετοχή αριστερών κομμάτων στη διοίκηση, ή όχι, εφόσον αυτό «γυρνάει μπούμερανγκ»;

Πώς θα αντιδράσουν οι Σοσιαλδημοκράτες, που συμμετέχουν στην κυβέρνηση; Με νέο δεδομένο την -τυχαία ή μη- ταύτιση Χριστιανοδημοκρατών και Φιλελεύθερων με την ακροδεξιά για την πρωθυπουργία της Θουριγγίας, θα παραμείνουν σε έναν εθνικό «μεγάλο συνασπισμό» μαζί τους; Με τι τακτική θα κινηθεί πλέον το AfD στα 16 κοινοβούλια της Γερμανίας; Θα επιλέξει να στηρίζει υποψήφιους άλλων κομμάτων, προσπαθώντας να τα «εγκλωβίσει», και αν ναι, πώς θα αντιδράσουν αυτά; Το Κόμμα της Αριστεράς θα σταθεί μόνο στις θετικές για αυτό δημοσκοπήσεις που έρχονται τώρα στη δημοσιότητα, ή θα προσπαθήσει να αναλύσει τον δικό του ρόλο στο «πώς έφτασαν τα πράγματα εδώ»;

Με ποιους τρόπους θα επηρεάσει αυτό που συνέβη στη Θουριγγία τους πολίτες; Οι κινητοποιήσεις που οργανώθηκαν πολύ γρήγορα, δείχνουν ότι σε μέρος του κόσμου παραμένουν ζωντανά πολιτικά αντανακλαστικά. Αυτό που συνέβη στέλνει μηνύματα προς όλες τις κατευθύνσεις. Αφορά όλες τις πολιτικές δυνάμεις, με διαφορετικό τρόπο, να βρουν ποιες είναι οι πολιτικές τους -ή η έλλειψη πολιτικών τους- που κάνουν όλο και περισσότερο κόσμο να βρίσκει διέξοδο στη ρητορική της ακροδεξιάς. Το μικρό γερμανικό κρατίδιο που το λένε Θουριγγία, ήταν ένα ακόμα -πολύ ηχηρό- μήνυμα.

www.ert.gr

Open post

Αθλητισμός πολλά ναυτικά μίλια μακριά από τα φώτα των προβολέων

Αθλητισμός πολλά ναυτικά μίλια μακριά από τα φώτα των προβολέων

του Νάσου Μπράτσου

Με έτος ίδρυσης το 1930 προσπαθεί να καλλιεργήσει τα αθλήματα του στίβου κάτω από ιδιαίτερα αντίξοες συνθήκες. Ο λόγος για τον Πανικαριακό Αθλητικό Σύλλογο, που με επιστολή του προς τις αυτοδιοικητικές και αθλητικές αρχές, ζητάει στήριξη στο έργο του.

το γήπεδο σε ασπρόμαυρη φωτο

Σε ξερό γήπεδο χωρίς κανονικές διαστάσεις εδώ και χρόνια εξελίσσεται η άοκνη προσπάθεια προπονητών, διοικούντων και αθλητών.
Όπως συμβαίνει στα περισσότερα ερασιτεχνικά σωματεία, τα οικονομικά μέσα είναι πενιχρά για τη λειτουργία τους, ενώ οι απαιτούμενες παρεμβάσεις για τον εκσυγχρονισμό του χώρου άθλησης και κυρίως για να είναι η άσκηση ασφαλής και να μην εγκυμονούν κίνδυνοι τραυματισμών, είναι παραπάνω από αναγκαία.

Όλα αυτά τα χρόνια της ζωής του συλλόγου, ο εθελοντισμός των μελών του ήταν η βασική αιτία που τον κράτησε σε λειτουργία, ενώ όσο πηγαίνουμε προς το παρελθόν, τόσο βρίσκουμε «αυτοσχέδια μέσα» να χρησιμοποιούνται για την προπόνηση, όπως καλάμι αντί για πήχης στο άλμα εις ύψος και άλλα πολλά.

εφημερίδα Αθλητικά Χρονικά του 1932 αναφορά στο βαλκανιονίκη Χαράλαμπο Πατεράκη, μορφή στην ιστορία των Ικαρίων αθλητών

Επισυνάπτουμε την επιστολή του συλλόγου.

Διαβάστε τι γράφαμε για το θέμα το 2017
Aγώνες στίβου και αθλητισμός βάσης στο «ξερό» (pic)

www.ert.gr

Open post

Επιδημίες -ποια είναι η πραγματική απειλή;

Επιδημίες -ποια είναι η πραγματική απειλή;

της Μάχης Μαργαρίτη

«Ο 21ος αιώνας έχει ήδη σημαδευτεί από μεγάλες επιδημίες. Παλιές ασθένειες –χολέρα, πανούκλα και κίτρινος πυρετός- έχουν επιστρέψει, και νέες έχουν εμφανιστεί –SARS, πανδημίες γρίπης, MERS, Έμπολα και Ζίκα. Μια ακόμα επιδημία Έμπολα, ή μια νέα πανδημία γρίπης, δεν είναι απλώς πιθανότητες. Η απειλή είναι πραγματική. Είτε μεταφερόμενες από κουνούπια, άλλα έντομα, μέσω επαφής με ζώα ή από άνθρωπο σε άνθρωπο, η μόνη μεγάλη αβεβαιότητα είναι πότε και πού αυτές, ή μια νέα, αλλά εξίσου θανατηφόρα επιδημία, θα εμφανιστούν». Αυτά διαβάζει κανείς στην ιστοσελίδα του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας. Το πρόσφατο ξέσπασμα ενός νέου κορονοϊού στην Κίνα εκθέτει την ευαλωτότητα της σύγχρονης κοινωνίας σε νέους ιούς, και κάνει να (ξανα)τεθεί το ερώτημα, αν είναι προετοιμασμένη στην πραγματικότητα για τέτοιους κινδύνους. Και το επόμενο ερώτημα είναι, με τέτοια εξέλιξη της επιστήμης και μια χωρίς προηγούμενο συσσώρευση πλούτου, γιατί θα μπορούσε να είναι απροετοίμαστη;

Όταν γίνεται λόγος για αντιμετώπιση επιδημιών, απαραίτητη προϋπόθεση είναι η διεθνής συνεργασία ώστε η κατάσταση να ελεγχθεί στην αρχή της. Αυτό, όμως, σε μια εποχή μαζικών μετακινήσεων, κυρίως αεροπορικών, από χώρα σε χώρα, μοιάζει πολύ δύσκολο, ειδικά όταν πρόκειται για ιούς με μεγάλη περίοδο επώασης -αν τα συμπτώματα κάνουν κάποιες μέρες να εμφανιστούν, μπορεί κάποιος να ταξιδέψει σε πολλές χώρες χωρίς καμία «θερμική κάμερα» να τον εντοπίσει, αφού δεν έχει ακόμα αρρωστήσει. Από την άλλη, η δημιουργία εμβολίων, όσο και να έχει εξελιχθεί η επιστήμη και η τεχνολογία, χρειάζεται χρόνο, για να υπάρξουν κάποια ασφαλή αποτελέσματα. Άρα, η αντιμετώπιση μιας ενδεχόμενης πανδημίας, μάλλον κρίνεται σε δύο άλλα σημεία: στην πρόληψη, για να μην υπάρξει εξάπλωση, και στην οργάνωση δυνατών συστημάτων υγείας που μπορούν να διαχειριστούν δύσκολες καταστάσεις. Καθώς οι αεροπορικές μετακινήσεις και ο τουρισμός αυξάνονται ραγδαία από την αρχή αυτού του αιώνα, θα θεωρούνταν εύλογο να έχει δοθεί ιδιαίτερη σημασία σε αυτά τα δύο σημεία. Τι συνέβη στην πραγματικότητα;

Η «συνταγή» που προτάθηκε το 2008, όταν ξέσπασε η κρίση στην παγκόσμια οικονομία, ήταν, περικοπές και λιτότητα -και ο τομέας της υγείας, παρότι σημασίας «ζωής και θανάτου», δε γλίτωσε. Η πολιτική αυτή -που ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του ΄70 εφαρμοζόταν σε πολλές χώρες- χρησιμοποιήθηκε, με παραλλαγές από κράτος σε κράτος, για τη «μείωση των ελλειμμάτων», τόσο σε φτωχότερες όσο και σε πλουσιότερες κοινωνίες. Και ενώ τα επόμενα χρόνια τεράστια τμήματα των κοινωνιών φτωχοποιούνταν και οι δισεκατομμυριούχοι και οι περιουσίες τους αυξάνονταν –σε μια πολύ  ενδεικτική αποτύπωση του τι σημαίνει στην πραγματικότητα «οικονομική κρίση» και πώς διευθετείται- τα αποτελέσματα στην υγεία δεν άργησαν να φανούν.

Η αποδυνάμωση των συστημάτων υγείας

Στη Γαλλία,  οι εργαζόμενοι στα νοσοκομεία βρίσκονται σε απεργιακές κινητοποιήσεις εδώ και εννέα μήνες. «Τα δημόσια νοσοκομεία στη Γαλλία πεθαίνουν», έγραψαν γιατροί από όλη τη χώρα σε μια ανοιχτή επιστολή χωρίς προηγούμενο. 1.200 γιατροί υπογράφουν, και σε συμπαράσταση, σχεδόν 5.000 νοσοκόμες. Οι περικοπές στον προϋπολογισμό, λένε, η μείωση κλινών και οι ελλείψεις προσωπικού είναι απειλή για την ασφάλεια των ασθενών σε αυτό που κάποτε θεωρούνταν ένα από τα καλύτερα συστήματα υγείας του κόσμου. «Δεν είναι πια δυνατό, είμαστε στο σημείο κατάρρευσης», είπε η συντονίστρια των δράσεων του προσωπικού στις Μονάδες Εντατικής Θεραπείας στην εφημερίδα Λιμπερασιόν. Ζητούν 10.000 επιπλέον προσωπικό, περισσότερους πόρους, να ξανανοίξουν μονάδες που έκλεισαν τα τελευταία χρόνια,  αύξηση μισθών και μπόνους 300 ευρώ τον μήνα ως αναγνώριση των σκληρών συνθηκών της δουλειάς τους. Στη Λε Παριζιέν, 200 εργαζόμενοι σε παιδιατρικές κλινικές έγραψαν σε ανοιχτή επιστολή ότι μετατρέπονται σε «πολεμικούς γιατρούς», έχοντας να αποφασίσουν ποια παιδιά θα αναλάβουν, ποιες επεμβάσεις θα καθυστερήσουν για να γίνουν οι επείγουσες, και πώς νήπια οδηγούνται 200 χιλιόμετρα μακριά από τα σπίτια τους για να έχουν την κατάλληλη φροντίδα. 87% των πολιτών στήριζε τις κινητοποιήσεις.

Στη Βρετανία; «Για χρόνια παρακολουθούσαμε από μακριά συμπάσχοντας με το προσωπικό υγείας της Βρετανίας να αγωνίζεται κάτω από τις περικοπές στο Εθνικό Σύστημα Υγείας», έλεγε εκπρόσωπος συνδικάτου νοσοκόμων της Γαλλίας. Τι συμβαίνει εκεί; Το Βρετανικό Σύστημα Υγείας «έχει γονατίσει» πριν καν ξεκινήσει ο χειμώνας, έγραφε στα μέσα Δεκεμβρίου ο Guardian. Τα νοσοκομεία είχαν ήδη πληρότητα 95%, πάνω από το 85% που θεωρούν ασφαλές οι γιατροί, προτού ακόμα αρχίσουν οι μαζικές εισαγωγές λόγω γρίπης. Χημειοθεραπείες καθυστερούν. 4,5 εκατομμύρια άνθρωποι περιμένουν στη σειρά για μη-επείγουσες επεμβάσεις. Ο αριθμός των ανθρώπων που φτάνουν στα Επείγοντα κινήθηκε σε αριθμούς-ρεκόρ.

Στο Χονγκ Κονγκ, μια από τις πιο «πλούσιες μητροπόλεις» του κόσμου, νεοσύστατο συνδικάτο εργαζόμενων σε νοσοκομεία λέει ότι σε περίπτωση επιδημίας, «δε θα υπάρχουν αρκετοί εργαζόμενοι, προστατευτικός εξοπλισμός ή δωμάτια απομόνωσης για να πολεμήσουμε το ξέσπασμα».

Στην Ελλάδα, η λεγόμενη «τρόικα» ζήτησε, στην αρχή της κρίσης, να μειωθεί η δημόσια δαπάνη για την υγεία. Την απαίτηση για περικοπές συνόδευσε ρητορική και δημοσιεύματα για «πάρτι στον χώρο της υγείας». Πήγαιναν όλα καλά στον χώρο της υγείας; Και αν όχι, το πρόβλημα ήταν οι «πλούσιες παροχές» που απολάμβαναν οι απλοί ασφαλισμένοι, ή η προώθηση, για παράδειγμα, ιδιωτικών συμφερόντων στον χώρο της υγείας; Τι ακολούθησε; Προσωπικό των νοσοκομείων συνταξιοδοτούνταν και μετατασσόταν χωρίς να αναπληρώνεται, κονδύλια για ιατρικό εξοπλισμό περικόπτονταν, και ταυτόχρονα αυξανόταν η προσέλευση στα νοσοκομεία, ελλείψει και ενός συστήματος πρωτοβάθμιας περίθαλψης. Ήταν σωστό να επιβαρυνθεί ένας πληθυσμός που εκτός από την ανεργία και την απώλεια εισοδήματος, έπρεπε τώρα να αντιμετωπίσει και ένα σύστημα υγείας το οποίο κατέρρεε τη στιγμή που το χρειαζόταν περισσότερο παρά ποτέ; Όλα αυτά τα «χρόνια των μνημονίων», εργαζόμενοι στον χώρο της Υγείας στα νοσοκομεία δεν έχουν σταματήσει να κινητοποιούνται και να φωνάζουν τα προβλήματα. Πρόσφατα είχαν άλλη μία στάση εργασίας στην Αττική. Για απαράδεκτη, προσβλητική κατάσταση που αντιμετωπίζουν τόσο οι ασθενείς οι οποίοι προσέρχονται στα Τμήματα Επειγόντων Περιστατικών των νοσοκομείων, όσο και οι επιστήμονες Υγείας που εργάζονται σε αυτά, κάνει λόγο ανακοίνωση της Ένωσης Ιατρών Νοσοκομείων Αθήνας-Πειραιά. Για «τρομακτική» έλλειψη τραυματιοφορέων μιλά με αφορμή πρόσφατη απεργία της και η Πανελλήνια Ένωση Τραυματιοφορέων. Όσον αφορά την Εντατική Θεραπεία, είναι λύση να επαφίεται μια κοινωνία στη βούληση ιδιωτικών κλινικών για το αν και πόσες κλίνες θα «παραχωρήσουν»; Γιατί, αντί για αυτό, δε λειτουργούν όλες οι μονάδες εντατικής θεραπείας που υπάρχουν στα δημόσια νοσοκομεία με προσλήψεις προσωπικού;

Όποιος χρησιμοποιεί το νοσοκομειακό σύστημα υγείας -όλα αυτά τα χρόνια- ξέρει. Γνωρίζει την κατάσταση στα επείγοντα των εφημεριών σε μεγάλα νοσοκομεία. Γνωρίζει τον συνωστισμό, τις ατελείωτες ώρες αναμονής, τα καρφωμένα βλέμματα στο «μηχάνημα» περιμένοντας, με αγωνία στην αρχή, θυμό στη συνέχεια, παραίτηση τελικά, να ανάψει το επόμενο νούμερο, με φορεία δίπλα στον όρθιο κόσμο σε στενούς διαδρόμους. Η μακρόχρονη αναμονή ασθενούς για ένα ραντεβού εξέτασης σε νοσοκομείο η οποία έρχεται στη δημοσιότητα, ξαφνικά προκαλεί τόσο μεγάλη έκπληξη, για κάτι που εργαζόμενοι στα νοσοκομεία φωνάζουν εδώ και χρόνια;

Δυσκολεύεται κανείς να σκεφτεί πώς θα διαχειριστούν μια έκτακτη κατάσταση υποστελεχωμένα, υποχρηματοδοτούμενα, υπερφορτωμένα νοσοκομεία. Και, αν αυτά συμβαίνουν σε νοσοκομεία του «αναπτυγμένου κόσμου», μπορεί κανείς να υποθέσει ποια είναι η κατάσταση σε συστήματα υγείας στον υπόλοιπο.

Τα λόγια –και η πραγματικότητα- για την πρόληψη

Προτού φτάσουμε στη διαχείριση έκτακτων καταστάσεων από τα νοσοκομεία, υπάρχει αυτό που λέγεται πρόληψη, αυτό στο οποίο όλοι συμφωνούν -θεωρητικά. Λέγεται πολλές φορές ότι το παράδοξο της δημόσιας υγείας είναι πως, όταν λειτουργεί, πρακτικά είναι αόρατη. «Πολλοί άκουσαν για μια επιβεβαιωμένη περίπτωση ιλαράς σε μια περιοχή του Οντάριο στα μέσα Απριλίου -αυτό που δεν έγινε είδηση είναι ότι το προσωπικό στην τοπική μονάδα υγείας πέρασε πολλές από τις μέρες του Πάσχα στο τηλέφωνο εντοπίζοντας τους 250 ανθρώπους που κατάφεραν έτσι να αναγνωρίσουν ως πιθανά εκτιθέμενους στη μόλυνση.» Αυτό έγραφε πρόσφατα η ιστοσελίδα Healthy Debate στον Καναδά. Στο Οντάριο, όπου βρίσκεται το Τορόντο, μια από τις πλουσιότερες πόλεις του πλανήτη, το σύστημα είναι «τριφασικό»: υπάρχουν δημόσιες μονάδες υγείας που ασχολούνται με την πρόληψη, κέντρα πρωτοβάθμιας υγείας, και νοσοκομεία. 35 δημόσιες μονάδες υγείας λειτουργούν, στελεχωμένες με προσωπικό πλήρους απασχόλησης, με έναν υπεύθυνο παθολόγο ειδικευμένο στη δημόσια υγεία, και νοσηλευτές, καθώς και ειδικούς στη στοματική υγιεινή και την επιδημιολογία, με σκοπό να γίνονται επισκέψεις στο σπίτι, να παρέχουν προγράμματα υγείας για την πρόληψη ασθενειών με υγιεινό τρόπο ζωής, εκπαίδευση για το AIDS, επιθεωρήσεις χώρων εστίασης, εκπαίδευση για τους γονείς, και επιλεγμένα τεστ υγείας, με διοικητικά συμβούλια κυρίως από εκλεγμένους αντιπροσώπους των δημοτικών συμβουλίων. Χρηματοδοτούνται από την Περιφέρεια και τους δήμους. Η κυβέρνηση του Οντάριο ανακοίνωσε μείωση των μονάδων δημόσιας υγείας από 35 σε 10, και περικοπή κατά 26% των κονδυλίων. «Μένω άφωνη» ήταν η αντίδραση της υπεύθυνης για την Υγεία στο Τορόντο.

Τι συμβαίνει στον τομέα της πρόληψης σε άλλη μια από τις χώρες του «αναπτυγμένου κόσμου», τις Ηνωμένες Πολιτείες; «Οι δαπάνες για τη δημόσια υγεία πέφτουν παρά τις αυξανόμενες απειλές», έγραφε η ιστοσελίδα Modern Healthcare την περασμένη άνοιξη. Οι υπηρεσίες δημόσιας υγείας είναι υποχρηματοδοτούμενες κατά 4,5 δισεκατομμύρια δολάρια, έγραφε αναφορά του Ταμείου για την Υγεία της Αμερικής. «Αυτό έχει οδηγήσει στο να είναι κρατικές και τοπικές υπηρεσίες υγείας οικτρά ανέτοιμες να αντιμετωπίσουν καταστάσεις υγείας έκτακτης ανάγκης», όπως «ξεσπάσματα μεταδοτικών ασθενειών». Και ο φορέας που είναι υπεύθυνος για την πρόληψη, το Ταμείο για την Πρόληψη και τη Δημόσια Υγεία, «έχει χρησιμοποιηθεί για να καλύψει περικοπές σε καθιερωμένα προγράμματα ή έχει καταλήξει να χρηματοδοτεί άλλες δραστηριότητες», έλεγε ο υπεύθυνος της αναφοράς. «Κόβουμε από κάτι απαραίτητο για να χρηματοδοτηθεί κάτι επίσης απαραίτητο» -πολιτική γνώριμη, και πάντα, τελικά, σε βάρος μιας κοινωνίας.

Στην Ελλάδα, ειπώθηκε ότι οι περικοπές στην υγεία για την «αναδιαμόρφωση του συστήματος» πρέπει να γίνουν λόγω κακοδιαχείρισης, διοικητικής δυσλειτουργίας και διαφθοράς που ενδημούν στη χώρα. Περίεργο, στον Καναδά, για παράδειγμα, που δε θεωρείται χώρα «διαφθοράς και κακοδιοίκησης» αλλά μια από τις πλουσιότερες του κόσμου, γιατί επίσης περικόπτεται ο προϋπολογισμός για την υγεία σε μια «πλούσια περιφέρεια»; Και πώς σχεδιάζει η κυβέρνηση να καλυφθούν οι υπηρεσίες που παρέχονταν; Από «οικονομίες κλίμακας», όπως λέει, αλλαγές σε «διοικητικές λειτουργίες», και, «καλύτερα συντονισμένη δράση των μονάδων δημόσιας υγείας».

Ακούγονται γνωστά; Είναι αυτά που συνιστούν κάθε φορά, σε κάθε χώρα οι «τεχνοκράτες», αυτοί που δε θα χρειαστούν πολύ συχνά τα δημόσια νοσοκομεία, ούτε θα βρεθούν σε μια ουρά στα επείγοντα περιμένοντας επί ώρες να δουν στην οθόνη τον αριθμό από το χαρτάκι τους. Και τι γίνεται όταν προκύψει η έκτακτη ανάγκη; «Η προετοιμασία, η πρόληψη, η έγκαιρη δράση είναι τα στοιχεία που πρέπει να ρέουν στις φλέβες των πολιτικών αν βρεθούν μπροστά σε μια πανδημία». Ποιος τα είπε αυτά; Η γενική διευθύντρια του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, Κρισταλίνα Γκεοργκίεβα, μιλώντας για τον νέο κορονοϊό. Μόνο που η προετοιμασία, η πρόληψη και η έγκαιρη δράση χρειάζονται χρήματα και προσλήψεις, όχι λιτότητα και περικοπές.

Ακόμα, τι σημαίνει στην πραγματικότητα, «πρόληψη»; Για παράδειγμα, σε περιόδους έξαρσης ιώσεων, γίνονται καμπάνιες για το πώς και πού να βήχουμε και πόσο συχνά να πλένουμε τα χέρια. Είναι άσκοπο να εφαρμόζουμε αυτά τα απλά μέτρα; Είναι απόλυτα σωστό. Αλλά, στην πραγματικότητα, σε τι βαθμό μπορούν να είναι αποτελεσματικά στην περίπτωση εύκολα μεταδιδόμενων ιών; Στα μαζικά μέσα μεταφοράς στην Αθήνα, για παράδειγμα, με την υπάρχουσα συχνότητα δρομολογίων και εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους να είναι ο ένας πάνω στον άλλον τις ώρες αιχμής, πόσο μπορούν να λειτουργήσουν τέτοιου είδους μέτρα –αν, δηλαδή, δεν προϋπάρχουν σωστές συνθήκες;

Στα σχολεία δίνεται οδηγία να καθαρίζονται συχνά όλες οι επιφάνειες, πόμολα, κλπ. Έχουν όλα τα σχολεία καθαρίστριες στη διάρκεια όλης της βάρδιας; Ποιος θα καθαρίζει και θα απολυμαίνει; Οι εργαζόμενες στην καθαριότητα σχολικών κτιρίων -συμβασιούχοι, στη συντριπτική τους πλειονότητα, υποαμειβόμενες- απεργούν στις 6 και 7 Φεβρουαρίου, ζητώντας, μεταξύ άλλων, πλήρη και σταθερή εργασία, τήρηση των κανόνων υγιεινής και ασφάλειας καθώς και επιβολή κυρώσεων σε Δήμους που δεν παρέχουν τα προβλεπόμενα μέτρα προστασίας. «Σε πολλά σχολεία δεν υπάρχουν καν τα μέσα προστασίας, δεν υπάρχουν αντισηπτικά. Με νερό και χλωρίνη μόνο δε γίνεται η καθαριότητα. Χωρίς ποδιές, μάσκες, γάντια, ειδικές ποδιές μιας χρήσης για τις τουαλέτες δεν υπάρχει προστασία. Αυτά το κράτος έπρεπε να τα δει από πιο μπροστά. Δεν ξέρουν κάθε χρόνο ότι υπάρχει η εποχική γρίπη και ότι πρέπει να αντιμετωπίσουν την κατάσταση; Είναι η ίδια κατάσταση εδώ και χρόνια», είπε η πρόεδρος του Συνδέσμου Προσωπικού Καθαριότητας Βορείου Ελλάδος και Θεσσαλίας, Μαρία Κοσμίδου, σε συνέντευξη Τύπου. Η Ανώτατη Συνομοσπονδία Γονέων Ελλάδας έχει ήδη ζητήσει μέτρα προστασίας για την έξαρση της εποχικής γρίπης, μιλώντας για μια σχολική κοινότητα «για άλλη μια φορά απροετοίμαστη και εκτεθειμένη». Και ρωτά, «πόσα σχολεία σήμερα διαθέτουν επαρκή μέσα ατομικής υγιεινής για τους μαθητές (υγρό σαπούνι, αντισηπτικό αλκοολούχο διάλυμα); Πόσα σχολεία διαθέτουν επαρκές προσωπικό καθαριότητας; Οι συμπτύξεις τμημάτων και η δημιουργία τμημάτων με 28 και 30 μαθητές δεν ευνοούν την εξάπλωση της γρίπης;» Η Συνομοσπονδία ζητά, μεταξύ άλλων, να υπάρχει μόνιμο και επαρκές βοηθητικό προσωπικό στα σχολεία, με πλήρη εργασιακά δικαιώματα, και να δοθεί άμεσα κρατικό χρήμα για να αγοραστεί φαρμακευτικό υλικό για τα σχολεία, αλλά και προληπτικό υλικό, όπως σαπούνια, χαρτομάντιλα και αντισηπτικά. Πώς πραγματικά θα υπάρξει πρόληψη όταν η χρηματοδότηση των σχολείων είναι ήδη μικρή, και τώρα πρέπει να καλύψουν πρόσθετα έξοδα για να προλάβουν την εξάπλωση μιας νόσου;

Δίνεται ακόμα οδηγία να μένουν οι μαθητές σπίτι τους μέχρι να συμπληρωθεί αρκετό διάστημα χωρίς πυρετό για να μην κολλήσουν τα άλλα παιδιά. Εύλογο. Αλλά ποιος θα μείνει σπίτι με όλα αυτά τα παιδιά που προέρχονται από οικογένειες χωρίς οικονομική δυνατότητα για νταντάδες και «φροντιστές»; Άρα, ή θα μείνουν μόνα –προφανώς όχι καλή λύση για παιδιά άρρωστα με πυρετό- ή θα πάρουν αντιπυρετικό και θα πάνε στο σχολείο. Είναι σωστό κάτι από τα δύο; Το σωστό θα ήταν να λείψει με δικαιολογημένη επιπλέον άδεια, και προφανώς χωρίς να χάσει το ημερομίσθιο, ο ένας γονιός από την εργασία του, με οδηγία από την πολιτεία για υποχρεωτική εφαρμογή σε δημόσιο και ιδιωτικό τομέα, στο πλαίσιο της πραγματικής πρόληψης. Μόνο αυτό εγγυάται σε έναν βαθμό ότι οι μαθητές θα παραμείνουν στο σπίτι τους μέχρι να συνέλθουν εντελώς –άρα μόνο αυτό μπορεί να προστατεύσει τα άλλα παιδιά.

