Open post

Βία κατά των γυναικών: Ψάχνοντας τα «γιατί»

Βία κατά των γυναικών: Ψάχνοντας τα «γιατί»

της Μάχης Μαργαρίτη

Είναι η πραγματικότητα: όλο και πιο συχνά έρχονται στην επικαιρότητα υποθέσεις βίας που ασκείται σε γυναίκες. Σεξουαλική παρενόχληση, ενδοοικογενειακή κακοποίηση, δολοφονία. Μοιάζει να μην υπάρχει λογική για το μέγεθος της βίας κατά των γυναικών. Αλλά όπως κάθε φαινόμενο, πρέπει να έχει εξήγηση. Μπορούμε ως κοινωνία να συγκλονιζόμαστε κάθε φορά που μια γυναίκα γίνεται θύμα βίας -επειδή είναι πράγματι συγκλονιστικό. Να φοβόμαστε -επειδή πράγματι προκαλεί φόβο. Και να ευχόμαστε να μην ξανασυμβεί -ούτε σε μία γυναίκα ακόμα. Αν δεν αναζητηθούν, όμως, τα «γιατί», δε μπορούν να δοθούν απαντήσεις -και οι συστημικές απαντήσεις που έχουν δοθεί μέχρι τώρα, δε φαίνεται να έχουν αλλάξει την κατάσταση. Άρα, μήπως δεν είναι σωστά τα ερωτήματα που έχουν τεθεί;

Το 2013 ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας αποκαλούσε το φαινόμενο, «παγκόσμιο πρόβλημα υγείας που παίρνει διαστάσεις επιδημίας και επηρεάζει πάνω από το ένα τρίτο των γυναικών σε όλο τον κόσμο». Πρόκειται άραγε, μόνο, για πρόβλημα υγείας; Δύο χρόνια νωρίτερα, το Συμβούλιο της Ευρώπης ανέφερε ότι οι σοβαρές μορφές βίας στις οποίες εκτίθενται γυναίκες και κορίτσια αποτελούν «μεγάλο εμπόδιο για την ισότητα ανάμεσα στους άντρες και τις γυναίκες». Ακούγεται περίεργο: η βία είναι εμπόδιο στην ισότητα -ή η ανισότητα γεννά τη βία; Η βία είναι η αιτία, ή το αποτέλεσμα -και αν είναι το αποτέλεσμα, ποιου πράγματος;

Η θεωρία της ανισότητας «λόγω της ανθρώπινης φύσης»

Υπάρχει η άποψη ότι η βία κατά των γυναικών έχει τη ρίζα της στην ανθρώπινη φύση και τις βιολογικές διαφορές ανάμεσα στα δύο φύλα. Πράγματι, ο άντρας έχει μεγαλύτερη βιολογική δύναμη από τη γυναίκα. Γεννιέται με αυτή. Γεννιέται και με κάποιο γονίδιο που του κληροδοτεί την προδιάθεση να ασκεί τη δύναμή του στη γυναίκα; Όπως, δηλαδή, υπάρχει γονίδιο που κληροδοτεί το ύψος, το χρώμα των ματιών και την προδιάθεση σε κάποιες ασθένειες, υπάρχει γονίδιο που κληροδοτεί από άντρα σε άντρα τη διάθεση να καταπιέζει τη γυναίκα; Μάλλον δύσκολα το πιστεύει αυτό κανείς. Αν, λοιπόν, η τάση αυτή δεν είναι εγγενής στον άντρα, είναι αναγκαστικά επίκτητη. Και αν είναι επίκτητη, αυτό σημαίνει ότι αποκτάται εντός του κοινωνικού περιβάλλοντος. Εφόσον αυτό ισχύει, ζούσε πάντα ο άνθρωπος σε ένα κοινωνικό περιβάλλον που ευνοούσε την καταπίεση της γυναίκας, και, άρα, αυτή η καταπίεση είναι σύμφυτη με την ύπαρξη του ανθρώπινου είδους; Αυτού του είδους η βία «είναι τόσο παλιά όσο οι ανθρώπινες κοινωνίες»;

Ο σύγχρονος άνθρωπος -ο homo sapiens- λένε οι ανθρωπολόγοι, υπάρχει εδώ και τουλάχιστον 100.000 χρόνια. Κατά το 90% αυτού του χρόνου, ο άνθρωπος φέρεται να ζει σε κοινωνίες ομάδων, χωρίς κυβερνήτες και κυριαρχούμενους, και χωρίς κυριαρχία του άντρα στη γυναίκα. Καταμερισμός της εργασίας υπάρχει πάντα, σύμφωνα με μελετητές της εξέλιξης του ανθρώπου: ο άντρας κυνηγά και η γυναίκα προσέχει τη σπηλιά και τη φωτιά, φροντίζει τα παιδιά και συλλέγει τρόφιμα. Αλλά σε αυτές τις χαλαρές ομάδες δεν καταγράφεται καμία ιδεολογική πίστη στην ανωτερότητα του άντρα. Η θέση της γυναίκας είναι σεβαστή -άντρας και γυναίκα έχουν διαφορετικούς ρόλους, αλλά είναι ισότιμοι. Δεν υπάρχει μονογαμία, ούτε ζευγάρι, και τα παιδιά «είναι της μητέρας», αφού η πατρότητα είναι είτε αμφισβητήσιμη είτε άγνωστη.