Στους χώρους εργασίας, σε βεβαρυμένες περιόδους γιατί δε δίνεται οδηγία να παραμένουν στα σπίτια τους οι εργαζόμενοι που ασθενούν, με χορήγηση παραπάνω ημερών άδειας; Κάποιοι θα γελάσουν πικρόχολα με την ιδέα, λέγοντας ότι «θα βρουν πολλοί ευκαιρία να λείψουν». Αυτή η αντιμετώπιση, όμως, πέρα από το ότι καλλιεργεί μια μόνιμη καχυποψία όλων απέναντι σε όλους και εν τέλει ένα νοσηρό κοινωνικό κλίμα χωρίς διέξοδο, δεν είναι σοβαρή αντιμετώπιση μπροστά σε μια έκτακτη κατάσταση ή το ενδεχόμενο να προσβληθούν άνθρωποι, ανάμεσά τους και πιο ευάλωτοι, σε μια επιδημία.

Και ακόμα, λένε οι γιατροί, και σωστά, «καλή διατροφή και ξεκούραση» για τους ανθρώπους που προσβάλλονται από τον ιό της γρίπης, για παράδειγμα. Έχουν όλοι τη δυνατότητα; Πλήττουν όλους το ίδιο οι επιδημίες;

Η φτώχια, παράγοντας κινδύνου στις επιδημίες

«Προκαλεί εντύπωση ότι οι κοινωνικές ανισότητες όσον αφορά τις συνέπειες των πανδημιών δεν αποτελούν μέρος της συζήτησης για μια διεθνή προετοιμασία για μια πανδημία γρίπης», έγραφε το 2018 ο Σβεν-Έρικ Μάμελουντ από το Ερευνητικό Ινστιτούτο του Μητροπολιτικού Πανεπιστημίου του Όσλο. Στη μελέτη του για την Ισπανική γρίπη του 1918, με πάνω από 50 εκατομμύρια θύματα, σημειώνει ότι «η συγγραφική δραστηριότητα του 1977-2000 ισχυριζόταν ότι η πανδημία επηρέασε και σκότωσε εξίσου όλες τις τάξεις. Ωστόσο, αργότερα, μελέτες αμφισβήτησαν αυτή την ‘οπτική κοινωνικής ουδετερότητας’ όσον αφορά τη θνησιμότητα, και βρήκαν υψηλότερη θνησιμότητα για  τους φτωχούς με κριτήρια χώρας, κατά κεφαλήν εισοδήματος, μεγέθους διαμερίσματος, ιδιοκτησίας σπιτιού και ανεργίας. Οι φτωχοί αποδεκατίστηκαν πρώτοι από τη γρίπη και συνολικά ήταν αυτοί που επηρεάστηκαν περισσότερο, ενώ οι πλούσιοι που ήταν λιγότερο εκτεθειμένοι στο πρώτο κύμα έτειναν να έχουν υψηλότερη θνησιμότητα στο δεύτερο κύμα. Το συμπέρασμα συμπίπτει με αυτό προηγούμενων μελετών που κατέγραψαν ότι οι φτωχοί είχαν το υψηλότερο ποσοστό θνησιμότητας από την πανδημία».

«Σήμερα, ένα δισεκατομμύριο άνθρωποι έχουν έλλειψη μακροθρεπτικών, και πολλοί περισσότεροι έλλειψη μικροθρεπτικών. Αλλά και όταν δεν εμφανίζονται υποσιτισμένοι, άνθρωποι που χάνουν το εισόδημά τους, διατηρούν τον αριθμό των θερμίδων στρεφόμενοι σε μια δίαιτα που τους δίνει ενέργεια αλλά όχι μικροθρεπτικά. Ακόμα, παιδιά με επαναλαμβανόμενους πυρετούς χρειάζονται περισσότερες θερμίδες. Ανάλυση σε τρία χωριά στη Ζάμπια έδειξε ότι παιδιά που γεννιόντουσαν στην ετήσια ‘περίοδο πείνας’ ήταν 10 φορές πιο πιθανό να πεθάνουν στα πρώτα χρόνια της ενηλικίωσή τους , κυρίως από μεταδοτικές ασθένειες.» Τα στοιχεία είναι από τεχνική αναφορά του ειδικού προγράμματος για την Έρευνα και την Εκπαίδευση στις Τροπικές Ασθένειες, με συμμετοχή 125 ειδικών επιστημόνων από όλες τις ηπείρους, που δημοσίευσε το 2013 ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας. Με λίγα λόγια, δισεκατομμύρια άνθρωποι είναι ευάλωτοι σε ιούς λόγω υποσιτισμού ή κακής διατροφής.

Και, όπως τονίζεται στην αναφορά, «η αστικοποίηση, ειδικά όταν συνυπάρχει με τη φτώχια, δίνει πολλές ευκαιρίες για την ανταλλαγή παθογόνων, και σε μορφές που αντιστέκονται στα αντιβιοτικά». Η φτώχια, λένε, ενισχύει σχεδόν όλες τις μορφές των μεταδοτικών ασθενειών. Οι ακραία σκληρές συνθήκες ζωής συνωστισμένων και υποσιτισμένων ανθρώπων στο Δυτικό Μέτωπο του Πρώτου Παγκόσμιου Πολέμου πιθανά συνέβαλαν στην εμφάνιση της υψηλά παθογόνου Ισπανικής γρίπης. Καθώς η αστικοποίηση αυξάνεται, κυρίως αν συνοδεύεται από έντονη φτώχια, οι συνθήκες ζωής είναι ένας παράγοντας που θα μπορούσε να προκαλέσει νέες μολύνσεις με το δυναμικό υψηλών ποσοστών μετάδοσης, νοσηρότητας, ακόμα και θανάτου.

Δεν είναι, όμως, μόνο ο τρόπος με τον οποίο οι άνθρωποι -δε- μοιράζονται τον πλούτο. Είναι και η παρέμβαση του ανθρώπου στο οικοσύστημα. Η αναφορά των 125 επιστημόνων στέκεται ιδιαίτερα και σε ένα άλλο ζήτημα -σε αυτό που αποκαλούν «οικο-υγεία».

Η παρέμβαση του ανθρώπου στο περιβάλλον –και η εμφάνιση νέων ιών

Γιατί εμφανίζονται συχνότερα νέοι ιοί; Επειδή, μεταξύ άλλων, έχει αυξηθεί η συχνότητα και η ένταση της επαφής του ανθρώπου με την άγρια πανίδα, απαντούν οι επιστήμονες. Πώς έχει συμβεί αυτό;

Η αποψίλωση των δασών -που συχνά θεωρείται ως κάτι που συμβαίνει «πολύ μακριά από εμάς»- έχει συνέπειες -και σε εμάς. Ο νέος κορονοϊός πιθανολογείται ότι προήλθε από νυχτερίδα. «Σε πολλές περιοχές της νοτιοανατολικής Ασίας, μεγάλο μέρος του περιβάλλοντος όπου ζουν νυχτερίδες έχει αντικατασταθεί από φυτείες για φοινικέλαιο που χρησιμοποιείται σε τρόφιμα, και βιοκαύσιμα. Το περιβάλλον τους χάνεται και αναζητούν νέο, αναγκαστικά πιο κοντά σε οικισμούς.» Η αποψίλωση αλλοιώνει την καρποφορία τροπικών δέντρων, και άρα τη φυσική διατροφή των νυχτερίδων -αλλοιώνοντας πιθανά και το ιογενές τους φορτίο. Και ακόμα, η αποψίλωση μπορεί ακόμα να αυξήσει το περιβάλλον όπου κατοικούν είδη που μεταφέρουν ασθένειες, για παράδειγμα τρωκτικά, των οποίων ο αριθμός μπορεί να πολλαπλασιαστεί εξαιτίας της απώλειας μεγαλύτερων θηρευτών τους αλλά και ανταγωνιστών τους. Μπορεί, επίσης, με τη διάνοιξη δρόμων στα δάση να προκαλέσει αυξημένη επαφή ανάμεσα σε ανθρώπους και εκτοπισμένα είδη, όπως νυχτερίδες, ελέφαντες και μαϊμούδες.

Ακούμε συχνά για «εντατικοποιημένη εκτροφή». Τι σημαίνει αυτό στην πράξη; Γράφει η αναφορά: «Οι εντατικοποιημένες φάρμες εκτροφής ζώων χαρακτηρίζονται από σταθερό σημείο, υψηλή πυκνότητα ζώων, και ομογενοποιημένους, ανοσολογικά παρόμοιους πληθυσμούς. Οι δίαιτες συνήθως είναι μονότονες και πιθανά χωρίς μικροθρεπτικά στοιχεία. Πολλά ζώα έχουν στενή επαφή με περιττώματα –τα δικά τους και άλλων ζώων. Φτερά που απορρίπτονται, νεκρά ζώα (κυρίως αν πρόκειται για πουλιά) και υλικά συσκευασίας μπορούν να δράσουν ως πλούσιοι διακομιστές. Φάρμες εσωτερικού χώρου έχουν μικρή ή καθόλου έκθεση σε αποστειρωτικό ηλιακό φως. Αντίθετα, τα ζώα σε άγρια οικοσυστήματα έχουν υψηλή κινητικότητα, μικρές πυκνότητες και μεγαλύτερη ανοσολογική και οικολογική διαφοροποίηση. Ιοί που έχουν εξελιχθεί να επιζούν σε εντατικοποιημένες φάρμες είναι απίθανο να προσαρμοστούν τόσο καλά σε άγρια οικοσυστήματα. Για παράδειγμα, η υψηλά παθογόνος γρίπη των πτηνών γενικά εμφανίζεται και συντηρείται μόνο σε συνθήκες εντατικοποιημένης εκτροφής, ενώ ανάμεσα σε άγριους πληθυσμούς πουλιών, ο ιός συνήθως υπάρχει στις πιο αβλαβείς χαμηλά παθογόνες μορφές του.»

Και εκτός από όλα αυτά, σημειώνουν οι επιστήμονες, η έκθεση των ανθρώπων σε υπερβολικές ποσότητες αγροτικών χημικών μπορεί επίσης να επηρεάσει το ανοσοποιητικό σύστημα, και άρα την ευαλωτότητα του σε μεταδοτικές ασθένειες. «Η χρήση αντιβιοτικών στα εκτρεφόμενα ζώα συνδέεται σταθερά με την ανάπτυξη ανθεκτικών μικροβίων, με συνέπεια την αύξηση στις ανθρώπινες ασθένειες.»

Αν, λοιπόν, ψάχνουμε για εξηγήσεις, είναι μπροστά μας.

Το σύστημα που τρέφει την ασθένεια

Μόλις τον περασμένο Σεπτέμβριο, διεθνές πάνελ ειδικών όπου προέδρευσαν η πρώην επικεφαλής του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας Γκρο Χάρλεμ Μπρούντλαντ και ο πρώην διευθυντής του διεθνούς Ερυθρού Σταυρού Ελχάντι Ας Σι, προειδοποιούσαν ότι οι πανδημίες είναι απειλή για εκατομμύρια ανθρώπους. «Ένα παθογόνο κινούμενο με γρήγορο ρυθμό έχει το δυναμικό να σκοτώσει δεκάδες εκατομμύρια ανθρώπους», έλεγε η έκθεσή τους. «Οι επιδημίες αυξάνονται τις τελευταίες δεκαετίες και η απειλή μιας παγκόσμιας κατάστασης υγείας έκτακτης ανάγκης είναι μεγάλη». Ο ΠΟΥ είχε προειδοποιήσει νωρίτερα αυτή τη χρονιά για το αναπόφευκτο άλλης μιας πανδημίας γρίπης από ιούς μεταδιδόμενους με τον αέρα. Οι ερευνητές προειδοποιούσαν, ακόμα, για τη μείωση της εμπιστοσύνης των ανθρώπων απέναντι σε κυβερνήσεις, επιστήμονες, τα ΜΜΕ, τη δημόσια υγεία και τους λειτουργούς υγείας, σημείωνε η Ντόιτσε Βέλε. «Σε περίπτωση μιας πανδημίας, μια τέτοια έλλειψη εμπιστοσύνης του κοινού είναι μια σοβαρή απειλή όσον αφορά την αποτελεσματικότητα κυβερνήσεων και δημόσιων λειτουργών υγείας να διαχειριστούν την κρίση.»

Τις τελευταίες δεκαετίες, τα ποσά που ξοδεύουν τα κράτη του πλανήτη για εξοπλισμούς εκτοξεύονται. Κυβερνήσεις καταστρώνουν λεπτομερή «σχέδια άμυνας». Αλλά καθόλου ανάλογα ποσά και ενέργεια δεν έχουν αφιερωθεί στα «σενάρια ζωής», στην αντιμετώπιση επιδημιών και τη θωράκιση των συστημάτων υγείας.

Ποιος είναι ο δρόμος μπροστά; Ένα εθνοκεντρικό σύστημα, όπου κάθε χώρα προωθεί τα δικά της συμφέροντα, ή μια συνεχής διεθνής συνεργασία; Εντατική εκτροφή-γεωργία και καταστροφή οικοσυστημάτων με σκοπό το κέρδος, ή ένα νέο σχέδιο ύπαρξης; Συνέχιση της λιτότητας, ή χρήση του πλούτου για την κάλυψη των ανθρώπινων αναγκών; Μοιάζουν θεωρητικά τα ερωτήματα; Να, όμως, που πάλι βρισκόμαστε μπροστά σε μια κατάσταση η οποία καθόλου θεωρητική δεν είναι. Η ανησυχία για τον νέο ιό είναι αληθινή. Η ανησυχία για το αν θα εξαπλωθεί, είναι αληθινή. Η ανησυχία για το τι θα συμβεί σε περίπτωση εξάπλωσης, για όσους έχουν την ανάγκη των δημόσιων συστημάτων υγείας, είναι αληθινή.

Κι αν περάσει η ανησυχία για αυτή την περίπτωση, το μόνο αδιαμφισβήτητο είναι ότι θα έρθει η επόμενη. Ποια είναι η πραγματική άμυνα του ανθρώπινου είδους, αν όχι ο σχεδιασμός και η συνεργασία για έναν άλλο τρόπο ζωής;

www.ert.gr

Open post

«Οδός Ιβάνωφ»: Μία ονοματοδοσία που επιβάλλεται να γίνει

«Οδός Ιβάνωφ»: Μία ονοματοδοσία που επιβάλλεται να γίνει

Πρωτοβουλία με στόχο την ονοματοδοσία δρόμου της Αθήνας με το όνομα του Γεώργιου Σαϊνόβιτς-Ιβάνωφ, βρίσκεται σε εξέλιξη, όπως μας ενημέρωσε ο Daniel Jankowski, από το Κέντρο Πολωνικού Πολιτισμού στην Αθήνα.

Σε επιστολή προς τον Δήμαρχο Αθηναίων, αναφέρονται μεταξύ άλλων ότι:

«Σήμερα, η μνήμη του μεγάλου ήρωα καλλιεργείται στη Θεσσαλονίκη, όπου υπάρχει η αίθουσα «Ιβανώφειο» και υπάρχει και το μνημείο του Σαϊνόβιτς-Ιβάνοφ. Δυστυχώς, στην Αθήνα, όπου βρίσκεται ο τάφος του Πολωνού – Έλληνα ήρωα και όπου δολοφονήθηκε, δεν υπάρχει κανένα μνημείο που να τον τιμά, ούτε κανένας δρόμος δεν έχει πάρει το όνομα του. Εκ μέρους της μνήμης αυτού του σημαντικού ανθρώπου, ζητώ να εξεταστεί το ενδεχόμενο ονομασίας ενός από τους αθηναϊκούς δρόμους με το όνομα του Jerzy Szajnowicz-Iwanow».

Πολωνοί πολίστες στο Κεντρικό Ινστιτούτο Φυσικής Αγωγής στη Βαρσοβία. Jerzy Szajnowicz-Iwanow τρίτος από τα αριστερά στην πρώτη σειρά. πηγή: Πολωνικα Ψηφιακά Αρχεία (Narodowe Archiwum Cyfrowe)

Όπως αναφέρει ο κ. Jankowski: «Ο Γεώργιος Σαϊνόβιτς-Ιβάνωφ, γεννήθηκε στη Βαρσοβία το 1911. Ο πατέρας του ήταν Ρώσος συνταγματάρχης αλλά η μητέρα του, Λεονάρδα Σαϊνόβιτς ξαναπαντρεύτηκε Έλληνα, τον Γιάννη Λαμπριανίδη και αποφάσισε να μετακομίσει στη Θεσσαλονίκη με το γιο της. Αξίζει να σημειωθεί, ωστόσο, ότι ο Jerzy πέρασε μόνο λίγα χρόνια ως νεολαίος στην Ελλάδα, αφού έζησε τη νεολαία του κυρίως στην αναγεννημένη Πολωνία, η οποία ανέκτησε την ανεξαρτησία της στο 1918. Το όνειρο του Σαϊνόβιτς ήταν να γίνει διπλωμάτης και έπειτα γεωπόνος. Ο Szajnowicz σπούδασε στο Βέλγιο και στη συνέχεια στη Γαλλία. Κατά τη διάρκεια των σπουδών του, αγάπησε τον αθλητισμό, στον οποίο είχε σημαντικές επιτυχίες, μεταξύ άλλων, κέρδισε τον τίτλο του Βέλγου Ακαδημαϊκού Πρωταθλητή. Επίσης, γιόρτασε τις νίκες του ως παίκτης waterpolo και το 1937 κέρδισε το πολωνικό πρωτάθλημα με το AZS στη Βαρσοβία.

Δυστυχώς, ο πόλεμος ήρθε αρκετά γρήγορα. Ο Γιώργος ήταν τότε στη Θεσσαλονίκη, όπου ανέλαβε δραστηριότητες στην πολωνική στρατιωτική αποστολή. Ο Szajnowicz βοήθησε στην αποχώρηση τους Πολωνούς στρατιώτες που έρχονταν στην Ελλάδα από διάφορα μέρη. Γνώριζε τη σημασία ολόκληρης της κατάστασης, γι ‘αυτό αποφάσισε να γίνει πράκτορας. Αρχικά υπηρέτησε στην πατρίδα του, ήθελε να γίνει στρατιώτης τον Βόρειων Καρπάθιων – Στρατών Πολωνίας, αλλά οι πολωνικές αρχές τον έστειλαν στην Μεγάλη Βρετανία.

Ο τύπος του υποβρυχίου με τον οποίο ο Jerzy Szajnowicz-Iwanov έφτασε στην Ελλάδα. U-Boot U 36 Τύπος VII (Bundesarchiv)

Ο πράκτορας 033B, επειδή αυτή ήταν ή κωδική ονομασία του ήρωα, ήρθε και πάλι στην Ελλάδα το φθινόπωρο του 1941 με υποβρύχιο. Την χώρα είχε καταλάβει η ναζιστική Γερμανία. Στην Αθήνα ο ήρωας κυκλοφόρησε με ψεύτικα στοιχεία, γιατί από εκείνη τη στιγμή το όνομά του ήταν Κυριάκος Παρίσης, αλλά συχνά άλλαζε το όνομά του. Άλλαζε και εμφάνιση αφού,μερικοί τον είχαν δει με στολή ναυτικού ή ακόμα και ντυμένο ως εργάτη.

Με καλή φυσική κατάσταση, λόγω του αθλητισμού, που την αξιοποίησε στη δράση του ως σαμποτέρ, ο Ιβάνοφ κατά τη διάρκεια του πολέμου κατάστρεψε εκατοντάδες αεροπλάνα της φασιστικής Ιταλίας στο εργοστάσιο Mαλτσινιώτη μαζί με την ομάδα του.

Οι Γερμανοί θέλησαν να συλλάβουν τον αντίπαλό τους με κάθε κόστος. Το πέτυχαν, αλλά ο Jerzy κατάφερε να εξαπατήσει τους κατακτητές δύο φορές. Την πρώτη φορά αποφάσισε να φορέσει την στολή ενός Ιταλιού στρατιώτη που ήταν μεθυσμένος.

Έκθεση των γλυπτών του Ferdinand Jarocha. Στρατιώτες, αντάρτες, μαχητές. Γλυπτική της προτομής του Jerzy Iwanow-Szajnowicz. πηγή: Πολωνικα Ψηφιακά Αρχεία (Narodowe Archiwum Cyfrowe)

Την τρίτη φορά δυστυχώς ένας από τους συνεργάτες του Σαϊνόβιτς-Ιβάνωφ είχε πει στους Γερμανούς τον τόπο διαμονής του. Οι ναζί έπιασαν τον Πολωνό στο δικό του αθηναϊκό διαμέρισμα. Μετά τη σύλληψή του από τη Γκεστάπο, έλαβε λίγους μήνες αργότερα μια καταδίκη από γερμανικό δικαστήριο, το οποίο τον καταδίκασε σε τριπλό θάνατο. Ο επικεφαλής της Ορθόδοξης Εκκλησίας προσπάθησε να σώσει τη ζωή του Szajnowicz, παρεμβαίνοντας ταυτόχρονα με τους Γερμανούς και τους Συμμάχους με την πρόταση ανταλλαγής σημαντικών αιχμαλώτων πολέμου. Δυστυχώς, οι Σύμμαχοι δεν ευνοούσαν αυτές τις προτάσεις, αντίθετα με τους Γερμανούς. Ο Αρχιεπίσκοπος είχε συχνά επισκεφθεί τοv Szajnowicz.

Ο Jerzy Iwanow – Szajnowicz σκοτώθηκε στις 4 Ιανουαρίου 1943, για πρώτη φορά τραυματίστηκε από Γερμανό SS κατά την τελευταία προσπάθειά του να ξεφύγει. Στη συνέχεια πυροβολήθηκε με άλλους καταδίκους. Στην Καισαριανή πιθανότατα, ένας εξαιρετικός πράκτορας, ένας εξαιρετικός ήρωας και ένας μεγάλος πατριώτης σκοτώθηκε. Πριν από το θάνατό του, φώναξε αυτά τα λόγια στους Σούτσσταφφελ: Ζήτω η Ελλάς, Ζήτω η Πολωνία.

Στον τάφο η μητέρα του έγραψε: «Στον αγαπημένο γιο – θλιβερή μητέρα».

Στη Θεσσαλονίκη υπάρχει ένα μνημείο του Szajnowicz, και μέχρι πρόσφατα η μεγαλύτερη αθλητική αίθουσα στη Θεσσαλονίκη, του Ηρακλή.

Σύμφωνα με τις ελληνικές εκτιμήσεις, ο ήρωας και των δύο εθνών αποδείχθηκε επίσης ως ο πιο αποτελεσματικός σαμποτέρ που είχαν στη διάθεσή τους οι Σύμμαχοι κατά τη διάρκεια ολόκληρου του Β ‘Παγκοσμίου Πολέμου.

Κτήριο όπου ζούσε η οικογένεια Szajnowicz-Iwanow. Κέντρο Βαρσοβίας

Η Βασίλισσα Ελισάβετ Β ‘έδωσε στην οικογένεια του Σαϊνόβιτς-Ιβάνωφ £ 1.000 ως αναγνώριση των υπηρεσιών του. Το 1945 ο Βρετανός στρατάρχης Harold Alexander των ανέφερε στις ευχαριστίες του εξ ονόματος των συνδεδεμένων εθνών.

Στην Πολωνία, οι δρόμοι πολλών πόλεων όπως η Βαρσοβία, η Κρακοβία, Πόζναν, Στζέτσιν, Κιέλτσε καί η Τσέστοχοβα πήραν το όνομά του Σαϊνόβιτς-Ιβάνωφ. Ο ήρωας της ελληνικής αντίστασης είναι επίσης αφιερωμένος στο βιογραφικό μυθιστόρημα του Stanisław Strumph-Wojtkiewicz. Του Szajnowicz απονεμήθηκε το υψηλότερο Βραβείο Στρατιωτικής Αξίας της Πολωνίας – Virtuti Militari.

Δυστυχώς, στην Αθήνα δεν υπάρχει τόπος αφιερωμένο στη μνήμη αυτού του εξαίρετου ανθρώπου. Είναι ώρα να το αλλάξουμε μαζί! Στις 20 Ιανουαρίου 2020, υποβλήθηκε επίσημο αίτημα στον Δήμαρχο Αθηναίων, κύριο Κώστα Μπακογιάνη, με ιδέα να ονομάσει έναν από τους δρόμους της Αθήνας με το όνομα του Σαϊνόβιτς-Ιβάνωφ όπου σκοτώθηκε ο μεγάλος ήρωας. Μέχρι τώρα (3.2.2020) δεν λάβαμε καμία απάντηση».

www.ert.gr

Open post

Mία επίσκεψη στη Μόρια – φωτορεπορτάζ και μνήμες

Mία επίσκεψη στη Μόρια – φωτορεπορτάζ και μνήμες

του Νάσου Μπράτσου

Βρεθήκαμε εκτός επαγγελματικών υποχρεώσεων στη Λέσβο και αξιοποιήσαμε την επίσκεψή μας εκεί για να δούμε από κοντά τη Μόρια.

Μας θύμισε τις περιγραφές που μας είχαν κάνει στα πλαίσια ερευνάς μας που αποτυπώθηκε στο βιβλίο «Αιγαιοπελαγίτες Πρόσφυγες στο Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο», Έλληνες νησιώτες που βρέθηκαν στην ίδια θέση πριν αρκετές δεκαετίες. Στα πλαίσια της παρουσίασής του βρεθήκαμε στη Λέσβο.

Επιλέξαμε να χρησιμοποιήσουμε αποσπάσματα από τις δηλώσεις τους, με προσθήκη φωτογραφιών από τη Μόρια του σήμερα, για να κάνουμε συγκρίσεις στις συνθήκες που αντιμετώπισαν οι πρόσφυγες εκείνης της εποχής και σε αυτές που σήμερα έχουν οδηγήσει τη Μόρια να «ακούγεται» συνεχώς, όχι για καλό, αλλά για όσα είναι τα παράγωγα της λειτουργίας κάτω από τις συνθήκες που αποτυπώσαμε και με τις φωτογραφίες που πήραμε κατά την επίσκεψή μας.

Διαφορετικές οι εποχές, ίδιος όμως ο στόχος να μην ξεριζώνονται άνθρωποι και να μην ευτελίζεται η ανθρώπινη αξιοπρέπεια σε συνθήκες που είναι απερίγραπτες. Ξεκινάμε λοιπόν αυτή τη «σύνθεση» με μαρτυρίες-γραπτό λόγο, για την περίοδο 1942-1944 και φωτο του 2020.

Όπως μας περιέγραψε η Καίτη Φράγκου – Ζηκίδη: «Εκεί μείναμε σε στρατόπεδο προσφύγων σε σκηνές, σε έναν λόφο που εκεί ήταν πρώτα στρατιωτικός τόπος εκπαίδευσης, σε πετρώδες έδαφος. Οι συνθήκες εκεί ήταν κακές και είχαμε και πολλούς θανάτους γερόντων από κακουχίες, μολύνσεις, τυφοειδή πυρετό, κακή διατροφή. Εκεί έχασαν τα παιδιά τους ο Γιώργος Φουντούλης και η σύζυγός του Θεοδοσία.

Τα χαντάκια που είχαν σκάψει για εκπαίδευση οι στρατιώτες, πριν πάμε εμείς, ήταν οι ανοιχτοί αγωγοί των ακαθαρσιών από τις τουαλέτες που είχαν στηθεί ακριβώς από πάνω τους».

Από την πλευρά της η Αντιγόνη Ρωμυλίου θυμάται: «Ο Τσεσμές είχε πολλά ερειπωμένα σπίτια Ελλήνων που είχαν φύγει το 1922 και μετά. Μείναμε σε μία παλιά, εγκαταλελειμμένη αποθήκη, όπου ήμασταν διακόσια άτομα σε χώρο όσο έπιανε το σώμα μας. Όσοι ήταν δίπλα στον τοίχο ήταν τυχεροί, γιατί όσοι ήταν στη μέση συχνά τους πατούσε άλλος μπαίνοντας ή βγαίνοντας».

Πάτρα Σιμάκη Σπέη

Εκεί ήταν πολλοί πρόσφυγες και στρατώνες, σε κάθε οικογένεια δίνανε και μία ψάθα και κοιμόμασταν δίπλα – δίπλα με άλλους. Ήταν πολλοί Ικαριώτες, Χιώτες, Σαμιώτες και κάτσαμε τρεις μήνες. Εκεί ήταν προσφυγιά, κλαίγανε ανθρώποι, πεθαίνανε παιδιά που ήταν εξαντλημένα.

 Ευαγγελία Καρούτσου – Τσαντίρη

 Μετά μας έβαλαν σε λεωφορείο και μας πήγαν στον Τσεσμέ, εκεί μας πήγαν σε ένα βουνό σε τσαντίρια, ελαιώνας ήταν και τσαντιρωθήκαμε και μείναμε τέσσερις μήνες. Μας δίνανε κάτι και τρώγαμε, δεν θυμάμαι τι ήταν γιατί ήμουν πολύ μικρή. Είχε πάρα πολύ κόσμο εκείνο τον καιρό και μας έβαλαν σε λεωφορεία και μας πήγαν στη Σμύρνη. Εκεί ο Έλληνας πρόξενος μας έβαλε σε ένα χάνι και μείναμε κάμποσες μέρες, μας έδιναν και φαγητό και τρώγαμε.

Από εκεί και ύστερα άρχισε το μαρτύριο, με τρένα και μας τράβηξαν προς τα κάτω, Χαλέπι, Χάιφα, κλπ.

Σώσα Πλακίδα

Μας έβαλαν σε ένα κτήριο μαζί με πολλούς άλλους και ήταν ένα μαύρο χάλι, άλλοι άρρωστοι, άλλοι πέθαιναν, μέχρι που μας πήγαν σε καταυλισμό με σκηνές, έως το φθινόπωρο. Το θυμάμαι γιατί έβλεπα τις ελιές να μεγαλώνουν.

Ιωάννα Ξηρού – Τσαγκά: «Καταγραφήκαμε και μείναμε σε σκηνές, ενώ υπήρχε πολύ ψείρα. Στρώσαμε ψάθες σε μία σκηνή για δέκα άτομα και τα πόδια έβγαιναν έξω. Μείναμε τρεις μήνες στον Τσεσμέ, αρχικά τρώγαμε από συσσίτιο και μετά μας έδιναν κάποια χρήματα για σίτιση. Από τη δυσεντερία σημειώθηκαν αρκετοί θάνατοι και τους θάβαμε στον λόφο. Από τον τύφο προσβλήθηκε ένας ξάδερφός μου, ο Γιάννης Κατσάς, που τον πήγαμε στο νοσοκομείο και έγινε καλά. Τους ιερείς μας οι Τούρκοι τους υποχρέωναν σε κούρεμα και σε κοστούμι, όχι ράσα. Οι έμποροι έκαναν χρυσές δουλειές από τους πρόσφυγες.

Είχαμε έναν τενεκέ, τον είχαμε κάνει κατσαρόλα και τρώγαμε μέσα από αυτόν. Νοικιάζαμε σκάφες από τις Τουρκάλες και πλέναμε τα ρούχα μας. Πηγαινοφέρναμε τα ρούχα για πλύσιμο και κρύβαμε από τον σκοπό τρόφιμα μέσα στα ρούχα».

Η Ελευθερία Φράγκου – Πορτέλλου μας είχε πει: «μας πήγαν στον Τσεσμέ. Εκεί μας έδωσαν ψάθες να στρώσουμε και να κοιμηθούμε και μας έβαλαν σε μεγάλες αποθήκες, όπου ήταν χιλιάδες πρόσφυγες και υπήρχαν και πολλές ψείρες».

Γιακουμής Καρναβάς

Τελικά συνεχίσαμε τον πλου σε τουρκικά νερά και βγήκαμε κάπου αλλού και από εκεί μας πήγαν στον Τσεσμέ. Εκεί ήταν το προξενείο με πρόξενο έναν Χρηστίδη που ήταν Χιώτης και ήταν πολύ καλός άνθρωπος, βοήθησε πολύ κόσμο.

Εμείς ήμασταν σε τραγική κατάσταση από τις ψείρες και τους ψύλλους.

-Από εκεί που πήγατε;

Μας έστειλε στην Κύπρο, όπου μείναμε σε κάτι μικρά προσφυγικά σπίτια για 40 μέρες – σε καραντίνα. Μας έδιναν συσσίτια και μας έδωσαν από μία ψάθα και μία κουβέρτα και κοιμόμασταν κατάχαμα στρωματσάδα.

Μάρω Σμυρνιωτοπούλου Σαμιώτισα στο προσφυγικό στρατόπεδο του Νουσεϊράτ.

Ο πατέρας μου άνοιξε κουρείο μέσα στο στρατόπεδο. Πηγαίναμε με την αμοιβή του και ψωνίζαμε από τα περιβόλια των Aράβων στο δρόμο προς τη Γάζα. Βρισκόμασταν κοντά στη θάλασσα και πολλοί άραβες πουλούσαν ορτύκια που έπιαναν καθώς περνούσαν μεγάλα σμήνη από την περιοχή. Το φαγητό μας ήταν άθλιο μας έδιναν κάτι κατεψυγμένα κρέατα με ένα δάχτυλο κρέας και τρία δάχτυλα λίπος. Εμείς τα πετάγαμε σε κάτι μεγάλα βαρέλια που χρησιμοποιούσαμε σαν κάδους σκουπιδιών. Εκεί έρχονταν οι άραβες και τα έριχναν και έτρωγαν από μέσα ό,τι είχαμε πετάξει εμείς.

Στέλλα Πασβάνη – Φουρτούνη.

Μας πήγε στα Αλάτσατα που ήταν κοντά στο σημείο αποβίβασης και από εκεί με αυτοκίνητα μας πήγαν στον Τσεσμέ, όπου μας έβαλαν να μείνουμε σε κάτι μεγάλες αποθήκες. Οι συνθήκες ήταν άσχημες, θέριζε ο τύφος και η δυσεντερία, τα τρόφιμα που μας μοίραζαν δεν ήταν καλά, θυμάμαι κάτι σάπιες σταφίδες και υπήρχαν δύο φέρετρα, ένα μεγάλο και ένα πιο μικρό με τα οποία έπαιρναν όσους πέθαιναν, ανάμεσά τους και πολλά μικρά παιδιά. Εγώ αρρώστησα με οξείς ρευματισμούς και κινδύνευσα, με πήγαν στο νοσοκομείο όπου ένας νεαρός Τούρκος γιατρός ξενυχτούσε πάνω μου μέχρι να με γιατρέψει.

Σχετικές ειδήσεις:

Πορεία γυναικών από το Αφγανιστάν στη Μυτιλήνη, διαμαρτύρονται για τις συνθήκες στο ΚΥΤ Λέσβου

Κατέληξε ο 20χρονος που τον μαχαίρωσαν στο ΚΥΤ Λέσβου- ήταν επιζών του ναυαγίου στη Θερμή

Ε.Χιωτέλλη: “Υγειονομική και περιβαλλοντική βόμβα από τα βουνά σκουπιδιών στη Μόρια-Να παρέμβει ο Εισαγγελέας”

Κυβερνητικός Εκπρόσωπος: “Η Μόρια θα κλείσει οριστικά”

Μόρια: Μία εφιαλτική συνθήκη

Μαρία Κομνηνάκα για προσφυγικό: “Άμεσος απεγκλωβισμός καμία εμπιστοσύνη σε κυβέρνηση, Περιφερειάρχη και Δημάρχους”

Συσκέψεις και αποφάσεις για την αιματηρή κατάσταση στη Μόρια – Το φλέγον θέμα στο υπουργικό Συμβούλιο (video)

Στα… χαρακώματα Πρόεδροι Κοινοτήτων Δ. Μυτιλήνης και Δήμαρχος Δ. Λέσβου για Μόρια

Τα Διεθνή ΜΜΕ για την κατάσταση στη Μόρια της Λέσβου (video)

ΚΕΕΛΠΝΟ: Δύσκολη η κατάσταση στη Μόρια–Παρεμβάσεις για την αποτροπή υγειονομικών κινδύνων (video)

Δυο ανθρώπους σκότωσε στο παρελθόν ο 78χρονος που πυροβόλησε ανήλικο πρόσφυγα στη Μόρια

www.ert.gr

Open post

Μία δήλωση που απαξιώθηκε την ώρα της κρίσης των Ιμίων

Μία δήλωση που απαξιώθηκε την ώρα της κρίσης των Ιμίων

του Νάσου Μπράτσου

Τις ημέρες του Ιανουαρίου του 1996 που βρίσκονταν σε εξέλιξη η κρίση των Ιμίων, σε κεντρικό ξενοδοχείο της Αθήνας, διεξάγονταν η από καιρό προγραμματισμένη βαλκανική διάσκεψη συνδικάτων.

Ήταν ένας θεσμός που γίνονταν σε ετήσια βάση εκ περιτροπής στις πρωτεύουσες των βαλκανικών κρατών και με οικοδεσπότη την κυρίαρχη συνδικαλιστική οργάνωση της χώρας. Στην Ελλάδα οικοδέσποινα ήταν η ΓΣΕΕ και ήταν η «πρεμιέρα» αυτού του βαλκανικού θεσμού.

Στη βαλκανική συνάντηση συμμετείχε και κλιμάκιο Τούρκων συνδικαλιστών και αν δεν με απατά η μνήμη μου πρέπει να ήταν από τη συνδικαλιστική οργάνωση TURK IS και την DISK. Στο περιθώριο των εργασιών ο επικεφαλής της τουρκικής αντιπροσωπίας, έκανε δηλώσεις για τα Ίμια και άσκησε σκληρή κριτική στην κυβέρνηση της χώρας του.

Ήθελε κότσια μία τέτοια στάση, στο έδαφος του «εχθρού» να κριτικάρεις την κυβέρνηση της χώρας σου, πολύ περισσότερο όταν μετά πρέπει να γυρίσεις πίσω, σε μία χώρα που οι αντιφρονούντες, σε διαχρονική βάση, δεν θα λέγαμε ότι αντιμετωπίζονταν με ανοχή, το αντίθετο μάλλον.

Η σημαντική δήλωση του Τούρκου συνδικαλιστή που προωθούσε τις ιδέες της ειρήνης και της φιλίας των λαών και όχι πολεμοκάπηλες επιλογές, σχεδόν εξαφανίστηκε από τα ελληνικά ΜΜΕ.

Βρήκε εύφορο έδαφος σε τρία εξ αυτών, το δημοτικό ραδιόφωνο του Δήμου Ηρακλείου Αττικής στο οποίο εργαζόμουν τότε και ήμουν ο «δράστης» της μετάδοσής της και επίσης στην εφημερίδα «Ελευθεροτυπία» και στο συνεργείο που δεν θυμάμαι αν ήταν μόνο «902» ή και «Ριζοσπάστης», αν μου ξέφυγε και κανένα άλλο ΜΜΕ ζητώ προκαταβολικά συγνώμη.

Το ενδιαφέρον ήταν τα τηλεοπτικά κανάλια, όπου όχι μόνο η δήλωση του Τούρκου δεν έφτασε καν, αφού τα περισσότερα δεν είχαν στείλει συνεργείο για να καλυφθεί η βαλκανική διάσκεψη συνδικάτων, αυτή που σήμερα θα ονομάτιζαν κοροϊδευτικά σαν σύναξη εργατοπατέρων, προσπαθώντας να απαξιώσουν συνολικά το θεσμό των συνδικάτων, αλλά είχαν σαν πρώτο θέμα την αναχώρηση του στόλου από το ναύσταθμο της Σαλαμίνας.

Έτσι αντί να τονίσουν ότι υπάρχουν και Τούρκοι που επιθυμούν την ειρήνη, αντί να στοιχίζονται πίσω από τις κανονιοφόρους της κυβέρνησής τους, άρχισαν αφενός να δίνουν πληροφορίες για τις κινήσεις του ελληνικού στόλου και αφετέρου να ανεβάζουν τους τόνους για μία πολεμική περιπέτεια.

Από τα κεντρικά πρόσωπα εκείνης της περιόδου, από την άποψη των δηλώσεων, ήταν ο τελευταίος βοσκός των Ιμίων ο Αντώνης Βεζυρόπουλος, που κανένα τηλεοπτικό κανάλι δεν «ανακάλυψε», ότι εκτός από βοσκός υπήρξε και βαρκάρης – «κοντραμπατζής» στην περίοδο της κατοχής, μεταφέροντας ασυρμάτους, τρόφιμα, στρατιωτικούς πρόσφυγες, ενώ τρεις φορές συνελήφθη από τους Τούρκους (και δύο από τις κατοχικές δυνάμεις στην Κω), φυλακίστηκε και στην Τουρκία, όπου γλίτωσε την τελευταία στιγμή την εκτέλεση, και στην Κω. Τη δράση του αναδείξαμε και στο ert.gr και στο βιβλίο “Αιγαιοπελαγίτες πρόσφυγες στο Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο”. Βλέπετε και η Εθνική Αντίσταση είναι «ντεμοντέ» ως τηλεοπτικό προϊόν.

Όχι ότι οι «απέναντι» τηλεορασάκηδες πήγαιναν πίσω. Εκεί λοιπόν που τα εμβατήρια έδιναν και έπαιρναν στις τηλεσυχνότητες, έπεσε σχεδόν στα αζήτητα της δημοσιότητας, η διαμαρτυρία κατοίκων των τουρκικών παραλίων που σχεδόν προπηλάκισαν συνεργεία καναλιών (ειδικά αυτών που είχαν «ειδικότητα» να υψώνουν σημαίες σε βραχονησίδες) ασκώντας τους κριτική ότι με τα καμώματά τους κινδυνεύει να ανατιναχτεί η περιοχή στην οποία ζούσαν ειρηνικά και χωρίς προβλήματα με τους Έλληνες γείτονές τους και ότι σε περίπτωση πολέμου τα δικά τους σπίτια θα καούν. Ή όπως λέει και το τραγούδι «κι εγώ λαός κι εσύ λαός, εγώ Χριστό κι εσύ Αλλάχ, όμως κι οι δυο μας αχ και βαχ».

Μέρες που είναι και με την ένταση στην περιοχή να βρίσκεται σε υψηλό επίπεδο, ας θυμηθούμε ότι υπάρχει και η άλλη πλευρά του νομίσματος, αυτή των απλών καθημερινών ανθρώπων, που τους χωρίζουν τα σύνορα, αλλά όχι η λογική.

www.ert.gr

Open post

Πόλεμος

Πόλεμος

της Μάχης Μαργαρίτη

Στο βιβλίο Ιστορίας της τρίτης Γυμνασίου, δίπλα στο κεφάλαιο για την έκρηξη του Πρώτου Παγκόσμιου Πολέμου, υπάρχει ένα μικρό παράθεμα: «Μας εκπαίδευσαν δέκα εβδομάδες σ’ ένα στρατόπεδο κι αυτό το διάστημα μας επηρέασε πιο βαθιά από τα δέκα χρόνια του σχολείου. Μάθαμε πως ένα γυαλιστερό κουμπί βαραίνει περισσότερο από τέσσερις τόμους του Σοπενάουερ. Ξαφνιασμένοι στην αρχή, ύστερα πικραμένοι, και στο τέλος αδιάφοροι, παραδεχτήκαμε πως, σημασία δεν έχει ο νους μα η βούρτσα των παπουτσιών, το πνεύμα μα το σύστημα, η ελευθερία μα τα γυμνάσια.» Το απόσπασμα είναι από το βιβλίο «Ουδέν νεώτερον από το δυτικό μέτωπο», του Έριχ Μαρία Ρεμάρκ, του γερμανού πολίτη και μετά στρατιώτη, που πολέμησε στον πρώτο μεγάλο πόλεμο της ανθρωπότητας, τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, και έγραψε για αυτά που έζησε, σε ένα από τα πιο γνωστά αντιπολεμικά κείμενα στον κόσμο.

Την ώρα που οι παγκόσμιες δαπάνες για όπλα εκτοξεύονται στο υψηλότερο επίπεδο της «μετα-Ψυχροπολεμικής εποχής» και η λέξη «πόλεμος» αρχίζει να ακούγεται και πάλι, τίθεται πιο δυνατό παρά ποτέ, το ερώτημα: γιατί οι άνθρωποι δε λένε «όχι»; Τι τους κάνει να αποδέχονται τον πόλεμο, δηλαδή, δυνητικά, τον θάνατο τον δικό τους ή των παιδιών τους;

Η ιδεολογία του πολέμου

Ξεκινώντας να μιλά κανείς για τον πόλεμο, σίγουρα θα πρέπει να ασχοληθεί με την έννοια της επιθετικότητας και το/ή όχι σύμφυτό της με τον άνθρωπο. Δεν πολεμούσαν πάντα οι άνθρωποι; Πιθανά όχι με τον τρόπο που εννοούμε σήμερα τον πόλεμο, σημειώνουν ανθρωπολόγοι. «Σε μια ομάδα κυνηγών-τροφοσυλλεκτών, μια μεγάλη διαμάχη μπορούσε να λυθεί με τη διάσπαση της ομάδας ή με την αποχώρηση κάποιων από αυτή. Αυτή η επιλογή ήταν δύσκολη σε μια ομάδα γεωργών από τη στιγμή που είχαν εκχερσώσει τη γη και είχαν φυτέψει. Ο πόλεμος, ουσιαστικά άγνωστος μεταξύ των κυνηγών-τροφοσυλλεκτών, ήταν ενδημικός μεταξύ πολλών λαών που ασκούσαν τη γεωργία», γράφει ο ιστορικός Κρις Χάρμαν στο βιβλίο του «Λαϊκή Ιστορία του κόσμου». Και, συμπληρώνει, από τη στιγμή που υπήρχαν αποθηκευμένα τρόφιμα και τεχνουργήματα, αυτά αποτελούσαν κίνητρο για επιθέσεις. Όταν, δηλαδή, άνθρωποι εγκαταστάθηκαν σε συγκεκριμένα εδάφη και άρχισε να συσσωρεύεται απόθεμα προϊόντος -συνθήκες στις οποίες γεννήθηκαν οι πρώτες ταξικές κοινωνίες.

Αν ο πόλεμος στην πιο γνώριμη εκδοχή του συνδέεται με την εμφάνιση της ταξικής κοινωνίας, την πιο βάρβαρη μορφή του την πήρε τους δύο τελευταίους αιώνες, με την εμφάνιση του βιομηχανικού καπιταλισμού και των εθνικών κρατών που -μέσα από πολέμους- χάραξαν τα -χερσαία, τουλάχιστον- σύνορά τους και τα «μοίρασαν» μέχρι τετραγωνικού χιλιοστού. Για να φυλάξουν τα δικά τους αλλά και να «περάσουν» άλλων για να πάρουν πρώτη ύλη, γιγάντωσαν στρατούς και οπλοστάσια, περνώντας στην εκδοχή του ολοκληρωτικού πολέμου. Με θύτες, και θύματα.

Γιατί συναινούν οι απλοί άνθρωποι, αυτοί που θα είναι τα θύματα; Εξαιτίας της καλλιέργειας του εθνικισμού ως εργαλείου, είναι μία απάντηση. Στο κελί του, στη διάρκεια της δίκης της Νυρεμβέργης, ο Χέρμαν Γκέρινγκ, στρατάρχης του Τρίτου Ράιχ και ιδρυτής της Γκεστάπο, λέγεται ότι είπε, «είναι εύκολο. Το μόνο που χρειάζεται να κάνεις είναι να πεις (στους ανθρώπους) ότι τους επιτίθενται, και να αποκηρύσσεις τους φιλειρηνιστές για έλλειψη πατριωτισμού και έκθεση της χώρας σε κίνδυνο. Δουλεύει το ίδιο σε οποιαδήποτε χώρα».

Είναι αυτό αρκετό; Τι συνέβαινε πριν από τον πρώτο μεγάλο πόλεμο της ανθρωπότητας το 1914; Ήταν τόσο εμπεδωμένος ο εθνικισμός στον απλό κόσμο, και, αν όχι, πώς δημιουργήθηκε σταδιακά ένα κλίμα πολεμικού ενθουσιασμού; «Οι άνθρωποι των οποίων η ζωή, μέρα μπαίνει μέρα βγαίνει, περνά μέσα στη μονοτονία της απουσίας ελπίδας είναι πολλοί. Το κάλεσμα για επιστράτευση εισβάλλει στη ζωή τους σαν υπόσχεση -το οικείο και από καιρό μισητό ανατρέπεται και στη θέση του κυριαρχεί το νέο και ασυνήθιστο. Ο πόλεμος επηρεάζει τους πάντες, και κατά συνέπεια εκείνοι που καταπιέζονται και είναι απογοητευμένοι από τη ζωή νιώθουν ότι είναι ίσοι με τους πλούσιους και ισχυρούς», είχε πει ο θεωρητικός του Μαρξισμού και ηγετική μορφή της Οκτωβριανής Επανάστασης Λέων Τρότσκι, γράφει ο Χάρμαν.

Και βέβαια, βασικό ρόλο παίζει η στάση των πολιτικών δυνάμεων, ειδικά αυτών που θεωρούνται προοδευτικές. Πριν από το 1914, οι σοσιαλιστές αμφισβητούσαν «τους καπιταλιστές που έκαναν πολέμους» και μιλούσαν για «εμπόρους θανάτου». Ηγέτες των ευρωπαϊκών σοσιαλιστικών κομμάτων καταδίκαζαν τον πόλεμο ανάμεσα στα κράτη ως καταστροφικό για την αλληλεγγύη μεταξύ των εργατών και έλεγαν ότι σε περίπτωση απειλής πολέμου θα καλούσαν σε γενική απεργία. Την κρίσιμη στιγμή, όμως, καλούσαν τους υποστηρικτές τους σε πόλεμο για την προάσπιση της χώρας τους. Οι εργάτες ήταν πρώτα πατριώτες. Σε όλη την Ευρώπη, μόλις ξέσπασε ο πόλεμος, πολιτικοί αντίπαλοι έβαζαν στην άκρη τις μακροχρόνιες διαφορές τους «για όσο διαρκέσει». Στη Γερμανία, για παράδειγμα, ο Κάιζερ κήρυξε «κοινωνική ειρήνη». Οι ταξικές διαφορές «μπήκαν κάτω» από μια μεγαλύτερη «γερμανική ταυτότητα», και ο κύριος κρατικός θεσμός που διευκόλυνε κάτι τέτοιο, ήταν ο στρατός.

Ποια «είδη πολέμου» υπάρχουν; Ο επιθετικός είναι ο απλούστερος, ίσως, στην αντιμετώπιση, με την έννοια ότι είναι ο πιο εύκολα καταδικαστέος. Τα ερωτήματα γίνονται πιο σύνθετα όταν πρόκειται για «αμυντικό πόλεμο». Σε παγκόσμια έρευνα της Gallup το 2015 με ερώτημα «θα πολεμούσατε για την πατρίδα σας;», υπάρχουν μεγάλες αποκλίσεις ανά περιοχές. Στη Μέση Ανατολή, για παράδειγμα, η απάντηση είναι «ναι», με ποσοστό 83% -το υψηλότερο που καταγράφεται. Αντίθετα, στη δυτική Ευρώπη καταγράφεται το χαμηλότερο θετικό ποσοστό -«ναι, θα πολεμούσα» απαντά μόλις το 23%. Μία από τις εξηγήσεις είναι πιθανά το ότι στη Μέση Ανατολή, όπου η Δύση επεμβαίνει, με διάφορους τρόπους, τους τελευταίους αιώνες, οι πολίτες προφανώς θεωρούν ότι αμύνονται, και γι΄αυτό απαντούν ότι θα πολεμήσουν. Αντίθετα, στη δυτική Ευρώπη, η οποία στη σύγχρονη ιστορία έχει τον ρόλο του επιτιθέμενου, οι πολίτες δεν εμφανίζονται πρόθυμοι να πολεμήσουν «για την πατρίδα τους». Ίσως, όμως, μεγαλύτερο ενδιαφέρον να παρουσιάζουν διαδικτυακά σχόλια ανθρώπων στα αποτελέσματα της έρευνας. Που ζητούν να μάθουν αν η ερώτηση αφορούσε επιθετικό ή αμυντικό πόλεμο. Εικάζει κανείς ότι αν η ερώτηση τεθεί ως, «θα πολεμούσατε για την πατρίδα σας εάν δεχόταν επίθεση από άλλη χώρα;», το ποσοστό αυτών που θα απαντούσαν «ναι», θα ήταν πολύ μεγαλύτερο.

Σε κάθε περίπτωση, ο πόλεμος -ο κάθε πόλεμος- προϋποθέτει στρατό και οργάνωση. Και αυτόν τον μηχανισμό τον ενισχύει και τον τελειοποιεί. Οι «ανώτερες αξίες», ξαφνικά αντιστρέφονται. Η αφαίρεση της ανθρώπινης ζωής, από ταμπού, τίθεται στην κορυφή της κλίμακας αξιών, και γίνεται ηρωισμός. Και ο στρατός -ο κάθε στρατός- έχει ιεραρχία, έχει εξουσία, έχει υποταγή. Το ιδανικό της ελευθερίας μπαίνει για λίγο στην άκρη, στο όνομα της ελευθερίας.

Τα «εθνικά συμφέροντα»

«Είμαστε ενάντια στον πόλεμο, αλλά τι κάνεις όταν η χώρα σου δεχτεί επίθεση;», είναι ένα ερώτημα που τίθεται συχνά σε συζητήσεις. Προτού, όμως, φτάσουμε σε αυτό το, ομολογουμένως δύσκολο, σημείο, υπάρχουν πολλά άλλα ζητήματα που θα έπρεπε να δούμε. Τα βασικά είναι δύο: ποιος πολεμά εναντίον ποιου, και για ποια συμφέροντα.

Είναι χαρακτηριστικό το κλίμα που διαμορφώνεται στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια, από τη στιγμή, δηλαδή, που άνοιξε το ζήτημα των εξορύξεων για υδρογονάνθρακες, των ΑΟΖ και των ζωνών οικονομικού ελέγχου -αν υπάρχουν κοιτάσματα, σε ποιον ανήκουν, αλλά και πώς θα μεταφερθούν πετρέλαιο και αέριο σε άλλες χώρες μέσω αγωγών.

Στην κυρίαρχη ειδησεογραφία χρησιμοποιείται συχνά γλώσσα «πολεμική» σε σχέση με τη γειτονική Τουρκία. Παράλληλα, η λέξη «πατρίδα» ακούγεται όλο και πιο πολύ τα τελευταία χρόνια από πολιτικούς -σχεδόν- όλων των πολιτικών χώρων. Όλο και περισσότερο ακούγονται δηλώσεις για «εθνικά συμφέροντα» και «εθνική ενότητα», και προειδοποιήσεις προς την Τουρκία ότι «θα υπερασπιστούμε με κάθε μέσο τα κυριαρχικά μας δικαιώματα».

Ποιοι, αλήθεια, είναι οι «εμείς» των οποίων γίνεται επίκληση σε κάθε ανάλογη περίσταση, σε κάθε χώρα; Στην περίπτωση ενός πολέμου -τον αποκλείουν άραγε όσοι μιλούν δημόσια για χρήση «κάθε μέσου»;- ποιοι θα πολεμήσουν; Τα παιδιά αυτών που έχουν τον πλούτο και τη δυνατότητα να το αποφύγουν; Τα παιδιά των απλών ανθρώπων θα σταλούν στον πόλεμο.

Για τίνος τα συμφέροντα; Για ποιον λόγο οξύνεται πραγματικά η ένταση στην περιοχή; Για την εκμετάλλευση ορυκτών πόρων. Για πετρέλαιο και αέριο. Ποιος θα κερδίσει από την εκμετάλλευσή τους; Θα κερδίσουν οι εταιρίες που θα αναλάβουν τα έργα και τους αγωγούς. Θα κερδίσουν οι άρχουσες τάξεις, αυτοί που κατέχουν τα μέσα παραγωγής, εφόσον οι χώρες τους «αναβαθμίζονται» γεωπολιτικά. Τι θα κερδίσουν οι «εθνικές κοινωνίες»; Κάποιο «μερίδιο από τα κέρδη», μια και υποθέτει κανείς ότι οι εταιρίες δεν αναλαμβάνουν έργα για να μοιραστούν δίκαια τα κέρδη τους. Πού θα πάει αυτό το «μερίδιο από τα κέρδη»; Κανείς δε γνωρίζει από τώρα, μπορεί να πάει σε νέους εξοπλισμούς και σε ένα χρέος που μοιάζει με πηγάδι χωρίς πάτο -το όποιο «μερίδιο από τα κέρδη» μπορεί να πάει οπουδήποτε, και μάλλον δε θα ερωτηθεί η κοινωνία. Και με τι περιβαλλοντικό κόστος θα γίνουν όλα αυτά; Με υποθαλάσσιες έρευνες και πλατφόρμες εξορύξεων, σε μια σεισμογενή -ας μην το ξεχνάμε αυτό- χώρα, την πλέον σεισμογενή της Ευρώπης. Με μια θάλασσα που θα έπρεπε να προστατεύεται ως φυσικός θησαυρός, ακόμα και από τη μικρότερη πιθανότητα ατυχήματος ή διαρροής. Την εποχή που όλα «δείχνουν» προς τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.

Ποιος ακόμα θα κερδίσει; Θα κερδίσει η πολεμική βιομηχανία, αφού για να προστατευτούν ΑΟΖ και υδρογονάνθρακες, που σε κάθε χώρα ονομάζονται «εθνικά συμφέροντα», θα χρειαστούν νέοι εξοπλισμοί. Η Ελλάδα, η χώρα όπου εδώ και δέκα χρόνια εφαρμόζονται μνημόνια λιτότητας, βρίσκεται στις πρώτες θέσεις μεταξύ των χωρών του ΝΑΤΟ σε δαπάνες «για την άμυνα» -κόστος, 5,2 δισεκατομμύρια δολάρια μόνο για το 2018. Και ήδη, πυκνώνουν οι φωνές για «την ανάγκη νέων εξοπλισμών».

«Γιατί να μοιραστούμε τον πλούτο;»

Πολλές φορές σε συζητήσεις ακούγεται το ερώτημα –η αλήθεια είναι, όχι τόσο συχνά πλέον- «και γιατί να μοιραστούμε με τους Τούρκους τα πετρέλαια;». Υπάρχει σε αυτή την ερώτηση μια παράμετρος που συνήθως δεν εξετάζεται. Είναι «οι Τούρκοι» -και οι Έλληνες, και οι κάτοικοι κάθε χώρας- ένα «σώμα», ή υπάρχουν τούρκοι κάτοχοι μέσων παραγωγής και τούρκοι εργαζόμενοι, όπως υπάρχουν έλληνες κάτοχοι μέσων παραγωγής και έλληνες εργαζόμενοι, ομάδες των οποίων τα συμφέροντα όχι μόνο δεν ταυτίζονται αλλά είναι και αντικρουόμενα;

Για παράδειγμα, το συμφέρον των αστικών τάξεων μπορεί να είναι η κατασκευή αγωγών επειδή εμπλέκονται οικονομικά και μπορούν να αποκομίσουν κέρδη από αυτή, αλλά και από τη γεωπολιτική αναβάθμιση της χώρας τους. Αν συμβεί ένα ατύχημα στη θάλασσα, μια διαρροή, τα μέλη τους μπορούν να κολυμπήσουν σε όποια νερά θέλουν. Αν συμβεί ένας πόλεμος, μπορούν να βρεθούν όπου θέλουν. Αντίθετα, κοινά συμφέροντα μοιάζει να έχουν οι εργατικές τάξεις των δύο χωρών. Αν συμβεί μια διαρροή, δεν έχουν πού αλλού να κολυμπήσουν, ούτε αλλού να βρουν ψάρια να φάνε. Αν συμβεί ένας πόλεμος, δεν έχουν πού αλλού να πάνε -για αυτούς «παίζεται» η ζωή τους.

Και ακόμα ένα ερώτημα γεννιέται: μήπως προτού, για παράδειγμα, φτάσει η συζήτηση στο γιατί και πώς να μοιραστούμε τον πλούτο με «τους Τούρκους», να συζητηθεί γιατί και πώς να μοιραστεί ο πλούτος που παράγεται στο εσωτερικό αυτής της χώρας; Στη χώρα όπου, σύμφωνα με έκθεση της Credit Suisse, το 2014, το 10% του πληθυσμού συγκέντρωνε το 56,1% του εγχώριου πλούτου. Εφόσον δεχόμαστε ότι ο πλούτος παράγεται από αυτούς που εργάζονται, γιατί δεν τίθεται πρώτα το ζήτημα της μοιρασιάς «εντός», και αντί για αυτό συζητείται το ζήτημα της μοιρασιάς ενός ανύπαρκτου ακόμα «πλούτου» με τους γείτονες;

Ίσως δεν υπάρχει πιο συγκλονιστική και απλή περιγραφή του πολέμου από αυτές τις δύο σκηνές, χωρίς λόγια, στην ταινία Peterloo, βασισμένη σε ιστορικά γεγονότα, του βρετανού σκηνοθέτη Μάικ Λι. Στην πρώτη, ο Τζόζεφ, ένας νέος, σχεδόν παιδί, περιφέρεται μέσα σε πτώματα, στο πεδίο της μάχης του Βατερλώ, εκεί όπου τον έστειλαν για να υπερασπιστεί, όπως του είπαν, «τα συμφέροντα της πατρίδας του». «Χαμένος», αποσυντονισμένος, «έξω από την πραγματικότητα», ανοιγοκλείνοντας συνέχεια τα μάτια του από το μετατραυματικό σοκ, φτάνει στο σπίτι του, και πέφτει στην αγκαλιά της μητέρας του. Χωρίς να μιλά. Μόνο κλαίει. Έτσι «χαμένος», ανοιγοκλείνοντας σφιχτά τα μάτια, θα ζήσει τις λίγες μέρες που του απομένουν, στη χώρα του, τη βυθισμένη στην ύφεση, όπου ούτε δουλειά υπάρχει, ούτε ψωμί. Έτσι «χαμένος», σε έναν δικό του κόσμο πια, ο Τζόζεφ περιφέρεται και σε μια από τις τελευταίες σκηνές. Εκεί που το πλήθος ζητά από αυτούς που τον κυβερνούν, ψωμί και δημοκρατία. Εκεί όπου οι έφιππες αστυνομικές δυνάμεις, συμπατριώτες του, που υπερασπίζονται «τα συμφέροντα της πατρίδας του», ορμούν στους άοπλους ανθρώπους, και, έτσι απλά, τους σκοτώνουν. Επειδή ζήτησαν ψωμί και δημοκρατία. Έτσι απλά, ενώ περιφέρεται ανοιγοκλείνοντας σφιχτά τα μάτια του, ο Τζόζεφ θα πέσει κι αυτός νεκρός. Στην πατρίδα του. Αυτή για την οποία του είπαν να πολεμήσει.

Η γεύση του θανάτου

Το 2018 οι παγκόσμιες στρατιωτικές δαπάνες έφτασαν στο πιο υψηλό σημείο στη μετα-Ψυχροπολεμική εποχή, αγγίζοντας τα 1,8 τρισεκατομμύρια δολάρια το 2018, σύμφωνα με την ετήσια έκθεση του SIPRI, του Ερευνητικού Ινστιτούτου της Στοκχόλμης για τη Διεθνή Ειρήνη. Η έκθεση δείχνει ότι τις τελευταίες τρεις δεκαετίες έχουν δαπανηθεί 41 τρισεκατομμύρια δολάρια για οπλοστάσια. Πολλές χώρες κατέχουν και πυρηνικά όπλα. Τον περασμένο χρόνο το αμερικανικό Πεντάγωνο ανακοίνωσε τη μεγαλύτερη στην ιστορία εξοπλιστική του συμφωνία που αφορά την προμήθεια μαχητικών F-35. Στην Ευρώπη, Γερμανία, Γαλλία και Ισπανία υπογράφουν συμφωνίες για την ανάπτυξη ενός κοινού ευρωπαϊκού συστήματος αεράμυνας, που θεωρείται ότι θα είναι λειτουργικό μέχρι το 2040, με κόστος το οποίο η γερμανική εφημερίδα Handelsblatt ανέφερε ότι «μέχρι τα μέσα του αιώνα» θα μπορούσε να φτάσει και να ξεπεράσει τα «500 δισεκατομμύρια δολάρια».

Στην περιοχή της ανατολικής Μεσογείου εξελίσσεται ένας ενεργειακός πόλεμος. Ποιος δικαιούται τι; Ποιος θα είναι ο ισχυρός της περιοχής; Ποιος θα συμμαχήσει με ποιον; Αλλά οι ανταγωνισμοί, έχουν και συνέπειες.

«Η Ελλάδα δε συμμετέχει σε πολέμους», λέγεται συχνά. Στην Ελλάδα, όμως, υπάρχουν αμερικανικές-νατοϊκές στρατιωτικές βάσεις, και, μάλιστα, σχεδιάζεται εδώ και καιρό η «αναβάθμιση της αμυντικής συνεργασίας» με τις Ηνωμένες Πολιτείες, στη λογική πολλές φορές του «ανταλλάγματος». Για ποιους σκοπούς, όμως, χρησιμοποιούνται οι βάσεις; Όταν μια χώρα, οποιαδήποτε χώρα, παρέχει στρατιωτικές διευκολύνσεις σε μια χώρα ή χώρες που επιτίθενται σε άλλες, είναι ή όχι συμμέτοχη; Εμπλέκεται, ή όχι; Οι βάσεις, όπου κι αν βρίσκονται, διώχνουν κινδύνους –ή φέρνουν κινδύνους;

Πριν από λίγες μέρες έγιναν δύο αντιπολεμικές διαμαρτυρίες στην Αθήνα: η πρώτη από την Επιτροπή Αγώνα ενάντια στην Ελληνοαμερικανική Στρατιωτική Συμφωνία για τις Βάσεις, την οποία συγκροτούν μεταξύ άλλων εργατικά σωματεία, η Ελληνική Επιτροπή για τη Διεθνή Ύφεση και Ειρήνη, Φοιτητικοί Σύλλογοι, σωματεία αυτοαπασχολουμένων και η Ομοσπονδία Γυναικών Ελλάδος, που έκανε πορεία από το Σύνταγμα προς το υπουργείο Εξωτερικών, όπου παρέδωσε ψήφισμα διαμαρτυρίας για την ελληνοαμερικανική συμφωνία. Η δεύτερη κινητοποίηση έγινε με πρωτοβουλία οργανώσεων και συλλογικοτήτων κυρίως από τον χώρο της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς, για την «οργάνωση της αντίστασης στο ενδεχόμενο ενός νέου πολέμου στη Μέση Ανατολή», και αίτημα να μην υπάρξει «καμία εμπλοκή της Ελλάδας σε ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις και δολοφονικά χτυπήματα».

Λένε πολλοί ότι είναι αφέλεια να μιλάμε για ειρήνη όταν οι γύρω «μας επιβουλεύονται». Αν είναι αφέλεια να μιλάμε για την ειρήνη, ας μιλήσουμε για τον πόλεμο.

Στο βιβλίο του Χάινριχ Μπελ «Ομαδικό πορτρέτο με μια κυρία», ένας γερμανός πατέρας, έχει χάσει τον γιο του, τον Χάινριχ, που σκοτώθηκε μαζί με έναν φίλο του στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο με έναν απρόσμενο τρόπο. Έναν χρόνο μετά την απώλεια του γιου του και το σοκ -που του έχει προκαλέσει σιωπή- ο πατέρας ξαναρχίζει να μιλά για τον γιο, προσπαθώντας να εξιδανικεύσει τον θάνατό του. Καιρό μετά, μια γυναίκα, φίλη της οικογένειας περιγράφει τις δικές της σκέψεις όταν άκουγε τον πατέρα να μιλά: «Δεν ήταν χαζός να μιλάει για πεπρωμένα και τέτοιες βλακείες, έλεγε όμως ότι του φαινόταν ωραίο που ο Χάινριχ δεν πέθανε ‘παθητικά’ αλλά ‘ενεργητικά’. Αυτό δεν το κατάλαβα ποτέ εντελώς, γιατί εμένα τουλάχιστον επί έναν χρόνο και παραπάνω αυτή η ιστορία μου άφηνε μια απαίσια γεύση στο στόμα, μου φαινόταν κάπως βλακώδης –ή, ας πούμε πως, αν αυτοί οι δύο δεν είχαν πεθάνει, εγώ θα το έβρισκα όλο αυτό απλώς χαζό. Σήμερα νομίζω πως το να πεθαίνεις για ‘κάτι’ δεν κάνει αυτό το κάτι καλύτερο, σπουδαιότερο ή λιγότερο χαζό. Παραμένει απαίσια η γεύση του -δεν έχω τίποτε άλλο να πω.» Αφοριστικό; Άδικα εξισωτικό των λόγων για τους οποίους πεθαίνει κανείς σε έναν πόλεμο; Αλλά πάλι, τι πιο ισοπεδωτικό από τον θάνατο;

Λέγεται συχνά ότι δεν υπάρχει καμία πιθανότητα να «εκτροχιαστούν τα πράγματα», επειδή «κανείς δε θέλει πραγματικά μια ανάφλεξη». Αυτό ίσως είναι αλήθεια. Κανείς, όμως, δε γνωρίζει την εξέλιξη των πραγμάτων. Σύννεφα μαζεύονται πάνω από την περιοχή όπου βρίσκεται και η Ελλάδα. Είμαστε εδώ. Δεν είναι τύχη, δεν είναι ατυχία. Είναι γεωγραφία. Αλλά το τι θέλουμε να είμαστε, δεν είναι μοίρα. Είναι επιλογή. Θέλουμε να εμπλεκόμαστε σε πολεμικές συμμαχίες, στο όνομα κάποιας παντελώς αβέβαιης μελλοντικής υποστήριξης, να διαθέτουμε στρατιωτικές βάσεις που προωθούν πολέμους, και να «σκάβουμε» στα θαλάσσια έγκατα για υδρογονάνθρακες; Ή θέλουμε να απεμπλακούμε από στρατιωτικές «συμμαχίες» και αποστολές, να σταματήσουμε να διαθέτουμε γη, νερό και αέρα για στρατιωτικές διευκολύνσεις, και να προστατεύσουμε μια από τις πιο όμορφες θάλασσες του κόσμου, σταματώντας κάθε ενέργεια που μπορεί να τη βλάψει;

Ποιος θα σκεφτεί και θα απαντήσει στα ερωτήματα αυτά, αν όχι αυτοί που θα «πληρώσουν το κόστος» ακόμα και με τη ζωή τους, τη δική τους και των παιδιών τους; Πολεμικό κλίμα, ή δημιουργία ενός κινήματος για την ειρήνη; Το ζήτημα είναι τι θα κάνουμε αν φτάσουμε στο κατώφλι του πολέμου; Ή το ζήτημα είναι να μην επιτρέψουμε να φτάσουμε εκεί;

 

www.ert.gr

Open post

Μια βρετανική ιστορία

Μια βρετανική ιστορία

της Μάχης Μαργαρίτη

Στο τελευταίο βιβλίο του Τζόναθαν Κόου, «Μέση Αγγλία», υπάρχει αυτή η σκηνή: ο ηλικιωμένος, χήρος πατέρας του κεντρικού ήρωα, του ζητά να τον πάει στο παλιό εργοστάσιο όπου δούλευε, στο Λόνγκμπριτζ, στην ενδοχώρα της Αγγλίας. Όταν τον πηγαίνει εκεί, στέκεται χαμένος, ψάχνοντας όλα αυτά που ήξερε -και δεν υπάρχουν πια. Και ο άνθρωπος αυτός, που εδώ και καιρό επικοινωνεί μόνο με, συχνά κυνικούς, αφορισμούς, αρχίζει να μιλά, με έναν χείμαρρο λέξεων, σε μια από τις πιο φορτισμένες ίσως σκηνές του βιβλίου. Η ενδοχώρα της Αγγλίας, τα Μίντλαντς, μαζί με τον βορρά, πρωταγωνίστησε και σε ένα άλλο σενάριο -αυτή τη φορά αληθινό: τις βρετανικές εκλογές.

Το Ντόνκαστερ είναι μια πόλη πρώην ανθρακωρύχων, στο Γιορκσάιρ. Ανήκει στο λεγόμενο «Κόκκινο Τείχος», όπως αποκαλούνται τα προπύργια των Εργατικών. Έχει τρεις εκλογικές περιφέρειες. Και οι τρεις αντιπροσωπεύονταν μέχρι σήμερα στη βουλή από τους Εργατικούς -εκεί εκλέγεται και ο πρώην ηγέτης του κόμματος Εντ Μίλιμπαντ. Από τους Εργατικούς προέρχεται και ο δήμαρχος. Μετά το κλείσιμο των εργοστασίων, μετατράπηκε σε μια από τις πιο φτωχές, «κοινωνικά στερημένες» περιοχές της Βρετανίας. Το 2016, στο δημοψήφισμα για την έξοδο από την Ευρωπαϊκή Ένωση, το Ντόνκαστερ ψήφισε την έξοδο σε ποσοστό 69%. Και στις εκλογές της 12ης Δεκεμβρίου, η μία περιφέρειά του πέρασε στους Συντηρητικούς, ενώ στην έδρα του Εντ Μίλιμπαντ το κόμμα είχε πολύ μεγάλες απώλειες.

Η περίπτωση του Ντόνκαστερ είναι ένα κομμάτι του παζλ αυτών των εκλογών. Έληξαν με τους Συντηρητικούς να κερδίζουν με ποσοστό 43,6%, και τους Εργατικούς να συγκεντρώνουν λίγο πάνω από το 32%. Η διαφορά ανάμεσα στα  δύο κόμματα είναι μεγάλη. Αλλά, «δεν υπήρξε εντυπωσιακή νίκη για τον Τζόνσον: αύξησε το μερίδιο ψήφων του κατά λιγότερο από 2%, χάνοντας πάνω από 1 εκατομμύριο οπαδούς του Remain αλλά κερδίζοντας οπαδούς του Leave, κυρίως λόγω της απόφασης του κόμματος του Brexit να μην κατεβεί σε όλες τις έδρες που ανήκαν στους Τόρις», σημείωνε η εταιρία ερευνών Datapraxis.

Και ίσως είναι λογικό να πει κανείς, ότι αυτές τις εκλογές, τις έχασαν οι Εργατικοί.

Το σύνθημα που «διαπέρασε» τις εκλογές: «Get Brexit done!»

Αυτό ήταν το μήνυμα του κόμματος των Συντηρητικών με νέο αρχηγό τον Μπόρις Τζόνσον. Και αυτό ήταν το μήνυμα που κέρδισε έναν ικανό αριθμό ψηφοφόρων των Εργατικών οι οποίοι είχαν ψηφίσει υπέρ της εξόδου στο δημοψήφισμα του 2016. Κυρίως στην ενδοχώρα και τον βορρά της Αγγλίας.

Για τη σημασία που έφτασε να έχει στη σκέψη των ψηφοφόρων το Brexit έγραφε λίγες μέρες πριν από τις εκλογές ο καθηγητής Πολιτικών Επιστημών Τζον Κέρτις στο δίκτυο BBC. Αναφέροντας ότι σε τρεις δημοσκοπήσεις, τις οποίες παρέθετε, πρώτο ζήτημα που απασχολούσε είναι η υγεία, με ποσοστό πάνω από 60%, και δεύτερο με πάνω από 50% το Brexit. Όλα τα υπόλοιπα ζητήματα έπονταν με μεγάλη διαφορά, δηλαδή συγκέντρωναν κάτω από 25% -μεταξύ αυτών η εγκληματικότητα και το μεταναστευτικό ζήτημα.

Στις περιοχές που ήταν υπέρ της εξόδου από την Ευρωπαϊκή Ένωση -δηλαδή, είχαν ψηφίσει Brexit σε ποσοστό πάνω από 60% στο δημοψήφισμα- υπήρξε μεγάλη στροφή από τους Εργατικούς στους Τόρηδες. Σημείωνε το βρετανικό δίκτυο λίγες ώρες αφότου έγινε γνωστό το αποτέλεσμα ότι «σε αυτές τις περιοχές, η αύξηση στην ψήφο για τους Τόρηδες ήταν περίπου 6%. Ενώ σε αυτές που ήταν κατά 55% υπέρ της παραμονής στην Ευρωπαϊκή Ένωση, οι Τόρηδες έπεσαν κατά τρεις μονάδες». Συμπέρασμα, η επιμονή στην τήρηση του Brexit περισσότερο ωφέλησε παρά έβλαψε τους Συντηρητικούς.

«Αντίθετα, στις περισσότερες περιοχές υπέρ της εξόδου, οι Εργατικοί έπεσαν κατά 11 μονάδες, ενώ 5 μονάδες έχασαν σε αυτές υπέρ της παραμονής. Οι Εργατικοί υπέστησαν μεγάλο πλήγμα στις παραδοσιακές περιοχές της εργατικής τάξης-προπύργιά τους». Το σύνθημα απέδωσε, επειδή ένας μεγάλος αριθμός ανθρώπων είχε βαρεθεί τις κωλυσιεργίες και τις καθυστερήσεις, και ήθελε να «τελειώσει αυτή η ιστορία».

Η αμφίθυμη στάση των Εργατικών στο ζήτημα του Brexit

Μία εξήγηση που δίνεται για τη μεγάλη πτώση των Εργατικών είναι η στάση τους στο ζήτημα της εξόδου από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Το δημοψήφισμα αποφασίστηκε από την κυβέρνηση των Συντηρητικών του Ντέιβιντ Κάμερον και πραγματοποιήθηκε τον Ιούνιο του 2016. Με ποσοστό σχεδόν 52%, οι βρετανοί ψηφοφόροι επέλεξαν -παρά τις προβλέψεις πολλών- την έξοδο. Ακολούθησαν τρία χρόνια συνέχισης της διακυβέρνησης από τους Συντηρητικούς, όχι χωρίς αναταράξεις στο εσωτερικό τους: τη θέση του Ντέιβιντ Κάμερον πήρε η Τερέζα Μέι, και τη δική της πολύ πρόσφατα ο Μπόρις Τζόνσον. Κανένας δεν κατάφερε να ολοκληρώσει τη διαδικασία της εξόδου. Κι όμως, το σύνθημά τους «Ολοκληρώστε το Brexit» -στο οποίο οι ίδιοι είχαν αποτύχει- είναι αυτό που συνέβαλε καθοριστικά στη νίκη τους. Παράδοξο; Όχι και τόσο, αν μελετήσει κανείς τη στάση των αντιπάλων τους.

Το 2017, στις γενικές εκλογές που έγιναν στη χώρα, οι Εργατικοί, με νέο αρχηγό τον Τζέρεμι Κόρμπιν, κατέγραψαν τη μεγαλύτερη νίκη τους από το 2001. Ο βετεράνος πολιτικός είχε εκλεγεί στην ηγεσία του κόμματος με τις ψήφους της βάσης, χωρίς ποτέ να γίνει πραγματικά αποδεκτός από την πιο συντηρητική πτέρυγα των Εργατικών. Στις εκλογές του 2017, κατέβηκε με μια σοσιαλδημοκρατική ατζέντα, και με μια σαφή «γραμμή» για σεβασμό στο αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος: «Το ζήτημα έχει διευθετηθεί. Το ζήτημα τώρα είναι, τι είδους Brexit θέλουμε -και τι είδους χώρα θέλουμε να είναι η Βρετανία μετά  το Brexit; Οι Εργατικοί θέλουν ένα Brexit με κέντρο τις δουλειές πάνω από όλα, που διαφυλάσσει το μέλλον των ζωτικών βιομηχανιών, που ανοίγει τον δρόμο σε μια αυθεντικά δικαιότερη κοινωνία και μια αναβαθμισμένη οικονομία». Και ξανά, έλεγε: «Το δημοψήφισμα έγινε, ας σεβαστούμε το αποτέλεσμα.»

Αλλά το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος δεν ικανοποίησε μια μεγάλη μερίδα των Εργατικών, που ήθελαν παραμονή στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Ήταν θέμα χρόνου -καθώς, μάλιστα, η κυβέρνηση των Συντηρητικών δεν ολοκλήρωνε τις διαπραγματεύσεις- να αρχίσουν οι πιέσεις για αλλαγή στάσης. Η πλατφόρμα Peoples’ Vote άρχισε εκστρατεία υπέρ της διεξαγωγής δεύτερου δημοψηφίσματος. Είναι αλήθεια ότι υπέρ ενός τέτοιου αιτήματος ήταν πρόσωπα προσκείμενα στους Εργατικούς, και ένα συντηρητικότερο τμήμα του κόμματος -των οποίων τα κίνητρα είναι και συζητήσιμα. Αλλά είναι, επίσης, αλήθεια ότι το υποστήριξαν και κάποια μέλη του Momentum, της οργάνωσης βάσης που είχε στηρίξει τον Τζέρεμι Κόρμπιν, γιγαντώνοντας τους Εργατικούς και φέρνοντας νέα πνοή στο κόμμα.

Έτσι, στις εκλογές της 12ης Δεκεμβρίου, οι Εργατικοί κατέβηκαν μετά από έναν «συμβιβασμό» στο εσωτερικό τους, και μια στάση ουδετερότητας γύρω από το Brexit. Η στάση αυτή φαίνεται από τα αριθμητικά δεδομένα ότι τους έφερε και ψήφους από οπαδούς του Bremain. Όμως, τους πήρε και εκατοντάδες χιλιάδες ψήφους. Η απώλεια ήταν πιο σημαντική από τα κέρδη, επειδή ήταν ποιοτική -αφορούσε το DNA του κόμματος: οι ψήφοι που χάθηκαν προέρχονταν από τα «μπλε κολάρα», τους παραδοσιακούς τους ψηφοφόρους στις εργατικές περιοχές.

Η επιλογή της ουδετερότητας διέρρηξε κι άλλο τη σχέση τους με τους ψηφοφόρους της εργατικής τάξης. Επειδή, όλοι αυτοί οι άνθρωποι είδαν να μη γίνεται σεβαστή η επιλογή τους να πουν «όχι» στην Ευρωπαϊκή Ένωση, είδαν να μη γίνεται σεβαστό το αποτέλεσμα ενός δημοψηφίσματος που οι ίδιοι θεώρησαν ως «δική τους στιγμή να μιλήσουν». Το αίσθημα αυτό, δείχνει η ιστορία, είναι πάντα συντριπτικό -και οι χειρότερες συνέπειες δεν είναι αριθμητικές.

Ποιοι ήταν, τελικά, αυτοί οι «ξεχασμένοι» ψηφοφόροι;

Είναι τα σχεδόν τέσσερα εκατομμύρια ψηφοφόροι των Εργατικών που ψήφισαν υπέρ της εξόδου στο δημοψήφισμα του 2016. Μια «μυθική» ομάδα -και ταυτόχρονα, η πιο επιφανειακά ειδωμένη. Η παραδοσιακή εργατική τάξη, βουλιαγμένη στη λιτότητα.

Για ένα μέρος της, καθημερινότητα είναι οι τράπεζες τροφίμων και οι ουρές στα συσσίτια. Για άλλους, η ζωή μετά την αποβιομηχάνιση. Το Πόντιπουλ είναι μια πόλη της νότιας Ουαλίας. Κάποτε, ζούσε. Τώρα, έλεγε ένας κάτοικος πριν από το δημοψήφισμα του 2016 σε δημοσιογράφο του Guardian, «έχει πεθάνει επειδή πήραν αυτό που ήθελαν. Η Θάτσερ διέλυσε τα συνδικάτα. Υπήρχαν εδώ ανθρακωρυχεία. Καπνός! ‘Φύγαμε από εδώ’. Και προχώρησαν παρακάτω.» Και από τότε, κανείς δεν ασχολήθηκε μαζί τους.

Μαζί με την αποβιομηχάνιση, ήρθαν οι πολιτικές της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην αλιεία, η Κοινή Αγροτική Πολιτική, οι κανονισμοί. «Η ΚΑΠ δέχεται τις περισσότερες επιθέσεις από κάθε άλλη ευρωπαϊκή πολιτική. Κατηγορείται από πολιτικούς όλων των χρωμάτων ως πολύ ακριβή, πολύ περιοριστική, στοχευμένη στους λάθος ανθρώπους και ότι αποτυγχάνει να προστατέψει το περιβάλλον», σημειωνόταν το 2017 σε άρθρο στην ιστοσελίδα The Conversation. Πολλές γνωστές μη-κυβερνητικές οργανώσεις έγραφαν σε κοινή ανακοίνωσή τους ότι η έξοδος από την Ευρωπαϊκή Ένωση δίνει «μια ευκαιρία χωρίς προηγούμενο να αναζωογονήσουμε την ύπαιθρό μας με τρόπο που να ισορροπεί τις ανάγκες όλων, για τις γενιές που ακολουθούν».

Μπορεί οι περισσότεροι να έκαναν ότι δεν το βλέπουν, αλλά εργαζόμενοι ψηφοφόροι των Εργατικών δεν πίστευαν πια και τόσο σε αυτά που τόσο καιρό τους έλεγαν για την Ευρώπη-προστάτη των εργατικών δικαιωμάτων. H εφημερίδα Guardian έχει δημοσιεύσει πολλά κείμενα αρθρογράφων υπέρ της παραμονής στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Ο οικονομικός της συντάκτης, Άρθουρ Έλιοτ, έχει διαφορετική άποψη. Και την έγραψε λίγες μέρες πριν από τις εκλογές. «Μην ξεγελιέστε -η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν είναι υπερασπιστής των δικαιωμάτων των εργαζόμενων. Το ευρωπαϊκό εγχείρημα πάντα έκανε τη ζωή πιο εύκολη για το κεφάλαιο. Ακριβώς γι΄αυτό αρέσει τόσο πολύ στις πολυεθνικές», ήταν ο τίτλος του άρθρου του. Και συνέχιζε, αποδομώντας την κυρίαρχη άποψη, και κρίνοντας τη στάση της αριστεράς: «Ο Άντι Χαλντέιν, ο επικεφαλής οικονομολόγος της Τράπεζας της Αγγλίας, είπε αυτή την εβδομάδα ότι έχει γίνει πρόοδος στο ζήτημα της ισότητας των αμοιβών των φύλων αλλά χρειάζονται περισσότερα. Αυτό που δεν είπε είναι ότι όλη η πρόοδος που έχει γίνει μέχρι τώρα υπήρξε αποτέλεσμα της πίεσης στο εσωτερικό και απεργιακών δράσεων που φτάνουν πίσω στην απεργία το 1968 εργατριών στο εργοστάσιο Φορντ Ντάγκενχαμ. Ούτε ήταν οι Βρυξέλλες που οδήγησαν στην έγκριση του Νόμου για ίσες Αμοιβές ή την Πράξη κατά των Διακρίσεων Φύλου. Ούτε ήταν οι Βρυξέλλες που οδήγησαν στην έγκριση του Νόμου για την Υγεία και την Ασφάλεια στην Εργασία ή τον Νόμο Προστασίας της Εργασίας. Όλοι αυτοί οι νόμοι πέρασαν στο πρώτο μισό της δεκαετίας του ΄70, και δεν είναι σύμπτωση ότι αυτή ήταν η περίοδος που τα συνδικάτα ήταν ισχυρότερα και η διαπραγμάτευση για συλλογικές συμβάσεις ήταν πιο εκτεταμένη… Η άποψη ότι μόνο οι Βρυξέλλες στέκονται εμπόδιο σε ένα μπαράζ απορρυθμίσεων, φανερώνει όχι μόνο μια λανθασμένη αντίληψη του τρόπου που λειτουργεί η Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά επίσης μια βαθιά και παράλογη απαισιοδοξία από την αριστερά, μια πίστη ότι οι Συντηρητικοί θα είναι στην εξουσία για πάντα ανεξάρτητα από  το τι θα κάνουν. Η αριστερά δε χρειάζεται την Ευρωπαϊκή Ένωση να δώσει τις μάχες της. Αυτό που χρειάζεται είναι να στηρίξει τη διεκδίκηση για καλύτερες συνθήκες εργασίας και να κερδίσει έναν κόσμο αηδιασμένο με μια αγορά εργασίας οπλισμένη υπέρ των εργοδοτών. Με λίγη αυτοπεποίθηση, δε θα έπρεπε να είναι τόσο δύσκολο.»

Έχασαν οι «αριστερές πολιτικές» του Κόρμπιν;

Μία εξήγηση που επιχειρείται να διαμορφωθεί για την ήττα των Εργατικών -και από μερίδα του Τύπου- είναι ότι οι προτάσεις τους ήταν «πολύ ριζοσπαστικές». Φυσικά, ο καθένας μπορεί να λέει ό, τι θέλει αναλύοντας ένα αποτέλεσμα. Αλλά υπάρχουν και τα στοιχεία.

Στις αρχές του 2019, το eurotrack ερευνούσε την απήχηση των προτάσεων Κόρμπιν. Έγραφε ο επικεφαλής δημοσιογράφος-αναλυτής δεδομένων του eurotrack Μάθιου Σμιθ στην ιστοσελίδα του YouGov, ότι οι πολιτικές αυτές είναι δημοφιλείς όχι μόνο στη Βρετανία, αλλά και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες -Γαλλία, Γερμανία, Δανία, Σουηδία, Φινλανδία, Νορβηγία, και στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Η δέσμευση Κόρμπιν για δωρεάν πανεπιστήμια χωρίς δίδακτρα για όλους, είχε παντού την πλειοψηφία. Η δέσμευση να αυξηθεί ο φόρος εισοδήματος για το 5% των υψηλότερων εισοδημάτων ήταν αποδεκτή σε ποσοστό 68% στη Βρετανία. Η δέσμευση να μπει πλαφόν στις τιμές των ενοικίων ώστε να συμβαδίζουν με τον πληθωρισμό υποστηριζόταν από το 74% των ερωτηθέντων στη Βρετανία. Η πρόταση/διερεύνηση για εργάσιμη εβδομάδα τεσσάρων ημερών, από το 63% των βρετανών. Η απαίτηση να δίνουν οι επιχειρήσεις αριθμό θέσεων στα διοικητικά συμβούλια στους εργαζόμενους ήταν αποδεκτή από το 63% στη χώρα. Και, η δέσμευση να ανήκουν στο Δημόσιο οι επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας έβρισκε σύμφωνους σχεδόν 6 στους 10 -όπως και η επιστροφή του σιδηρόδρομου στο Δημόσιο. Και σημείωνε ο Μάθιου Σμιθ: «Η δημοφιλία αυτών των πολιτικών σημαίνει ότι αν ο Κόρμπιν δεν καταφέρει να πάρει τα κλειδιά της Ντάουνινγκ Στριτ, παραμένει κάθε πιθανότητα να μπορέσει κάποιος άλλος να τις υλοποιήσει.»

Τον Οκτώβριο έγραφε άρθρο στο Bloomberg ότι «το Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών δείχνει πως για πρώτη φορά από το 2002, οι περισσότεροι ψηφοφόροι θέλουν να αυξηθούν οι φόροι ώστε να αυξηθεί η δημόσια δαπάνη για νοσοκομεία, σχολεία και άλλες δημόσιες υπηρεσίες».

Όλα αυτά τα στοιχεία συνηγορούν στο ότι το Μανιφέστο 2019 του Εργατικού Κόμματος υπό τον Τζέρεμι Κόρμπιν είχε αποδοχή, με βάση τις έρευνες. Ήταν η πρόταση που απορρίφθηκε στις εκλογές, ή συνέβη κάτι άλλο;

Η οργή για το πολιτικό σύστημα

Ένα προβληματικό ενδεχόμενο είναι να στοχοποιηθούν ως «ανόητοι» οι παραδοσιακοί ψηφοφόροι των Εργατικών που ήταν οπαδοί του Brexit και στράφηκαν στους Συντηρητικούς ή δεν πήγαν να ψηφίσουν. Αυτό έχει ήδη αρχίσει να συμβαίνει. «Στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, οι ανθρακωρύχοι μας, από ήρωες της εργατικής τάξης έχουν μετατραπεί σε ‘γαλοπούλες που ψηφίζουν να έρθουν τα Χριστούγεννα’. Αποκαλούνται ‘προδότες’ και ‘ηλίθιοι’», έλεγε κάτοικος του Ντόνκαστερ μετά τα αποτελέσματα.

Οι Εργατικοί του Κόρμπιν κατέβηκαν στις εκλογές με μια δημοφιλή πολιτική πρόταση, δεχόμενοι ποικίλων ειδών επιθέσεις, φανερές και λιγότερο φανερές, από το πολιτικό σύστημα, αλλά και από μεγάλη μερίδα του Τύπου -με στόχο κυρίως τον ίδιο τον Τζέρεμι Κόρμπιν και την πολιτική του ταυτότητα. Υποχώρησαν στο ζήτημα του Brexit, και προκάλεσαν ένα αίσθημα «προδοσίας» στους απλούς ανθρώπους. Αλλά μια άλλη -ή ακόμα μία- εξήγηση για την επίδοσή τους φαίνεται ότι είναι το μήνυμα που έστειλαν, και αυτό που δεν έστειλαν.

Έγραφε μετά τις εκλογές στο open democracy ο Άνταμ Ράμσεϊ για τη στάση των βρετανών ψηφοφόρων. «Οι Συντηρητικοί τους είπαν ότι με το Brexit ‘θα πάρουν πίσω τον έλεγχο’.» Η απάντηση από τους Εργατικούς «θα έπρεπε να είναι να τους προσφέρει μια γνήσια αυτενέργεια, μέσω μιας πολιτικής επανάστασης». Αντί για αυτό, τους είπαν, «θα χρησιμοποιήσουμε την πολιτική για να κάνουμε καλύτερη τη ζωή σας». Το πρόβλημα είναι ότι ένας τεράστιος αριθμός ανθρώπων, δεν εμπιστεύονται την πολιτική, δεν πιστεύουν στο πολιτικό σύστημα. «Έχω μιλήσει σε άγνωστους για πολιτική σε δρόμους στη Βρετανία αρκετά συχνά από το 2003. Είμαι συνηθισμένος στην έλλειψη εμπιστοσύνης, τον κυνισμό και την οργή. Στο ‘όλοι το ίδιο είναι’. Αλλά δεν έχω συναντήσει ποτέ τόσους πολλούς ανθρώπους να λένε ‘όλοι είναι ψεύτες’, μια τόσο οργισμένη, ενεργητική αποχή. Μοιάζει σαν κάτι νέο», γράφει ο Ράμσεϊ. Ο ίδιος ο Τζέρεμι Κόρμπιν το επιβεβαίωνε με άρθρο του στον Guardian την επομένη των εκλογών. «Ταξίδεψα σε όλα τα σημεία της χώρας μας και άκουσα τους ανθρώπους, και ήμουν συνεχώς εντυπωσιασμένος από το πόσο βαθιά έχει διαρραγεί η εμπιστοσύνη στην πολιτική.» Και την απογοήτευση είναι εύκολο να διαδεχτεί ο κυνισμός.

«Γιατί να μην απαιτήσεις οι κανόνες της δημοκρατίας να γράφονται από τους ανθρώπους για τους ανθρώπους, δίνοντας δύναμη στους ανθρώπους; Γιατί να μην ανακοινώσεις ότι τα νησιά Κέιμεν και τα Βritish Virgin Islands και το Γιβραλτάρ θα πρέπει να επιβάλλουν τους βρετανικούς φόρους ή να ανακηρύξουν ανεξαρτησία και να απαρνηθούν την προστασία του Βασιλικού Ναυτικού; Γιατί να μην υποσχεθείς να τελειώσεις τη συνταγματική προστασία του Σίτι του Λονδίνου; Γιατί να μη φωνάξεις για συμμετοχικό προϋπολογισμό, για τοπικό έλεγχο και δίκαιο εκλογικό σύστημα; Η κλιματική κρίση και η οικονομική καταστροφή είναι σοβαρά ζητήματα. Αν όμως δεν πείσεις τους ανθρώπους ότι η δημοκρατία είναι ικανή να εφαρμόσει πολιτικές, όλα διαλύονται», έγραφε ο Άνταμ Ράμσεϊ.

Οι πολιτικές που υποσχέθηκε ο Τζέρεμι Κόρμπιν ήταν δημοφιλείς. Αλλά μεγάλος μέρος του κόσμου, μάλλον δεν πίστεψε ότι θα τις εφαρμόσει. Και, ακόμα, κόμμα, συνδικάτα και πολλοί ακτιβιστές «πόνταραν» τα πάντα στην εκλογική επιτυχία των Εργατικών. Εργάστηκαν για αυτό, αλλά ο δρόμος «έμεινε άδειος». Την προεκλογική εκστρατεία δε συνόδεψαν μεγάλες διαδηλώσεις, ούτε απεργιακές δράσεις. Το μήνυμα ήταν ότι η λύση θα έρθει με τις εκλογές, από την κάλπη και το πολιτικό σύστημα -αυτό ακριβώς που όλο και περισσότεροι θεωρούν ότι είναι το πρόβλημα. Το μήνυμα ήταν «για τους πολλούς, όχι για τους λίγους» -αλλά δεν ήταν «από τους πολλούς, για τους πολλούς». Και αυτό που συνέβη στη Βρετανία, συμβαίνει παντού.

Και τώρα τι; Η κυβέρνηση Τζόνσον πιθανά θα κινήσει γρήγορα τη διαδικασία για να αποχωρήσει η Βρετανία, μέχρι το τέλος Ιανουαρίου το αργότερο. Και μετά θα αρχίσει η πιο περίπλοκη διαδικασία της σύναψης εμπορικής συμφωνίας με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Θεωρητικά θα πρέπει να έχει ολοκληρωθεί μέχρι τον Ιούνιο του 2020, εκτός αν δοθεί νέα παράταση. Θα γίνει κάτι τέτοιο, ή ο Μπόρις Τζόνσον  θα προχωρήσει ενισχυμένος από τη μεγάλη πλειοψηφία που έχει στη βουλή;

«Μετά από κανέναν χρόνο και τη διευθέτηση του brexit, η οικονομία θα ανεβεί βραχυπρόθεσμα. Με την ‘αβεβαιότητα’ να έχει λήξει, ίσως επιστρέψουν ξένες επενδύσεις, ανακάμψουν οι τιμές των σπιτιών, και ίσως ο Τζόνσον κλέψει ακόμα και προτάσεις των Εργατικών και αυξήσει τη δημόσια δαπάνη για μια μικρή περίοδο. Μακροπρόθεσμα, τα πράγματα είναι ασαφή. Μένει να φανούν οι επιπτώσεις στο Σίτι και τις οικονομικές υπηρεσίες -χωρίς να διαφαίνεται κάτι συνταρακτικό στον ρυθμό ανάπτυξης. Αλλά μετά υπάρχει και ο ‘τζόκερ’: η παγκόσμια οικονομία. Οι μεγάλες καπιταλιστικές οικονομίες έχουν τον χαμηλότερο ρυθμό ανάπτυξης από τη Μεγάλη Ύφεση. Ο εμπορικός πόλεμος ΗΠΑ-Κίνας ίσως παγώσει, αλλά μάλλον θα ξαναρχίσει. Και σε ΗΠΑ, Ευρώπη και Ιαπωνία, τα εταιρικά κέρδη μειώνονται, καθώς αυξάνεται το χρέος τους. Ο κίνδυνος μιας νέας παγκόσμιας ύφεσης είναι εδώ. Κανείς δε γνωρίζει πώς θα αντιδράσει  το βρετανικό εκλογικό σώμα, και η ‘φούσκα του Brexit’ του κόμματος του Τζόνσον θα ‘σκάσει’», γράφει στο μπλογκ The Next Recession ο οικονομολόγος Μάικλ Ρόμπερτς.

Μένει να φανεί τι από όλα αυτά θα -ή δε θα- συμβεί. Προς  το παρόν, οι Συντηρητικοί πανηγυρίζουν την ξεκάθαρη νίκη τους, και οι Εργατικοί, έχοντας να διαχειριστούν και να αναλύσουν μια ξεκάθαρη ήττα, μπαίνουν σε μια πορεία εσωτερικών διεργασιών με άγνωστη, πιθανά και απρόβλεπτη, κατάληξη.

Αλλά, μετά, υπάρχει και η εμπειρία. Όπως αυτή της Γαλλίας. Εκεί όπου οι υποψήφιοι σοσιαλιστών και αριστεράς αποκλείστηκαν από τον δεύτερο γύρο των προεδρικών εκλογών του 2017, και η μάχη κρίθηκε ανάμεσα σε Μακρόν και Λεπέν, με τον πρώτο να εκλέγεται πανηγυρικά πρόεδρος. Σε 18 μήνες τα Κίτρινα Γιλέκα σάρωναν τη χώρα, και έναν χρόνο μετά, ξεσπούν μαζικές απεργίες και διαδηλώσεις.

«Αντί Παλιά Αγγλία, αντίο… Τώρα είμαι σε μια φυλακή, μια φυλακή τόσο σκληρή, δίχως να ξέρω πού να στραφώ», λένε οι στίχοι του βρετανικού φολκ τραγουδιού που ακούει ο ήρωας στο βιβλίο του Κόου. Γνωρίζοντας, ή καλύτερα, μαθαίνοντας, ότι το τραγούδι τραγουδάει αυτό που, όλο και πιο πολύ, άνθρωποι παντού αισθάνονται.

 

 

www.ert.gr

Open post

Περιμένοντας (;) τον επόμενο σεισμό

Περιμένοντας (;) τον επόμενο σεισμό

της Μάχης Μαργαρίτη

Οι σεισμοί δε σκοτώνουν -τα κτίρια σκοτώνουν. Είναι η φράση που επαναλαμβάνουν σεισμολόγοι και γεωλόγοι. «Η ασφάλεια των κτιρίων και γενικότερα των κατασκευών αποτελεί αναμφισβήτητα τον κύριο και καθοριστικό παράγοντα για την προστασία της ζωής και της περιουσίας των πολιτών σε περίπτωση σεισμού», αναφέρεται σε έγγραφο του Οργανισμού Αντισεισμικής Προστασίας. Τι συμβαίνει στην πραγματικότητα με τους προσεισμικούς και τους μετασεισμικούς ελέγχους; Ποιος έχει την ευθύνη; Πόσο ασφαλή είναι τα δημόσια κτίρια; Τα σχολεία; Οι υποδομές; Τα ιδιωτικής χρήσης κτίρια; Και, πόσο εξοπλισμένοι για ελέγχους είναι οι αρμόδιοι δημόσιοι φορείς;

Η Ελλάδα είναι ο χώρος στον οποίο εκλύεται το μεγαλύτερο ποσοστό σεισμικής ενέργειας στην Ευρώπη -πάνω από 60%. Η πιο σεισμογενής ευρωπαϊκή χώρα και η έκτη σε παγκόσμιο επίπεδο. Με αυτό το δεδομένο, καταλαβαίνει κανείς ότι το «κλειδί» δεν είναι στην «πρόγνωση σεισμών», αλλά στην κατάλληλη προετοιμασία. Και αυτό σημαίνει, πρώτα από όλα, οχύρωση του κτιριακού αποθέματος της χώρας. Ο σεισμός δε μπορεί να προβλεφθεί -μπορούν, όμως, τα κτίρια να προετοιμαστούν για αυτόν. Οι επιστήμονες τονίζουν ότι είναι εφικτό να ενισχυθούν και προβληματικές κατασκευές. Ποια είναι σήμερα η εικόνα; Στην Ελλάδα, ο πρώτος Αντισεισμικός Κανονισμός θεσμοθετήθηκε και εφαρμόστηκε το 1959. Το 1984 θεσμοθετήθηκαν και εφαρμόστηκαν οι πρόσθετες διατάξεις. Παράλληλα ξεκίνησε από τον ΟΑΣΠ η διαδικασία σύνταξης του Νέου Ελληνικού Αντισεισμικού Κανονισμού, ο οποίος τέθηκε σε εφαρμογή το 1995 και αναθεωρήθηκε μετά από τέσσερα χρόνια εφαρμογής  του.

Το 44% των κτιρίων είναι χτισμένα με τον Αντισεισμικό Κανονισμό του 1959 -δηλαδή, τον παλαιότερο. Με τον κανονισμό του 1959 με πρόσθετα άρθρα του 1984, είναι χτισμένο το 17%. Με τον ΝΕΑΚ, το 8%. Με τον ΕΑΚ2000, το 5%. Χωρίς Αντισεισμικό Κανονισμό είναι το 23%. Άρα, σχεδόν το 70% των κτιρίων, είναι χτισμένα είτε χωρίς κανέναν κανονισμό, είτε με τον πιο παλιό.

«Το σύγχρονο κτιριακό απόθεμα της χώρας, που σε γενικές γραμμές έχει κτισθεί μετά το 1980, αντέχει σχετικά ικανοποιητικά σε έναν ισχυρό σεισμό ανάλογου μεγέθους αυτών που έχουν συμβεί τα τελευταία χρόνια. Η ίδια σχετικά αισιόδοξη ματιά δεν ισχύει για περιοχές πόλεων που έχουν οικοδομηθεί κατά κύριο λόγο στις δεκαετίες του 1960 και 1970 ή και παλαιότερα, όταν το επίπεδο γνώσης και τεχνογνωσίας ήταν σαφέστατα υποδεέστερα του σημερινού με συνεπακόλουθο και ο τότε αντισεισμικός κανονισμός να μην παρέχει το σημερινό επίπεδο αξιοπιστίας και ασφάλειας. Δυστυχώς στην κατηγορία αυτή ανήκουν μεγάλες περιοχές των μεγάλων πόλεων ειδικά της Θεσσαλονίκης και της Αθήνας. Στην κατηγορία αυτή ανήκουν και πολλά δημόσια κτίρια άλλα κρίσιμα κτίρια όπως είναι σχολεία και νοσοκομεία.» Αυτά δήλωνε πριν από έναν χρόνο στο Αθηναϊκό Πρακτορείο Ειδήσεων ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης Αντισεισμικής Μηχανικής, καθηγητής Γεωτεχνικής Μηχανικής του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Κυριαζής Πιτιλάκης.

Μπροστά σε αυτά τα δεδομένα, δύο πράγματα είναι λογικό ότι μπορεί να γίνουν: να ανανεωθεί το κτιριακό απόθεμα, δηλαδή, να χτιστούν νέα κτίρια, και να γίνουν έλεγχοι στα παλαιότερα. Το δεύτερο είναι και το πιο περίπλοκο, επειδή εμπλέκονται κράτος και Αυτοδιοίκηση, φορείς και υπηρεσίες.

Σε έκθεση του ΟΑΣΠ το 2019 -με αναφορά στη δραστηριότητα του 2018- για τον προσεισμικό έλεγχο υφιστάμενων κτιρίων, αναφέρεται ότι ο οργανισμός έχει διαμορφώσει ένα κανονιστικό πλαίσιο αναφοράς για Προσεισμικό Έλεγχο υφισταμένων κτιρίων το οποίο περιλαμβάνει τρία στάδια ελέγχου. Σύμφωνα με αυτά τα στοιχεία, ο πρωτοβάθμιος έλεγχος κτιρίων Δημόσιας και Κοινωφελούς χρήσης είναι ένας ταχύς οπτικός έλεγχος. «Διενεργείται σε κάθε επίπεδο διοικητικής δομής της χώρας -πρόγραμμα Καλλικράτης- από τους φορείς που έχουν την ευθύνη της λειτουργίας και ασφάλειας των κτιρίων και εγκαταστάσεων, με τη συμπλήρωση του δελτίου του πρωτοβάθμιου Προσεισμικού ελέγχου». Τα δελτία στη συνέχεια αποστέλλονται στον Ο.Α.Σ.Π., εισάγονται σε βάση δεδομένων και βαθμονομούνται. Τα αποτελέσματα αυτής της βαθμονόμησης καθορίζουν την προτεραιότητα για περαιτέρω ελέγχους.

Πόσα κτίρια έχουν υποβληθεί στο πρώτο επίπεδο ελέγχου δομικής τρωτότητας; Μέχρι σήμερα έχει ελεγχθεί λιγότερο από το 25% των δημόσιων κτιρίων. Και τα πράγματα χειροτερεύουν, αν σκεφτεί κανείς ότι τα προβλήματα δεν είναι πάντα εμφανή, και άρα χρειάζεται πιο ενδελεχής έλεγχος.

Σε τι σχολεία μπαίνουν κάθε μέρα οι μαθητές;

Είναι τα κτίρια στα οποία εκατοντάδες χιλιάδες μαθητές περνούν πολλές ώρες της ημέρας τους. Πάνω από 13.000 σε όλη τη χώρα. Στην πλειονότητα τους παλιά και με ξεπερασμένες αντισεισμικές προδιαγραφές, με το 55% να έχουν χτιστεί πριν από το 1985. Πόσα έχουν ελεγχθεί, σε ποιον βαθμό, και πώς ενισχύονται αν κριθεί απαραίτητο; Ποιος έχει την ευθύνη;

Μετά τον σεισμό της 19ης Ιουλίου στην Αττική, για παράδειγμα, πολλοί Δήμοι ζήτησαν την παρέμβαση των Κτιριακών Υποδομών -της εταιρίας που προέκυψε εντός των «μνημονιακών χρόνων» με τη συγχώνευση του Οργανισμού Σχολικών Κτιρίων με τη ΔΕΠΑΝΟΜ -δημόσια επιχείρηση ανέγερσης νοσοκομείων- και τη «Θέμις Κατασκευαστική». Ένας πρώτος έλεγχος ζητήθηκε από τους διευθυντές των σχολείων. Αν έβλεπαν κάτι ανησυχητικό καλούσαν τους μηχανικούς του Δήμου, και αν αυτοί παρατηρούσαν κάτι ανησυχητικό καλούσαν την ΚΤΥΠ.

Διαβάζοντας, όμως, κανείς τους νόμους και τις εγκυκλίους για το ποιος κάνει τι, βρίσκεται με περισσότερες απορίες από ό,τι πριν τα διαβάσει. Μοιάζει σαν να είναι έτσι οργανωμένα τα πράγματα ώστε, σε περίπτωση που συμβεί μια καταστροφή, να μην έχει κανείς την ευθύνη. Αλλά «κάτω» από όλα αυτά ξεπροβάλλει ένας κοινός παρονομαστής: η έλλειψη χρημάτων και προσωπικού. Τόσο οι δημόσιες υπηρεσίες όσο και οι υπηρεσίες των Δήμων, έχουν αποδυναμωθεί όλα τα προηγούμενα χρόνια λόγω έλλειψης επαρκούς χρηματοδότησης.

Έγραφε χαρακτηριστικά ανακοίνωση του σωματείου εργαζόμενων στην ΚΤΥΠ στα μέσα Σεπτεμβρίου, καθώς άρχιζε η σχολική χρονιά: «Απέναντι σε αυτή την κατάσταση, Σύλλογοι Γονέων και Εκπαιδευτικών γίνονται ‘μπαλάκι’ μεταξύ Δήμων, Περιφερειών, ΚΤΥΠ και συναρμόδιων υπουργείων, χωρίς να μπορούν να βγάλουν άκρη.» Το σωματείο, με πολλές ανακοινώσεις του τα προηγούμενα χρόνια μιλά για αποψίλωση του φορέα, ήδη από το 2011.

Φτάνοντας στο σήμερα, φαίνεται ότι ακόμα δεν έχουν γίνει οι απαιτούμενοι έλεγχοι από την πολιτεία, όπως αναφέρει πρόσφατο ψήφισμα της Ομοσπονδίας Γονέων Αττικής. «Μετά τον πρόσφατο σεισμό στην Αττική ήρθε ξανά στην επιφάνεια, με οξυμένο τρόπο, το πρόβλημα της αντισεισμικής θωράκισης. Σχολεία χαρακτηρίστηκαν ως ακατάλληλα, άλλα υπέστησαν υλικές ζημίες και χρήζουν επισκευών. Κανένα ουσιαστικό μέτρο δεν έχει ληφθεί ώστε να αντιμετωπιστεί η κατάσταση με ασφάλεια στα σχολεία αυτά για μαθητές-εκπαιδευτικούς, ενώ παραμένει μεγάλος ο αριθμός των σχολικών κτιρίων που δεν έχουν ελεγχθεί στοιχειωδώς για τυχόν φθορές. H ευθύνη διαχρονικά όλων των κυβερνήσεων είναι τεράστια.»

Διαβάζει κανείς στον απολογισμό του ΟΑΣΠ, τι συμβαίνει με τα δελτία πρωτοβάθμιου προσεισμικού ελέγχου. «Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται μικρή ταχύτητα συλλογής δελτίων που οφείλεται στα παρακάτω: ύπαρξη μεγάλου αριθμού δημοσίων κτιρίων, έλλειψη ειδικού επιστημονικού προσωπικού για την κάλυψη του συνόλου των κτιρίων (λίγοι μηχανικοί στις αρμόδιες υπηρεσίες με μεγάλο φόρτο εργασίας και αντικειμένων), ασαφής οριοθέτηση αρμοδιοτήτων Υπηρεσιών – αλληλεμπλοκή αρμοδιοτήτων -έλλειψη ενημέρωσης για τη χρησιμότητα του προγράμματος», και «μη θεσμοθέτηση του Προσεισμικού Ελέγχου ως υποχρεωτικού».

Και οι μαθητές, όλα αυτά τα χρόνια, συνεχίζουν να μπαίνουν κάθε μέρα στα σχολικά κτίρια.

«Ζαριά» -ή εφαρμογή κανόνων;

«Να ένα απλό τεστ. Είστε σε μια πόλη όπου γίνεται σεισμός. Τα πρώτα κύματα που κάνουν το έδαφος να αναπηδά πάνω-κάτω έρχονται σχετικά αργά -στην πραγματικότητα με γρήγορη ταχύτητα. Το τρέμουλο συνεχίζεται και το κτίριο κουνιέται συθέμελα, με τα τούβλα, τα δοκάρια και τα υποστηλώματα να δέχονται μια οξεία πίεση. Η ερώτηση είναι: τι είναι αυτό που καθορίζει το αν θα χάσετε τη ζωή σας, ή τα άκρα σας, ή τη ζωή σας, ή το σπίτι σας; Η απάντηση είναι απλή. Για να διατρέχετε τον μεγαλύτερο κίνδυνο σημαίνει ότι είστε φτωχός, και ζείτε σε μια χώρα με διεφθαρμένη, ανέντιμη, ή αναποτελεσματική κυβέρνηση. Οι πιθανότητες είναι ότι ήδη σας συμβαίνει αυτό, επειδή πάνω από τον μισό πληθυσμό του πλανήτη ζει σε πόλεις.» Αυτά έγραφε δέκα χρόνια πριν άρθρο στον Guardian. Το συμπέρασμα: «όταν οι σεισμοί χτυπούν, οι φτωχοί κάτοικοι των πόλεων είναι αυτοί που πεθαίνουν». Έρευνα του ΟΗΕ που μελέτησε τα συμβάντα των 30 προηγούμενων χρόνων, απέδειξε ότι οι φυσικές καταστροφές έχουν ασύμμετρες συνέπειες στα δισεκατομμύρια των φτωχών των αστικών κέντρων.

Ποιος έχει την ευθύνη για το πόσο ασφαλή είναι τα κτίρια όπου ζουν, σπουδάζουν και εργάζονται οι απλοί άνθρωποι; Ποιος παίρνει την απόφαση για το αν οι εργαζόμενοι θα βγουν από το κτίριο όπου δουλεύουν μετά από έναν σεισμό; Ποιος παίρνει την ευθύνη να τους κρατήσει μέσα; Ποιος αποφασίζει να ανοίξουν -ή να μην ανοίξουν- μπάρες που εμποδίζουν την ελεύθερη είσοδο-έξοδο, ή έξοδοι κινδύνου; Μετά από τον σεισμό του Ιουλίου στην Αθήνα, για παράδειγμα, αλλού εφαρμόστηκε διαδικασία αποχώρησης των εργαζόμενων  από τους χώρους εργασίας, και αλλού όχι. Με ποια κριτήρια κάποιος παίρνει την απόφαση για τη ζωή του άλλου; Πώς μπορούν να προστατευτούν όλοι οι άνθρωποι, χωρίς εξαιρέσεις; Αρκούν τα «προαιρετικά μέτρα»;

«Οι κανονισμοί έχουν ιδιαίτερη αξία σε χώρους όπου τις αποφάσεις οι οποίες αφορούν τη ζωή και την υγεία των ανθρώπων λαμβάνονται από άλλους -για παράδειγμα από τους εργοδότες τους. Και ακόμα, ιδιαίτερη αξία έχει η ρυθμιστική νομοθεσία για την προστασία της ζωής των μαθητών, που δεν έχουν καμία επιλογή για τα κτίρια τα οποία χρησιμοποιούν.» Αυτά έγραφε σε μελέτη του το 2004 ο Ρόμπιν Σπενς, από το πανεπιστήμιο του Κέμπριτζ και την Ευρωπαϊκή Ένωση για τη Μηχανική των Σεισμών. Συμπλήρωνε, όμως, ότι η προοπτική της εφαρμογής κανονισμών χάνει δημοτικότητα στην Ευρωπαϊκή Ένωση -όπως και σε άλλες αναπτυγμένες οικονομίες του κόσμου- προς όφελος πολλών άλλων ειδών κινήτρων για να επιτευχθούν οι επιθυμητοί στόχοι.

Οι σεισμοί είναι φυσικά φαινόμενα. Αλλά το μέγεθος της ζημιά που προκαλούν είναι ένας συνδυασμός αποφάσεων που παίρνουν πολιτικοί, μηχανικοί και στελέχη επιχειρήσεων, έγραφαν το φετινό καλοκαίρι οι Τάιμς της Νέας Υόρκης. «Σε πόλεις όπως το Σαν Φρανσίσκο, όπου η μέση τιμή ενός σπιτιού είναι πάνω από ένα εκατομμύριο δολάρια, η ιδέα να γίνουν ακόμα πιο ακριβά τα κατασκευαστικά κόστη είναι πιθανά πιο αντιδημοφιλής, παρότι ο στόχος είναι η μακροπρόθεσμη προστασία της πόλης.» Ο Έβαν Ράις, ιδρυτικό μέλος του μη κερδοσκοπικού οργανισμού Συμβούλιο Ανθεκτικότητας Ηνωμένων Πολιτειών, έλεγε στο ρεπορτάζ ότι, «η σκέψη με κοντινό ορίζοντα είναι ο μεγαλύτερος ένοχος. Οι άνθρωποι είναι διατεθειμένοι να ρίξουν το ζάρι».

Όμως, τονίζει στη μελέτη του ο Ρόμπιν Σπενς, η ίδια λογική που υπαγορεύει την προστασία της ζωής μέσω της κατασκευής νέων κτιρίων, θα έπρεπε επίσης να εφαρμόζεται στο πολύ πιο δύσκολο ζήτημα της προστασίας της ζωής σε υπάρχοντα παλιότερα κτίρια. «Όλες οι δράσεις χρειάζονται για αυτό, έρευνα, καμπάνιες δημόσιας ενημέρωσης, νέα πρότυπα δράσης. Αλλά η εμπειρία από άλλες χώρες υποδεικνύει ότι αν όλες αυτές οι δράσεις δε στηριχθούν από νομοθεσία -που έχει να κάνει κυρίως με την ενίσχυση, την κατεδάφιση και την αντικατάσταση κτιρίων υψηλού κινδύνου- η αντίσταση θα είναι ισχυρή, και μικρή πρόοδος θα γίνει.»

Ζήτημα ύψιστης προτεραιότητας

Τι μπορεί να γίνει; Συζητείται να δίνονται οικονομικά κίνητρα σε ιδιοκτήτες, για την αντισεισμική θωράκιση ιδιωτικής χρήσης κτιρίων, στο πρότυπο αντίστοιχου προγράμματος για την ενεργειακή ενίσχυσή τους. Αλλά ένα τέτοιο μέτρο είναι προαιρετικού χαρακτήρα, και δεν οδηγεί σε ισότιμη προστασία του αγαθού της ζωής για όλους τους πολίτες. Διότι προκύπτουν πολύ πρακτικά προβλήματα. Στις περισσότερες πολυκατοικίες, για παράδειγμα, συνυπάρχουν ιδιοκτήτες κατοικιών και ενοικιαστές. Θα είναι οι ιδιοκτήτες πρόθυμοι να «βάλουν το χέρι στην τσέπη» για αντισεισμική θωράκιση; Με το «Εξοικονομώ κατ΄Οίκον» το έκαναν σε ένα ποσοστό για να έχουν οικονομικό όφελος -δηλαδή να πληρώνουν λιγότερα σε θέρμανση-ψύξη. Στο ζήτημα της πρόληψης απέναντι στους σεισμούς, δεν υπάρχει οικονομικό όφελος. Άρα, οι ενοικιαστές θα πρέπει να συνεχίσουν να μένουν σε επικίνδυνα κτίρια;

Και ακόμα, είναι σωστό να υπάρξει «προαιρετικό» πρόγραμμα αντισεισμικής θωράκισης; Υπάρχουν περιοχές και κτίρια όπου οι ιδιοκτήτες πραγματικά δε μπορούν να αντεπεξέλθουν οικονομικά, ακόμα κι αν επιδοτηθούν σε ένα ποσοστό. Οι φτωχότεροι είναι οι πιο ευάλωτοι σε τέτοιου είδους «προαιρετικά μέτρα». Θα μπορούσε, όμως, να αποφασίσει, για παράδειγμα, η πολιτεία ότι όλα τα ιδιωτικά κτίρια θα πρέπει υποχρεωτικά να ελεγχθούν εντός συγκεκριμένου χρονικού ορίζοντα. Οι μελέτες που θα γίνουν από μηχανικούς να ελεγχθούν από την Πολεοδομία, και στη συνέχεια να καλύψει το κράτος τα έξοδα για τις ενισχύσεις που χρειάζονται στα κτίρια. Μπορούν να υπάρξουν και αντικειμενικά κριτήρια, για παράδειγμα, εισοδηματικά, τιμές ζώνης, παλαιότητα, με πλήρη ανάληψη του κόστους για τους οικονομικά αδύναμους. Τα τεχνικά ζητήματα μπορούν να συζητηθούν και να βρεθούν λύσεις για το πώς θα γίνει -αρκεί να υπάρξει η πολιτική κατεύθυνση. Πολιτική κατεύθυνση σημαίνει απόφαση, ενίσχυση υπηρεσιών με προσωπικό, χρήματα και εξοπλισμό. Διότι η προσεισμική προετοιμασία, κοστίζει.

Στα δημόσια κτίρια, με ελεγμένο ένα μικρό ποσοστό τους, καταλαβαίνει κανείς την κρισιμότητα της κατάστασης. Δημόσια κτίρια είναι, εκτός από τα σχολεία, τα νοσοκομεία και όλες οι δημόσιες υπηρεσίες. Εκατομμύρια άνθρωποι κινούνται, εργάζονται και συναλλάσσονται καθημερινά σε αυτά. Ακόμα, σε τι κατάσταση βρίσκονται οι υποδομές -από δίκτυα κοινής ωφέλειας μέχρι τις γέφυρες και τα μεταφορικά δίκτυα, και πώς μπορεί να γίνει αντισεισμική θωράκισή τους; Στην Ιαπωνία, μια χώρα που συνήθως «αντέχει» μεγάλους σεισμούς ακριβώς επειδή έχει προετοιμαστεί για αυτούς, στα τρένα είναι εγκατεστημένοι αισθητήρες σεισμού έτοιμοι να «παγώσουν» κάθε κινούμενο τρένο αν είναι απαραίτητο. Το 2011, όταν σεισμός 9 Ρίχτερ χτύπησε την Ιαπωνία, 27 τρένα ήταν σε κίνηση. Τα συστήματα πυροδοτήθηκαν με τους προσεισμούς, και τα τρένα πρόλαβαν να ακινητοποιηθούν πριν από τον μεγάλο σεισμό, με αποτέλεσμα να μην υπάρξει ούτε ένας τραυματισμός. Στο Τόκιο, στα προάστια της πόλης, ένα μεγάλο κρυμμένο τούνελ βρίσκεται κάτω από ένα γήπεδο ποδοσφαίρου και ένα πάρκο σκέιτ. Προορίζεται να συγκεντρώσει τα νερά που μπορεί να προκαλέσουν φυσικές καταστροφές όπως τα τσουνάμι, και τα στέλνει με ασφάλεια στα νερά ποταμού, για να γλιτώσει η πόλη από μια πιθανή μεγάλη πλημμύρα. Κατασκευαζόταν επί 13 χρόνια και κόστισε τρία δισεκατομμύρια δολάρια, αλλά «δε μπορεί να μπει τιμή στο πόσες ζωές υπόσχεται να σώσει».

Άμεση ανάγκη ολοκληρωμένων ελέγχων υπάρχει για τα σχολεία. Η ΟΛΜΕ με ανακοίνωσή της λίγο πριν από την έναρξη της φετινής χρονιάς στα σχολεία ζητούσε να ελεγχθούν όλα τα σχολικά κτίρια στη χώρα, με ουσιαστικούς ελέγχους για τη στατική επάρκεια, τις εξόδους διαφυγής, την πυρασφάλεια και την επάρκεια σε προαύλια και χώρους συγκέντρωσης, και να παρασχεθούν πιστοποιητικά καταλληλότητας για όλα τα σχολεία. «Να δρομολογηθεί άμεσα, με ευθύνη της Πολιτείας, η ανέγερση με τη διαδικασία του κατεπείγοντος σύγχρονων και ασφαλών σχολικών συγκροτημάτων, κατ’ αρχήν για όσα έχουν κριθεί ως ακατάλληλα. Να σταματήσει η απαράδεκτη μετακύλιση της ευθύνης των ελέγχων στους εκπαιδευτικούς.» Ζητά ακόμα να συνταχθεί μητρώο ελέγχων που θα επικαιροποιείται, και «γενναία χρηματοδότηση των σχολείων ώστε να εξασφαλίζεται η λειτουργική, κτιριακή, υλικοτεχνική υποδομή και η συντήρησή της, για την κάλυψη των αναγκών της εκπαιδευτικής διαδικασίας». Και προειδοποιούν ότι «η εξασφάλιση σύγχρονων και ασφαλών δημόσιων σχολικών υποδομών, η λήψη άμεσα μέτρων για την αντιμετώπιση των ζημιών και τον έλεγχο των σχολικών μονάδων, αφορούν τη σωματική ακεραιότητα και τη ζωή χιλιάδων ανθρώπων. Αποτελεί ζήτημα ύψιστης προτεραιότητας».

Σε μετασεισμικό έλεγχο σε όλα τα σχολεία της Αττικής και προσεισμικό έλεγχο σε όλα τα σχολεία της χώρας καλούσε με έγγραφό της στο τέλος Ιουλίου και η Πανελλήνια Επιστημονική Ένωση Διευθυντών Σχολικών Μονάδων Π.Ε., ζητώντας Πιστοποιητικό Καταλληλότητας και θέσπιση Μητρώου Επισκευών και Συντήρησης με ευθύνη των Δήμων για όλα τα σχολικά κτίρια.

Η Ομοσπονδία Γονέων Αττικής ζητά και αυτή να ελεγχθούν όλα τα σχολικά κτίρια από επιτροπές των Κτιριακών Υποδομών σε συνεργασία με τις τεχνικές υπηρεσίες των ΟΤΑ, και να δοθούν πιστοποιητικά καταλληλότητας για όλα τα σχολεία. «Να εξασφαλιστεί χρηματοδότηση και επιστημονικό προσωπικό για να ενισχυθεί ο προσεισμικός έλεγχος στα σχολεία σε σταθερή βάση. Να δρομολογηθούν σύγχρονα αντισεισμικά κτιριακά συγκροτήματα, με 100% δημόσιες επενδύσεις και χωρίς ΣΔΙΤ.»

Οι εργαζόμενοι στην ΚΤΥΠ, μέσω του σωματείου τους ζητούν να υπάρξει νομοθετική ρύθμιση «με την οποία να δίνεται η κύρια αρμοδιότητα στην ΚΤΥΠ να παίξει το ρόλο της ως ο δημόσιος φορέας που υλοποιεί την ευθύνη του κράτους για παροχή δημόσιων δωρεάν σύγχρονων και ασφαλών σχολικών κτιρίων για όλα τα παιδιά. Να επανασυσταθεί ο τομέας Ελέγχων και Αντιμετώπισης Φυσικών Καταστροφών. Να ενισχυθεί η ΚΤΥΠ με τεχνικό προσωπικό και χρηματοδότηση.»

Δέσμη προτάσεων έχει καταθέσει και το Τεχνικό Επιμελητήριο. Μεταξύ αυτών, ο έλεγχος όλων των δημοσίων κτιρίων με άμεσο πρωτοβάθμιο προσεισμικό έλεγχο δομικής τρωτότητας, ο προσεισμικός έλεγχος ιδιωτικών κτιρίων, καθώς και η δημιουργία Ηλεκτρονικού Μητρώου Έργων Υποδομής, με καταγραφή και προγραμματισμό εργασιών.

Η τεχνογνωσία για μια σοβαρή προσεισμική προετοιμασία υπάρχει. Στη χώρα, όμως, εφαρμόζεται εδώ και σχεδόν δέκα χρόνια λιτότητα. Δημόσιες υπηρεσίες αποδυναμώθηκαν, συγχωνεύτηκαν, και κονδύλια περικόπηκαν δραματικά. Αλλά όταν τα πράγματα δυσκολεύουν, όλοι ρωτούν «γιατί δεν παίρνει μέτρα το κράτος;». Πράγματι -κρατώντας στη μνήμη το πώς έφτασαν τα πράγματα εδώ- είναι ανάγκη να γίνουν χωρίς καθυστέρηση όλοι οι απαραίτητοι και ουσιαστικοί έλεγχοι και η ενίσχυση που θα απαιτηθεί, με γενναία χρηματοδότηση.

Η αντισεισμική θωράκιση των κτιρίων είναι επιτακτική ανάγκη, αλλά την ξεχνάμε μέχρι τον «επόμενο σεισμό». Που «ευχόμαστε να μην είναι μεγάλος». Πολύς λόγος γίνεται για «ανάπτυξη». Δε νοείται ως ανάπτυξη η ασφάλεια των κτιρίων όπου ζούμε; Είμαστε διατεθειμένοι να συνεχίσουμε να «ρίχνουμε το ζάρι»; Θρήνος μετά τις τραγωδίες, ή πρόληψη χωρίς καθυστέρηση ούτε μιας μέρας;  Ένας μεγάλος σεισμός μπορεί να συμβεί οποιαδήποτε στιγμή. Και το ξέρουμε πια καλά: δε σκοτώνουν ανθρώπους οι σεισμοί -τα κτίρια σκοτώνουν. Αλλά τις αποφάσεις, άνθρωποι τις παίρνουν.

www.ert.gr

Open post

Το δικαίωμα στη στέγη

Το δικαίωμα στη στέγη

της Μάχης Μαργαρίτη

Η αγγελία κυκλοφόρησε πρόσφατα σε προάστιο της βορειοανατολικής Αττικής: γκαρσονιέρα πρώτου ορόφου ενοικιάζεται στην τιμή των 500, σχεδόν, ευρώ -τη στιγμή που ο κατώτατος μισθός είναι 546. Βλέποντας αυτή την τιμή, ένας άλλος ιδιοκτήτης στην περιοχή ζητά για ένα δυάρι 40 και πλέον ετών 600 ευρώ, και για ένα τριάρι 900 και 1.000 ευρώ -αφού, «όλοι κάνουν αυξήσεις».

Πολύ μακριά από το αθηναϊκό προάστιο, στους δρόμους του Χονγκ Κονγκ, τους τελευταίους μήνες εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι βρίσκονται στους δρόμους. Αφορμή, ένας νόμος που θεωρείται περιορισμός της αυτονομίας της περιοχής έναντι της Κίνας. Στις 18 Αυγούστου, εκτιμάται ότι διαδήλωσαν πάνω από ενάμισι εκατομμύριο άνθρωποι -σχεδόν το ένα τέταρτο του πληθυσμού. Είναι όλη αυτή η οργή αποτέλεσμα μόνο της απόπειρας εφαρμογής ενός νόμου; Ή υπάρχουν και αθέατες πτυχές της ζωής -και της οργής- στη δεύτερη σε ανισότητα εισοδημάτων πόλη στον κόσμο;

«Καθώς το κόστος της στέγης συνεχίζει να ανεβαίνει σε μια από τις ήδη ακριβότερες πόλεις του κόσμου, οι νέοι του Χονγκ Κονγκ βλέπουν τους εαυτούς τους αποκλεισμένους από την προοπτική να αποκτήσουν ποτέ ένα σπίτι, και οργίζονται για πολλά παραπάνω από τον προτεινόμενο νόμο έκδοσης», έγραφε εν μέσω διαδηλώσεων η εφημερίδα Morning Post της νότιας Κίνας. «Πολλοί νέοι που ζουν σε μια από τις πιο πυκνοκατοικημένες και ακριβές πόλεις του κόσμου είναι επίσης εξοργισμένοι με το εκτοξευμένο κόστος ζωής, και την αίσθηση πως ένα δικό τους σπίτι δε θα είναι ποτέ κάτι περισσότερο από ένα όνειρο.»

Την τελευταία δεκαετία, οι τιμές ακινήτων στην πόλη αυξήθηκαν κατά 242%. Ο μέσος μηνιαίος μισθός είναι γύρω στα 16.000 δολάρια -όσο, δηλαδή, κοστίζει διαμέρισμα ενός υπνοδωματίου στο κέντρο, σύμφωνα με το άρθρο. Το 2018, η μέση τιμή αγοράς ενός ακινήτου ήταν 20πλάσια από το ετήσιο εισόδημα ενός νοικοκυριού. Δημοσιογράφος του πρακτορείου Ρόιτερς μίλησε με νέους που ζουν σε μικρά διαμερίσματα. «Οι άνθρωποι δυσκολεύονται να αγοράσουν ένα διαμέρισμα. Οι κτηματομεσιτικές εταιρίες ελέγχουν την αγορά», λέει μια δασκάλα, και συμπληρώνει ότι υπάρχει μια άδικη πολιτική στο ζήτημα της στέγης, που κάνει τους πλούσιους πλουσιότερους. «Οι κτηματομεσιτικές εταιρίες οδηγούν τις τιμές τόσο ψηλά ώστε δε μπορούμε να τις πλησιάσουμε», συμφωνεί ένας νέος μηχανικός, ενώ άλλος ένας πτυχιούχος λέει στο πρακτορείο ότι οι διαδηλώσεις γίνονται «για τις άδικες συνθήκες που εμποδίζουν τους νέους να ζήσουν τα όνειρά τους».

Αυτά συμβαίνουν στο «πλούσιο Χονγκ Κονγκ». Αλλά δε συμβαίνουν μόνο εκεί.

Η «εκτόξευση» των ενοικίων στον αναπτυγμένο κόσμο

Στις Ηνωμένες Πολιτείες, οι τιμές των ενοικίων αυξήθηκαν κατά 22% μεταξύ 2006 και 2014 κατά μέσο όρο, ενώ τα μέσα εισοδήματα έπεφταν κατά 6%. Το 50% των ενοικιαστών στη χώρα ξοδεύουν πάνω από το 30% του εισοδήματός τους στη στέγη. Το μεγαλύτερο βάρος πέφτει στους πιο χαμηλόμισθους. Η αστεγία αυξάνεται. Και καταυλισμοί άστεγων εμφανίζονται σε ευημερούσες περιοχές όπως στην Καλιφόρνια και το Σιάτλ, θυμίζοντας τις γνωστές παραγκουπόλεις του αναπτυσσόμενου κόσμου.

Στην Ισπανία, τα τελευταία χρόνια χιλιάδες οικογένειες χρεωκόπησαν και, αδυνατώντας να πληρώνουν το στεγαστικό τους δάνειο, αναγκάστηκαν να νοικιάσουν. Αλλά από το 2010, τα ενοίκια έχουν αυξηθεί κατά 35% στη Βαρκελώνη και 30% στη Μαδρίτη. Σύμφωνα με τη Eurostat, το 42,1% των ισπανών που νοικιάζουν, ξόδεψαν πάνω από το 40% του εισοδήματός τους για έξοδα ενοικίου το 2017.

Η εφημερίδα The Local περιγράφει τη ζωή μιας τετραμελούς οικογένειας, με τον πατέρα άνεργο. Μένουν σε ένα διαμέρισμα των 600 ευρώ. Τον Απρίλιο έμαθαν ότι το ενοίκιο θα αυξηθεί στα 1.000 ευρώ. Αυτό αφήνει στην οικογένεια λιγότερα από 200 ευρώ τον μήνα για τα υπόλοιπα έξοδά τους. Και το επίδομα ανεργίας τον επόμενο μήνα λήγει. «Τι κάνουμε, όλοι εμείς που δεν έχουμε τα μέσα; Να ζήσουμε στα δάση;», ρωτάει η 40χρονη μητέρα που ζει με την οικογένειά της έξω από τη Μαδρίτη. Σαν κι αυτή, όλο και πιο πολλοί ισπανοί αναγκάζονται να εγκαταλείψουν τις μεγάλες πόλεις. «Άνθρωποι που έζησαν μια ζωή σε μια γειτονιά αναγκάζονται να φύγουν για πιο περιφερειακές περιοχές προσαρμοσμένες στον προϋπολογισμό τους», λέει η Μάρτα Μοντέρο, εκπρόσωπος οργάνωσης για το δικαίωμα στη στέγαση στη Μαδρίτη. Κατηγορεί τα επενδυτικά ταμεία ότι έχουν αρπάξει δισεκατομμύρια ευρώ στην κτηματαγορά από τις τράπεζες, που με τη σειρά τους τα άρπαξαν, όπως λέει, από χρεωμένες οικογένειες -«ζούμε σε μια ‘φούσκα ενοικίου». Άλλοι αρνούνται ότι πρόκειται για ‘φούσκα’, και υποστηρίζουν ότι οι αυξήσεις στα ενοίκια δεν οφείλονται στην κερδοσκοπία αλλά είναι συνέπεια μιας οικονομικής ανάκαμψης που άρχισε το 2014, γράφει η εφημερίδα. Η ερώτηση, όμως, που προκύπτει αυθόρμητα είναι, γιατί η ανάκαμψη δεν έγινε αισθητή με τον ίδιο τρόπο στο εισόδημα των νοικοκυριών;

Η πραγματικότητα είναι ότι σε όλο τον κόσμο, οι τιμές των ενοικίων εκτοξεύονται. «Στεγαστική κρίση: Είναι οι πόλεις αβίωτες οικονομικά;», αναρωτιόταν το βρετανικό δίκτυο BBC την περασμένη άνοιξη. Στο ρεπορτάζ μιλούσε μια διαζευγμένη μητέρα από το Εδιμβούργο. Η σχεδιαζόμενη ανακαίνιση στο συγκρότημα όπου μένει την κάνει να φοβάται ότι θα αναγκαστεί να φύγει εξαιτίας της αύξησης του ενοικίου. Στο Βερολίνο, μια άλλη μητέρα-αρχηγός μονογονεϊκής οικογένειας, πήρε τον Οκτώβριο ειδοποίηση ότι το συγκρότημα κατοικιών όπου ζει θα ανακαινιστεί, και το ενοίκιο θα αυξηθεί κατά 76%. Τι θα κάνει; Δεν ξέρει, λέει στον δημοσιογράφο. Για κάποια χρόνια μετά την πτώση του Τείχους το 1989, η πόλη φημιζόταν για τα χαμηλά ενοίκια. Βοηθούσε ο μεγάλος αριθμός συγκροτημάτων κατοικιών σοβιετικού τύπου που υπήρχαν στο ανατολικό Βερολίνο. Τα πράγματα άλλαξαν. Και, μελέτη κτηματομεσιτικής εταιρίας πέρυσι έδειξε ότι τα ενοίκια στο Βερολίνο υπερδιπλασιάστηκαν σε μια δεκαετία.

Τα στοιχεία για την Ελλάδα

Σύμφωνα με πρόσφατα στοιχεία της Eurostat για το 2017, το πιο δυσβάστακτο κόστος ενοικίου καταγράφηκε στην Ελλάδα: το 83,9% των ενοικιαστών δαπανούσαν πάνω από το 40% του διαθέσιμου εισοδήματός τους -μετά την αφαίρεση κάθε είδους φόρου- στη στέγη.

Στην ίδια έρευνα φαίνεται ότι η Ελλάδα είναι μία από τις πέντε χώρες, μαζί με Λετονία, Εσθονία, Ισπανία και Ελβετία, στις οποίες οι περισσότεροι άνθρωποι ζουν σε διαμερίσματα -το 60% του πληθυσμού.

Όσον αφορά την ιδιοκατοίκηση, και την καλλιεργούμενη άποψη-κατηγορία ότι «ο Έλληνας θέλει δικό του σπίτι, ενώ στην Ευρώπη όλοι νοικιάζουν», τα στοιχεία δεν τη στηρίζουν: σύμφωνα με την έρευνα, δεν υπάρχει ούτε μία χώρα-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης όπου οι ενοικιαστές είναι περισσότεροι από τους ιδιοκτήτες κατοικίας. Εξίσου έωλο αποδεικνύεται και το ότι «οι Έλληνες έτρεξαν να πάρουν δάνεια για σπίτια από μεγαλομανία»: στην Ολλανδία και τη Σουηδία, για παράδειγμα, πάνω από το 50% όσων κατέχουν τις κατοικίες τους έχουν δανειστεί ή τις έχουν υποθηκευμένες.

Σχετικά με την ποιότητα της στέγης, που ορίζεται με βάση κυρίως τη χωρητικότητα και την άνεση, δηλαδή τον αριθμό δωματίων, τον αριθμό και τις ηλικίες των μελών της οικογένειας και την κατάστασή της, η Ελλάδα έχει σχεδόν το 30% του πληθυσμού της να ζει «στριμωγμένο» -το χειρότερο ποσοστό μεταξύ των παλιών «15» κρατών-μελών- ενώ έχει το δεύτερο χειρότερο ποσοστό, μετά τη Ρουμανία, όσον αφορά τον πληθυσμό που βρίσκεται σε κίνδυνο φτώχιας και ζει σε κακές συνθήκες -πάνω από το 40%.

Η «έλλειψη σπιτιών»

Όταν ανοίγει η συζήτηση για τη στεγαστική κρίση, το πρώτο που ακούγεται πάντα, είναι, «δεν υπάρχουν αρκετά σπίτια» -γι΄αυτό ανεβαίνουν οι τιμές. Είναι αυτή η αλήθεια;

200.000 άδεια σπίτια. Τόσα υπολογίζονταν το 2018 στη Βρετανία -ο μεγαλύτερος αριθμός της δεκαετίας- με πάνω από 11.000 από αυτά να μένουν άδεια για περισσότερα από δέκα χρόνια.

«Στοιχεία από το υπουργείο που είναι αρμόδιο για τη Στέγη δόθηκαν πρόσφατα στη δημοσιότητα, και ταρακουνούν την ευρέως διαδεδομένη παρανόηση ότι η στεγαστική κρίση στη Βρετανία είναι αποτέλεσμα της έλλειψης σπιτιών», σημειωνόταν τον περασμένο Μάρτιο σε άρθρο στο citymetric -«βραχίονας» του περιοδικού New Statesman για το αστικό τοπίο και τον αστικό σχεδιασμό. Τα στοιχεία δείχνουν ότι ο αριθμός των σπιτιών που είναι άδεια για μεγάλο διάστημα στην Αγγλία, αυξήθηκε κατά 5,3% κατά τους 12 μήνες μέχρι τον Οκτώβριο, φτάνοντας τα 216.186. Στο Λονδίνο, όπου είναι δύσκολο να βρει κανείς σπίτι, το ποσοστό αύξησης των άδειων σπιτιών είναι διπλάσιο από τον εθνικό μέσο όρο, φτάνοντας το 11%, δηλαδή, τα 22.481 σπίτια.

Αυτό, σύμφωνα με το άρθρο, επιβεβαιώνει άλλα στοιχεία που δείχνουν ότι το απόθεμα σπιτιών αυξάνεται σταθερά με μεγαλύτερο ρυθμό σε σχέση με την αύξηση του πληθυσμού, ακόμα και τις τελευταίες δεκαετίες, ακόμα και στο Λονδίνο. Με βάση τον νόμο της προσφοράς και της ζήτησης, θα έπρεπε να αυξάνεται η διαθεσιμότητα και να πέφτουν οι τιμές, αντί να εκτοξεύονται.

Γιατί λοιπόν δεν υπάρχουν διαθέσιμα σπίτια; Μήπως δεν είναι επαρκές το σχήμα «υπερβολικά πολλοί άνθρωποι διεκδικούν υπερβολικά λίγα σπίτια»; Μήπως πρόκειται για πολύ ευρύτερο πρόβλημα, πολιτικό και οικονομικό -με το ζήτημα της περιουσίας και της ιδιοκτησίας βρίσκονται στο κέντρο του;

Σε μια εποχή χαμηλής κερδοφορίας για τις αναπτυγμένες οικονομίες, τα σπίτια είναι συχνά ο ευκολότερος και ασφαλέστερος τρόπος για όσους ψάχνουν να αυξήσουν τον πλούτο τους. «Ελλείψει παραγωγικών επενδύσεων, η στεγαστική φούσκα οδηγεί τη βρετανική οικονομία. Για να την εμποδίσουν να ‘σκάσει’, οι πολιτικοί δημιουργούν τεχνητή ανεπάρκεια σπιτιών. Δηλαδή, το κράτος προστατεύει τα δικαιώματα των ιδιοκτητών και των κερδοσκόπων που στοκάρουν σπίτια, μια πραγματικότητα η οποία αντανακλάται σε πολιτικές όπως η νομοθεσία εναντίον των καταλήψεων που κάνουν την κατάληψη άδειων ιδιοκτησιών πιο δύσκολη». Ενώ ταυτόχρονα, «όσοι εμπλέκονται επιχειρηματικά στην αγορά  ακινήτων λατρεύουν την ιστορία με την ανεπάρκεια σπιτιών, επειδή συνεπάγεται ότι κράτη και δήμοι συχνά τους επιτρέπουν να χτίζουν πολυτελή συγκροτήματα, με την ελπίδα ότι απλά το να χτίζονται σπίτια -οποιουδήποτε είδους- θα λειτουργήσει ως λύση. Η ρητορική της ‘έλλειψης σπιτιών’ αφήνει, επίσης, στο απυρόβλητο την τάξη των ιδιοκτητών, επιτρέποντας σε αυτή και τους πολιτικούς να αναπαράγει τον τοξικό μύθο ότι ‘η Βρετανία είναι πλήρης’, κατηγορώντας τους μετανάστες αντί των κερδοσκόπων.»

Μια ματιά σε πλατφόρμα αγγελιών για ακίνητα στην Ελλάδα. Τυχαία ηλεκτρονική αναζήτηση με κριτήρια, σπίτι άνω των 30 τετραγωνικών και τιμή άνω των 200 ευρώ: σε βορειανατολικό προάστιο της Αθήνας, υπάρχουν 2.443 αγγελίες για πώληση σπιτιού και 336 για ενοικίαση. Σε νότιο προάστιο, 3.824 αγγελίες για πώληση, 475 για ενοικίαση. Στο κέντρο της Αθήνας, 37.638 αγγελίες για πώληση, 4.971 για ενοικίαση. Φυσικά, ο αριθμός των αγγελιών δεν αποτυπώνει με ακρίβεια την κατάσταση, επειδή ένα ακίνητο μπορεί να «εκπροσωπείται» από πολλά μεσιτικά γραφεία και να εμφανίζεται πολλές φορές στις αγγελίες. Αλλά φαίνεται πως το «δεν υπάρχουν σπίτια», πολλές φορές απέχει από την πραγματικότητα. Σε πολλές περιοχές σπίτια υπάρχουν, τα κρατούν, όμως, αδιάθετα οι ιδιοκτήτες, φυσικά πρόσωπα ή εταιρίες. Προφανώς χωρίς ιδιαίτερη οικονομική ανάγκη, περιμένουν να «ανεβούν οι τιμές» για να εισπράξουν όσο περισσότερα μπορούν από την πώλησή τους. Χιλιάδες σπίτια μένουν κλειστά και αδιάθετα, σε ένα ιδιότυπο «χρηματιστήριο τιμών», ενώ έξω από τις πόρτες τους χιλιάδες άνθρωποι ψάχνουν απελπισμένα σπίτια να ζήσουν σε τιμές λογικές. Αλλά η «λογική της αγοράς» δεν τους το επιτρέπει. Με πολλούς τρόπους.

Ακίνητα-περιουσιακά στοιχεία

Όλο και μεγαλύτερο μέρος από το απόθεμα σπιτιών, εκπληρώνει πλέον μια ανάγκη άλλη από αυτή της στέγασης. Τα περιουσιακά στοιχεία της κτηματαγοράς αποτελούν το 60% των παγκόσμιων περιουσιακών στοιχείων -συμπεριλαμβανομένων ομολόγων και χρυσού. Σύνολο αξίας: 217 τρισεκατομμύρια δολάρια το 2016. Σύμφωνα με μελέτη της καθηγήτριας Κοινωνιολογίας στο πανεπιστήμιο Κολούμπια Σάσκια Σάσεν, το 2014, το 54% των πωλήσεων άνω των 5 εκατομμυρίων δολαρίων στο Μανχάταν, έγιναν σε «εταιρίες-κελύφη» -εταιρίες με «κατοικία» σε «φορολογικούς παράδεισους», χωρίς φυσική παρουσία στη χώρα όπου είναι εγγεγραμμένες, χωρίς οικονομικές δραστηριότητες, δηλαδή, ουσιαστικά ανεξέλεγκτες. Έγραφαν σε εκτενές τους ρεπορτάζ το 2015 οι Τάιμς της Νέας Υόρκης, «τεράστια ποσά κυκλοφορούν χωρίς έλεγχο στον κόσμο όπως ποτέ άλλοτε -είτε πρόκειται για διαφθορά, φοροαποφυγή ή επενδυτική στρατηγική, που καθίστανται δυνατές από μια άνευ προηγουμένου-χωρίς-σύνορα οικονομία και τον πολλαπλασιασμό των τρόπων να κινούνται και να κρύβονται περιουσιακά στοιχεία… Αυτή η ροή κεφαλαίου έχει δημιουργήσει αποικίες των ξένων σούπερ-πλούσιων, με τις επακόλουθες αντιπαραθέσεις για την ανισότητα των τάξεων να γίνεται ορατή στους ουρανοξύστες από γυαλί και ατσάλι που αλλάζουν τα αστικά τοπία.» Ενώ, σύμφωνα με το ρεπορτάζ της εφημερίδας, ένα όλο και αυξανόμενο ποσοστό αυτών των πλούσιων ξένων έχουν υπάρξει αντικείμενο κυβερνητικών ερευνών σε όλο τον κόσμο, είτε ως φυσικά πρόσωπα είτε ως επικεφαλής εταιριών. Μπίζνες δισεκατομμυρίων δολαρίων.

Σύμφωνα με τη Σάσκια Σάσεν, οι κύριοι παίκτες σε αυτή την αγορά είναι εταιρίες-«γίγαντες» -το 2015 μόνο  απέκτησαν ακίνητα ύψους ενός τρισεκατομμυρίου δολαρίων στο «τοπ-100» των πόλεων του πλανήτη. Τράπεζες από χώρες όπως η Κίνα, καθώς και χώρες πλούσιες σε πετρέλαιο όπως η Νορβηγία και το Κατάρ, είναι επίσης σημαντικοί παίκτες στην παγκόσμια κτηματαγορά. Διαμερίσματα σε πόλεις όπως η Νέα Υόρκη, το Λονδίνο και το Βανκούβερ θεωρείται ότι έχουν αρχίσει να αντικαθιστούν τον χρυσό ως πρωταρχική αποθήκη πλούτου για τους πολύ πλούσιους.

Λίγοι αποκτούν πολλά, πολλοί χάνουν λίγα. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, από το 2006 μέχρι το 2014, 14 εκατομμύρια νοικοκυριά έχασαν τα σπίτια τους. «Έι, μεσαία τάξη, ο επόμενος για τον οποίο έρχεται η στεγαστική κρίση, είσαι εσύ», έγραφε τον Ιούνιο η ιστοσελίδα curbed.

Το 2011, σημείωνε τον Ιούλιο ο Πίτερ Γιενγκ στο citylab, υπήρχαν 50.289 άδεια σπίτια στο κέντρο της Λισαβόνας σε σύνολο 322.865 μονάδων στέγης. Τότε άρχισαν να δίνονται «χρυσές βίζες» σε ξένους -9.000 μέχρι σήμερα, το 90% αυτών για αγορά ακινήτων. Πέρασε νόμος για την απελευθέρωση της αγοράς ενοικίων, ενώ η κυβέρνηση επικεντρωνόταν στον τουρισμό. Η Πορτογαλία δέχτηκε αριθμό-ρεκόρ τουριστών το 2018 -12,8 εκατομμύρια- ενώ πάνω από 20.000 σπίτια στην πρωτεύουσα μπήκαν στην αγορά της βραχυχρόνιας μίσθωσης. Tο 2017 οι τιμές των ενοικίων αυξήθηκαν κατά 18% -ενώ το μέσο ετήσιο εισόδημα δεν ξεπερνά τις 21.000 ευρώ. Στο κέντρο της Λισαβόνας, κατά μέσο όρο έξι οικογένειες τη μέρα υφίσταντο έξωση από τα σπίτια τους.

Στην αγορά ακινήτων, ιδιώτες και εταιρίες αγοράζουν μεγάλα ακίνητα και δημιουργούν αυτόνομα διαμερίσματα τα οποία στη συνέχεια μισθώνουν. Γειτονιές «καθαρίζονται» και αναμορφώνονται για να αναγκαστούν να τις εγκαταλείψουν φτωχοί κάτοικοί τους, και να γίνουν ελκυστικές σε επενδυτές. Ήταν θέμα χρόνου να εμφανιστούν και οι πλατφόρμες βραχυχρόνιας μίσθωσης, βγάζοντας κι άλλα σπίτια από τη δεξαμενή της προσφερόμενης στέγης. Καθώς το ένα φέρνει το άλλο, εμφανίστηκαν οι εταιρίες διαχείρισης αυτών των ακινήτων, όπως και εταιρίες που καλούν ιδιοκτήτες να τους αναθέσουν τη διαχείριση των σπιτιών τους για να μένουν σε αυτά στελέχη επιχειρήσεων μετακινούμενα μεταξύ πόλεων ή και χωρών. Και σιγά-σιγά, η λέξη «στέγη» έχασε το αρχικό της νόημα. Όχι πια σπίτια για ζωή, αλλά σπίτια για κέρδος. Οι πόλεις, αλλάζουν. Αλλά αυτό, πια, δε μοιάζει καλό.

Σε ποιον ανήκουν οι πόλεις;

Σύμφωνα με τον γενικό γραμματέα της Διεθνούς Επιτροπής για το Νερό, πολιτικό επιστήμονα Ρικάρντο Πετρέλα, στο μέλλον δε θα υπάρχει G7 ή G8 που θα κινούν τα νήματα διεθνώς -θα υπάρχει η CR30: το συμβούλιο των 30 πιο ισχυρών city regions-μητροπόλεων του κόσμου. Και, μπορεί κανείς βάσιμα να σκεφτεί ότι σε αυτές θα κατοικούν δυο κόσμοι: οι λίγοι ιδιοκτήτες-κάτοχοι περιουσίας σε ακίνητα, και οι πολλοί στις ουρές για ένα σπίτι.

«Estamos presents» ήταν το σύνθημα των αγωνιζόμενων φτωχών στη Λατινική Αμερική -«αυτή είναι και δική μας πόλη». Τι σημαίνει αυτό;

«Είναι στις πόλεις που, σε μεγάλο βαθμό, αυτοί που δεν έχουν εξουσία έχουν αφήσει το αποτύπωμά τους -πολιτισμικό, οικονομικό, κοινωνικό: κυρίως στις γειτονιές τους, αλλά σταδιακά αυτό μπορεί να απλωθεί σε μια ευρύτερη αστική ζώνη ως ‘εθνικό’ φαγητό, μουσική, θεραπείες, και πολλά άλλα. Όλα αυτά δε μπορούν να συμβούν σε ένα εμπορικό κέντρο, ανεξάρτητα από τη χωρητικότητά του -είναι ιδιωτικά ελεγχόμενοι χώροι όπου χαμηλόμισθοι εργαζόμενοι μπορούν να δουλέψουν, αλλά όχι να ΄φτιάξουν’… Αυτοί που έχουν την εξουσία, σε κάποιο βαθμό, δε θέλουν να ενοχλούνται από τους φτωχούς, οπότε το μοντέλο είναι να εγκαταλειφθούν στην τύχη τους. Είναι στις πόλεις που τόσο πολλοί αγώνες για δικαιώματα έχουν συμβεί, και έχουν μακροπρόθεσμα νικήσει. Αλλά αυτή ακριβώς η προοπτική -η δυνατότητα να φτιάξεις ιστορία, κουλτούρα και τόσα ακόμα- απειλείται σήμερα από την αύξηση της μεγάλης κλίμακας αναδιαμόρφωσης των πόλεων από εταιρίες», έγραφε το 2015 στον Guardian η Σάσκιεν, σε άρθρο με τίτλο «Σε ποιον ανήκουν οι πόλεις;».

Η ανάμιξη μεγάλων εταιριών -εθνικών και ξένων- στην αγορά με γραφεία και ξενοδοχεία, άρχισε ουσιαστικά τη δεκαετία του ’70. Αλλά είναι τα τελευταία χρόνια που εντατικοποιήθηκε. Και, εξαπλώθηκαν τα «μεγκα-πρότζεκτ», που αναπόφευκτα «σκοτώνουν» μεγάλο μέρος του αστικού ιστού: μικρούς δρόμους και πλατείες, την πυκνότητα μικροκαταστημάτων, τα μικρά γραφεία. Στην ουσία, παρότι αυξάνουν τον πληθυσμό της πόλης, την απο-αστικοποιούν. Πρόκειται για αστικοποίηση χωρίς ανάπτυξη. Παλιά, αστικοποίηση σήμαινε και ανάπτυξη τοπικών επιχειρήσεων που στήριζαν οικονομικά τους πληθυσμούς. Στην παγκοσμιοποιημένη οικονομία, όλες οι δραστηριότητες γίνονται οπουδήποτε.

«Αυτού του είδους ο αστικός γιγαντισμός έγινε εφικτός και ενδυναμώθηκε από το κύμα ιδιωτικοποιήσεων και απορρύθμισης που άρχισε τη δεκαετία του ΄90 σε μεγάλο μέρος του κόσμου. Συνέπεια, η μείωση των δημόσιων κτιρίων, και η γιγάντωση της μεγάλης, εταιρικής ιδιωτικής ιδιοκτησίας. Όλο και λιγότεροι και μικρότεροι χώροι διαθέσιμοι για το κοινό», γράφει η Σάσκιεν. Ολόκληρα κομμάτια πόλεων εξαγοράζονται σταδιακά από εταιρίες τα λίγα τελευταία χρόνια -η κρίση ήταν πράγματι ευκαιρία, αλλά για τους λίγους, να γίνουν πλουσιότεροι. Ό, τι ήταν μικρό και/ή δημόσιο, γίνεται μεγάλο και ιδιωτικό.

Δεν άλλαζαν πάντα οι πόλεις; Αλήθεια είναι, οι πόλεις πάντα στην ιστορία τους μετασχηματίζονταν, αφομοίωναν, συμπεριλάμβαναν. Αλλά σήμερα, διώχνουν ανθρώπους και διαφορετικότητες. Ο νέος επίπλαστος «κοσμοπολιτισμός», είναι στην πραγματικότητα μια ομογενοποίηση με βάση το χρήμα. «Οι νέοι τους ιδιοκτήτες, συχνά κάτοικοι μερικής διαμονής, είναι πολύ διεθνείς -αλλά αυτό δε σημαίνει ότι αντιπροσωπεύουν διαφορετικές κουλτούρες και παραδόσεις. Αντίθετα, αντιπροσωπεύουν την νέα παγκόσμια κουλτούρα των πετυχημένων -και είναι εντυπωσιακά ομογενοποιημένοι, άσχετα από τη διαφορετικότητα των χωρών γέννησής τους ή της γλώσσας τους. Αυτό είναι, πάνω από όλα, ένα παγκόσμιο ‘εταιρικό’ εγχείρημα.» Κάπως έτσι, η κατασκευή πολυτελών συγκροτημάτων-ουρανοξυστών για τους «παγκόσμιους πολίτες» -δηλαδή, τους πλούσιους- παρουσιάζεται συνήθως ως επένδυση. Στην πραγματικότητα, αυτό το νέο «σχήμα» καταλαμβάνει χώρο στις πόλεις, φροντίζοντας πάντα να κρατά την πλήρη αυτονομία του.

Οι 100 μεγαλύτερες πόλεις του κόσμου από άποψης επενδύσεων σε ιδιοκτησία, συγκεντρώνουν το 10% του παγκόσμιου πληθυσμού, το 30% του παγκόσμιου ΑΕΠ, και το 76%  των επενδύσεων σε ιδιοκτησία. «Βλέπουμε ίσως τα άδεια κτίρια, αλλά αυτό  που πραγματικά βρίσκεται εκεί είναι συσσωρευμένα περιουσιακά στοιχεία», λέει η Σάσκια Σάσεν.

Το επιβεβαίωνε σε αναφορά του το 2017 ο ειδικός εμπειρογνώμονας του ΟΗΕ για τη στέγη, μιλώντας για κατοικία που «μετατρέπεται σε εμπόρευμα, σε μέσο συγκέντρωσης πλούτου, και συχνά ως ασφάλεια για οικονομικά εργαλεία που πωλούνται και ανταλλάσσονται στις παγκόσμιες αγορές». Ένα δικαίωμα, έγινε εμπόρευμα. Και, ακόμα και η λιγοστή προστασία του δικαιώματος στη στέγη, μειώνεται κι άλλο.

Δημόσια-Κοινωνική κατοικία

Σήμερα, το ποσοστό κοινωνικής κατοικίας στην Ευρώπη εκτιμάται στο 10%, κατά μέσο όρο, με τεράστιες διαφορές μεταξύ των χωρών.

Η Ολλανδία είναι η χώρα με το μεγαλύτερο μερίδιο κοινωνικής κατοικίας στην Ευρώπη, το 32% του συνολικού αποθέματος σπιτιών, σε τιμές κάτω από αυτές της αγοράς, σύμφωνα με στοιχεία της οργάνωσης Housing Europe. Μέχρι τώρα δεν υπήρχαν κριτήρια, και η κοινωνική κατοικία ήταν «ανοιχτή» σε όλους. Με απόφαση του 2010, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή περιόρισε το δικαίωμα σε συγκεκριμένες κατηγορίες ανθρώπων, κυρίως με εισοδηματικά κριτήρια.

Στη Φινλανδία, κοινωνική κατοικία σημαίνει κατοικίες που αποκτούνται από το κράτος με δανεισμό από τράπεζες και νοικιάζονται από το αντίστοιχο Κέντρο για τη Στέγη σε τιμές κόστους, σε ένοικους οι οποίοι επιλέγονται με κοινωνικά και οικονομικά κριτήρια. Η κοινωνική κατοικία αποτελεί το 17% του αποθέματος στέγης. Το 60% των σπιτιών ανήκουν στους δήμους και αυτοί τα διαχειρίζονται. Υπάρχουν όμως και εταιρίες με σκοπό το κέρδος.

Στη Σουηδία, δε χρησιμοποιείται ο όρος «κοινωνική» αλλά «δημόσια κατοικία». «Allmannyttig», δηλαδή, «δημόσια ωφέλεια», ή, «για το κοινό καλό». Τις κατοικίες έχουν οι δήμοι και τις διαχειρίζονται δημοτικές εταιρίες οργανωμένες ως εταιρίες περιορισμένης ευθύνης, με τις μετοχές συνήθως στις τοπικές αρχές. Στόχος είναι η παροχή στέγης σε όλους και όχι μόνο στους πιο ευάλωτους, για να μην υπάρξει «γκετοποίηση». Οι επενδύσεις σε δημόσια κατοικία χρηματοδοτούνται από τα ενοίκια που εισπράττονται. Συνήθως, πάντως, οι ωφελούμενοι είναι χαμηλού εισοδήματος, μονογονεϊκές οικογένειες και συχνά μετανάστες.

Στην Πορτογαλία, η κοινωνική κατοικία είναι το 3,3% του συνόλου, και απευθύνεται σε ευάλωτους. Συνήθως δήμοι και συνεργατικά σχήματα με ημι-χρηματοδότηση από το κράτος παρέχουν σπίτια σε ελεγχόμενες τιμές. Γενικά, οι χώρες της νότιας Ευρώπης έχουν πολύ μικρό απόθεμα κοινωνικής κατοικίας -λιγότερο από 5% του συνόλου. Η Ελλάδα είναι η μοναδική χώρα όπου ο θεσμός της κοινωνικής κατοικίας είναι κυριολεκτικά ανύπαρκτος.

Παρότι δεν υπάρχει ένα μοντέλο κοινωνικής κατοικίας στην Ευρώπη, υπάρχουν κοινές τάσεις. Στις περισσότερες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης η τάση είναι να μειώνεται το μερίδιο της κοινωνικής κατοικίας, αναλογικά με το σύνολο της στέγης. Πολλές μονάδες κοινωνικής κατοικίας είτε κατεδαφίζονται είτε ιδιωτικοποιούνται. «Πρωταθλήτρια» στην πώληση τέτοιων κατοικιών είναι η Βρετανία, 40 χρόνια μετά την εφαρμογή του σχεδίου «Δικαίωμα να Αγοράζεις», που έχει οδηγήσει στην πώληση 1,6 εκατομμυρίων σπιτιών. Στη Γερμανία, η κοινωνική κατοικία είναι «κοινωνική» για περιορισμένη περίοδο, με 100.000 μονάδες να περνούν κάθε χρόνο στην αγορά. «Κανόνες και ρυθμίσεις της ενιαίας αγοράς και του ανταγωνισμού, σήμαναν ότι χώρες όπου η κοινωνική κατοικία είναι ανοιχτή σε όλο τον πληθυσμό, όπως η Ολλανδία και η Σουηδία, έπρεπε να αλλάξουν τα συστήματά τους το 2011», σύμφωνα με στοιχεία σε άρθρο στην ηλεκτρονική εφημερίδα για τις πόλεις Metropolitiques. Όπως έλεγε ο επικεφαλής της ένωσης για δημόσια, συνεργατική και κοινωνική κατοικία Housing Europe, Σεντρίκ βαν Στίβεντελ σε συνέντευξή του στην ιστοσελίδα Progressive post στις αρχές του χρόνου, «ανησυχούμε για τον τρόπο με τον οποίο η Ευρωπαϊκή Επιτροπή περιορίζει την πρόσβαση στην κοινωνική κατοικία μόνο στους πιο αδύναμους: πρόσφυγες, ανθρώπους που ζουν σε ακραία αβεβαιότητα. Για εμάς στο Housing Europe, η προσιτή στέγη πρέπει να καλύπτει μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού.»

«Αυτή η γη, τίνος είναι;»

Αυτόν τον τίτλο έδωσε στο ετήσιο συνέδριό της η Housing Europe, τον Ιούνιο στη Λυόν της Γαλλίας. Τι έγραψαν στον απολογισμό τους οι οργανωτές; «Κάθε παρέμβαση πρόσθετε άλλο ένα κομμάτι στο παζλ. Αλλά η γενική εικόνα φαινόταν από την αρχή. Μια μεγάλη μάχη, πιθανά η καθοριστική μάχη της εποχής μας όσον αφορά τον τύπο της κοινωνίας στην οποία θέλουμε να ζούμε, συμβαίνει αυτή τη στιγμή. Και οι πόλεις είναι το πεδίο μάχης. Η εμπορευματοποίηση της αστικής γης που είναι σε εξέλιξη, διώχνει τους ανθρώπους. Δε βγάζει νόημα. Και πρέπει να γίνει αλλαγή πορείας τώρα».

Όσον αφορά την κατοχή δεύτερου σπιτιού, γεγονός είναι ότι πολλοί ιδιοκτήτες το χρησιμοποιούν ως συμπλήρωμα του εισοδήματος ή της σύνταξής τους, νοικιάζοντάς το. Όμως, το «laissez faire», η έλλειψη ελέγχου, έχει οδηγήσει σε μια άνευ προηγουμένου αυθαιρεσία, με ιδιοκτήτες να νοικιάζουν το δεύτερο, τρίτο, τέταρτο σπίτι τους σε ό, τι τιμή θέλουν, στο όνομα μιας «ελεύθερης αγοράς», φέρνοντας σε απόγνωση τους ενοικιαστές. Και ακόμα, πολλοί ιδιοκτήτες, φυσικά ή μη πρόσωπα, χρησιμοποιούν τα σπίτια για συσσώρευση πλούτου, χωρίς να έχουν άμεση οικονομική ανάγκη: τα βγάζουν προς πώληση σε παντελώς αυθαίρετες -συχνά «αστρονομικές»- τιμές και περιμένουν ακόμα και χρόνια μέχρι να πουληθούν στην τιμή που οι ίδιοι αποφάσισαν. «Σπρώχνουν» έτσι προς τα πάνω τις τιμές όλων των διαθέσιμων σπιτιών, είτε προς πώληση είτε προς ενοικίαση, σε μια αγορά όπου δεν έχει πλέον καμία σχέση η τιμή πώλησης ή ενοικίασης ενός σπιτιού με τους μισθούς και την αγοραστική ικανότητα των πολλών -το κυνήγι του κέρδους, εξάλλου, δεν έχει όρια, ούτε η αγορά.

Οι φοιτητές δε μπορούν να βρουν φθηνή αξιοπρεπή στέγη για να σπουδάσουν. Οικογένειες που θέλουν να βοηθήσουν τα παιδιά τους να φοιτήσουν σε άλλη πόλη, είτε στερούνται τα πάντα για να καταφέρουν, είτε απλά, δεν τα καταφέρνουν. Νέοι εργαζόμενοι δε μπορούν να βρουν αξιοπρεπή στέγη για να φτιάξουν τη ζωή τους. Εργαζόμενοι σε τομείς κρίσιμους για την κοινωνία, γιατροί, εκπαιδευτικοί, δε μπορούν να βρουν στέγη στην περιφέρεια για να παρέχουν υπηρεσίες στο σύνολο. Οικογένειες στριμώχνονται σε άσχημα διαμερίσματα. Μισθωτοί εξαντλούνται οικονομικά από τα υψηλά ενοίκια.

Στη διάρκεια της άνοιξης έγιναν διαδηλώσεις από το Δουβλίνο και τη Βενετία μέχρι το Γιοχάνεσμπουργκ, για την έλλειψη σπιτιών διαθέσιμων σε προσιτές τιμές. Τα τελευταία χρόνια έχουν γίνει μεγάλες διαδηλώσεις για τη στέγη στην Πορτογαλία, και έχει αναδυθεί ένα όλο και μεγαλύτερο κίνημα βάσης για το δικαίωμα στη στέγη. Την ίδια περίοδο, χιλιάδες Βερολινέζοι διαδήλωναν ζητώντας να εθνικοποιηθούν 200.000 κατοικίες. Αν οι ακτιβιστές έχουν μαζέψει 190.000 υπογραφές μέχρι τον Φεβρουάριο του 2020, θα μπορούν να θέσουν την πρότασή τους σε δημοψήφισμα, πιέζοντας την τοπική κυβέρνηση να δράσει. Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι έχουν πολλές πιθανότητες να κερδίσουν. Ένας από τους οργανωτές της κίνησης είναι ο αμερικανός Τόμας Μαγκάθ. «Αυτό που βλέπουμε αυτή τη στιγμή είναι στην πραγματικότητα μια στιγμή με υπαρξιακή σημασία για το Βερολίνο», λέει στο ρεπορτάζ του BBC για τη στεγαστική κρίση. Οι Σοσιαλδημοκράτες που ηγούνται της τοπικής κυβέρνησης είναι επιφυλακτικοί, λέγοντας ότι θα χρειαστούν δισεκατομμύρια για να διεκδικηθούν τα ακίνητα -τα οποία η πόλη κατηγορείται ότι πούλησε φθηνά- και ότι θα ήταν προτιμότερο να επενδύσουν σε νέες κατοικίες και «πάγωμα» ενοικίων. Η μητέρα που έμαθε για την αύξηση του ενοικίου του σπιτιού της, δεν πείθεται για την αποτελεσματικότητα όσων εξαγγέλλονται από τις κυβερνήσεις. Είναι κάτι μεγαλύτερο. «Δε λειτουργεί», λέει για το ισχύον οικονομικό σύστημα. «Οι πλούσιοι γίνονται πλουσιότεροι και οι φτωχοί φτωχότεροι. Πιστεύω ότι είμαστε σε κομβικό σημείο, επειδή οι άνθρωποι εξοργίζονται όλο και πιο πολύ. Όλοι πήγαμε σχολείο και μάθαμε λίγη ιστορία. Και ξέρουμε πώς θα τελειώσει αυτό», λέει, «δείχνοντας» προς την άνοδο της ακροδεξιάς.

Τι θα μπορούσε να γίνει; Το Δημόσιο και οι δήμοι έχουν ακίνητα στην ιδιοκτησία τους. Θα μπορούσαν με αναδιαμόρφωση να χρησιμοποιηθούν ως στέγη σε προσιτές τιμές. Ένα τέτοιο μέτρο ψήφισε πρόσφατα η βουλή της Πορτογαλίας. Ψήφισε ακόμα την απαγόρευση των εξώσεων σε ενοίκους σε όλη τη Λισαβόνα, εκτός αν το κράτος μπορεί να τους παράσχει στέγη σε κοντινό σημείο. Κοινωνική επένδυση είναι ένα μεγάλο και σταθερό δημόσιο πρόγραμμα κατασκευής σπιτιών, με προσλήψεις και έξοδο από την ανεργία αρχιτεκτόνων, μηχανικών, εργατών για να φτιάξουν «σπίτια για τους πολλούς», διαθέσιμα σε προσιτές τιμές. Αληθινή ανάπτυξη είναι η δωρεάν παροχή αξιοπρεπούς φοιτητικής στέγης για όλους, και, αντίστοιχα, η παροχή στέγης από το κράτος σε εκπαιδευτικούς, για παράδειγμα, οι οποίοι μετακινούνται συνεχώς στην περιφέρεια για να διδάσκουν και τα παιδιά που ζουν σε πιο απομακρυσμένα μέρη.

Στο ζήτημα της βραχυχρόνιας μίσθωσης γίνεται μεγάλη συζήτηση για εφαρμογή μέτρων όπως αυστηρή φορολόγηση, ή η δυνατότητα μίσθωσης μόνο ενός ακινήτου από κάθε ιδιοκτήτη. Τέτοια μέτρα ίσως προσφέρουν κάτι, δεν ακουμπούν, όμως, τη ρίζα του προβλήματος. Ακόμα και αν μερικές χιλιάδες ιδιοκτήτες δώσουν σε πλατφόρμα βραχυχρόνιας μίσθωσης μόνο ένα ακίνητό τους, αυτό σημαίνει ότι χιλιάδες σπίτια δε θα είναι προσβάσιμα σε μόνιμους ενοικιαστές, αλλά σε τουρίστες ή επαγγελματικά στελέχη. Ακόμα και η βαρύτερη φορολόγηση, δεν είναι σίγουρο ότι θα λειτουργήσει αποτρεπτικά. Η βραχυχρόνια μίσθωση είναι δομικά προβληματική, και δυσκολεύει τη ζωή των -συνήθως- πιο ευάλωτων, αυτών, δηλαδή, που αναζητούν να νοικιάσουν σπίτι. Η λύση «να περιμένουμε να αυτο-ρυθμιστεί η αγορά από μόνη της και να ξαναγυρίσουν σπίτια στη μακροχρόνια μίσθωση», δε σημαίνει απολύτως τίποτα για κάθε έναν άνθρωπο ξεχωριστά που ψάχνει στο σήμερα αγωνιωδώς σπίτι για να ζήσει ο ίδιος ή το παιδί του.

Τι μπορεί να γίνει με το «πεδίο μάχης» που λέγεται «ενοίκιο»;  Ένα μέτρο το οποίο συζητείται όλο και πιο πολύ είναι ο έλεγχος των τιμών, με πλαφόν και συγκεκριμένα κριτήρια, ώστε να μη μπορεί ο καθένας να κάνει ό, τι θέλει σε βάρος των υπόλοιπων. «Ιστορικός» χαρακτηρίστηκε ο νόμος ελέγχου τιμών στα ενοίκια που ψηφίστηκε φέτος στο Όρεγκον των ΗΠΑ -πρώτος ανάλογος σε αμερικανικό έδαφος- πυροδοτώντας κινητοποιήσεις και σε άλλες πόλεις. Όσο για τα κλειστά, αδιάθετα σπίτια-δεύτερη κατοικία, «δε μπορείς να υποχρεώσεις ανθρώπους να δώσουν στέγη σε άλλους ανθρώπους, αλλά μπορείς να φορολογήσεις την αδιάθετη περιουσία», είναι μια πρόταση που κατέθεσε στο συνέδριο του Housing Europe αντιπρόσωπος από το Ιρλανδικό Συμβούλιο για την Κοινωνική Κατοικία. Στη Βρετανία, η οργάνωση «Άδεια Σπίτια» ζητά με καμπάνιες από την κυβέρνηση να εφαρμόσει «Εντολές διαχείρισης άδειων κατοικιών-EDMOs», δηλαδή, την ψηφισμένη από το 2004 νομοθεσία που επιτρέπει στις τοπικές αρχές να παίρνουν τη διαχείριση κατοικιών οι οποίες μένουν άδειες για μεγάλο διάστημα, μέσω προγράμματος υποχρεωτικής ενοικίασης. Με αυτό τον τρόπο, κανείς δε θα μπορεί να κρατά κλειστό το ακίνητό του στην αγορά, περιμένοντας να ανεβούν οι τιμές για να πουλήσει. Περισσότερα σπίτια γίνονται διαθέσιμα, και αυτό λειτουργεί ενάντια στην άνοδο των τιμών και τη στεγαστική «φούσκα», προς όφελος των πιο ευάλωτων. Με έλεγχο τιμών στα ενοίκια, υποχρεωτική ενοικίαση και φορολόγηση της αδιάθετης περιουσίας μπορεί, σε έναν βαθμό, να οριοθετηθεί το πρόβλημα.

Ακούγοντας ένας «μέσος μισθωτός» για μέτρα ελέγχου, πιθανά θα σκεφτεί «δικό μου είναι το σπίτι, έχω δικαίωμα να το κάνω ό,τι θέλω». Είναι ένα νόμισμα με δύο όψεις: θα σκέφτεται το ίδιο όταν το δικό του παιδί, προσπαθώντας να ξεκινήσει τη δική του ζωή, βρει απέναντί του κάποιον άλλο που θα θεωρεί ότι έχει το ίδιο «δικαίωμα»; Μήπως τελικά το δικαίωμα των λίγων να κατέχουν και να ρυθμίζουν, στερεί από τους πολλούς το δικαίωμα να ζήσουν;

Αν έστω ένα μέρος αυτής της παγκόσμιας επένδυσης σε στέγη «κατευθυνόταν προς οικονομικά προσβάσιμη στέγη και πρόσβαση σε πίστωση σε ανθρώπους που την έχουν ανάγκη», σημειώνει η αναφορά του ΟΗΕ το 2017, ο στόχος του οργανισμού «να διασφαλιστεί κατάλληλη στέγη για όλους μέχρι το 2030, θα ήταν εφικτός».

Πώς μπορεί να αντιμετωπιστεί μια κρίση που στην ουσία είναι πολιτικό πρόβλημα; Ίσως, πιο πέρα από τη λογική των μέτρων ανακούφισης, με τον πιο απλό και λογικό τρόπο: να μη μπορεί κανένας να κατέχει πάνω από ένα σπίτι, μέχρι τη στιγμή που ο καθένας θα κατέχει από ένα.

Και, μπορεί να απαντηθεί η ερώτηση «τι να κάνουμε;», αν δε δοθεί απάντηση σε μια άλλη, πιο βασική – «Αυτή η γη, τίνος είναι»;

Ίσως η απάντηση να βρίσκεται σε εκείνους τους στίχους του Γούντι Γκάθρι το 1940, που ως σήμερα τραγουδιούνται, γραμμένους σε μια από αυτές τις ευτυχείς συγκυρίες, όταν μουσική και πολιτική συναντούν η μία την άλλη.

«Καθώς περπατούσα σ΄ εκείνη την κορδέλα αυτοκινητόδρομου

Κοίταξα από πάνω μου τον ατέλειωτο δρόμο του ουρανού

Είδα κάτω μου τη χρυσαφένια κοιλάδα

Αυτή η γη, φτιάχτηκε για μένα και για σένα».

www.ert.gr

Posts navigation

1 2 3 4 15 16 17
Scroll to top