Οι μεγάλες αλλαγές έρχονται πριν από 10.000 χρόνια, όταν, πιθανά λόγω κλιματικών αλλαγών και έλλειψης θηραμάτων, αρχίζει για πρώτη φορά η πιο σταθερή καλλιέργεια της γης. «Το άροτρο απάλλαξε τις γυναίκες από την πιο απαιτητική εργασία, αλλά τους στέρησε το μονοπώλιο στην καλλιέργεια δημητριακών και την κοινωνική θέση που τους παρείχε», γράφει ο αυστραλός αρχαιολόγος Γκόρντον Τσάιλντ. Χρειάζονται πιο πολλά «χέρια» για την καλλιέργεια, άρα παιδιά -και η γυναίκα πρέπει να μένει στο σπίτι για να τα μεγαλώνει. Και, κυρίως, για πρώτη φορά στην ιστορία του ανθρώπου, αρχίζει να παράγεται και να συσσωρεύεται πλεόνασμα. Είναι η στιγμή που διαμορφώνεται η ατομική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής. Η σχέση του με την παραγωγή, φέρνει τον άντρα σε κυρίαρχη θέση. Η οικογένεια μετατρέπεται στον ιδιωτικό χώρο κάθε ιδιοκτήτη, και γίνεται μονογαμικός θεσμός για τη γυναίκα επειδή τώρα ο άντρας-ιδιοκτήτης πρέπει να είναι σίγουρος για τους κληρονόμους του. Και αυτή είναι η στιγμή που ο Φρίντριχ Ένγκελς περιγράφει ως «ιστορική ήττα» του γυναικείου φύλου. Εμφανίζεται το πατριαρχικό δίκαιο, για να περνά η ατομική ιδιοκτησία στους απογόνους, και, σταδιακά, «κτήμα» του -άντρα- ιδιοκτήτη γίνονται η γυναίκα και τα παιδιά εντός του σπιτιού.

Στο δουλοκτητικό σύστημα που ακολουθεί, όπως και στη φεουδαρχία που έρχεται μετά, η γυναίκα παραμένει κτήμα του άντρα. Το επόμενο οικονομικό σύστημα, ο καπιταλισμός, της δίνει τη δυνατότητα να επιστρέψει στην κοινωνική παραγωγή -επειδή αυτό του φέρνει μεγαλύτερο κέρδος- αλλά ως σύστημα ενισχύει στο έπακρο τη διαίρεση με βάση το φύλο, τον σεξισμό, για να μπορεί να χρησιμοποιεί τη γυναίκα ως φθηνότερη εργατική δύναμη.

Άρα, ανατέμνοντας την ιστορία της ανθρωπότητας, διαπιστώνει κανείς ότι, πολύ πιθανά, είναι η σχέση των δύο φύλων με την παραγωγή που, σε συγκεκριμένη χρονική περίοδο, φέρνει την ανισότητα. Και η ανισότητα διαιωνίζεται. Σήμερα, μετά από έναν τουλάχιστον αιώνα αγώνων για τα δικαιώματα των γυναικών, πρόοδο, και όλο και περισσότερη συζήτηση για τις διακρίσεις μεταξύ των φύλων, η βία εναντίον των γυναικών μοιάζει να αυξάνεται. «Είναι επιδημία», λέει ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας. Αλλά οι επιδημίες ξεσπούν σε συγκεκριμένες συνθήκες. Και το ερώτημα, είναι, μπορεί κανείς να εξετάσει τη βία κατά των γυναικών, αποκομμένη από τη μορφή κοινωνίας στην οποία ζει ο άνθρωπος;

«Από τη στιγμή που γεννιέσαι, σε κάνουν να νιώθεις μικρός»

Πριν από τη δεκαετία του ’70, πολλοί θεωρητικοί απέδιδαν τον βιασμό σε κάποια διαστροφή ή διανοητική αρρώστια του δράστη, μιλώντας για άτομα που δε μπορούν να ελέγξουν τα σεξουαλικά επιθετικά τους ένστικτα. Στη συνέχεια, η οπτική άλλαξε. Η αμερικανίδα φεμινίστρια Σούζαν Μπραουνμίλερ, αρχικά υπέθεσε ότι οι γυναίκες είναι λόγω φύσης ευάλωτες σε μια σεξουαλική επίθεση, και από τη στιγμή «που οι άντρες ανακάλυψαν ότι μπορούσαν να βιάσουν, συνέχισαν να το κάνουν». Αλλά η έρευνα σύντομα έδειξε ότι οι δράστες σεξουαλικών επιθέσεων ήταν κυρίως άντρες που οι γυναίκες γνώριζαν -μέλη της οικογένειας, φίλοι, γείτονες- και ότι η βία εναντίον τους συμβαίνει κυρίως μέσα στους τοίχους του σπιτιού. Η συζήτηση προχώρησε εντός του φεμινιστικού κινήματος, αποδίδοντας τον βιασμό στη σεξιστική κουλτούρα της κοινωνίας. Και μετά, έγινε μία άλλη σκέψη: ότι ο σεξισμός, και άρα η βία κατά των γυναικών, είναι η αντανάκλαση των δομών ενός ολόκληρου οικονομικού συστήματος και της αποξένωσης που αυτό προκαλεί.

«Πολλή από τη συζήτηση για τη σεξουαλική βία επικεντρώνεται στις εμπειρίες ατόμων, δίνοντας έμφαση σε μια σεξιστική κοινωνία που παράγει βία κατά των γυναικών», γράφει η Έλεν Ρέιζερ στο βιβλίο «Θυμός: Γυναίκες γράφουν για το Σεξ, τη Δύναμη και τη Βία». Αυτό σημαίνει ότι δεν εξετάζεται η πιθανότητα οι κοινωνικές δομές να προκαλούν βία σε ένα επίπεδο ακόμη πιο δομικό από αυτό της διαφοράς των φύλων. Αλλά ποιες είναι αυτές οι δομές; Σε ποιες συνθήκες ζει ο σύγχρονος άνθρωπος;

«Από τη στιγμή που γεννιέσαι, σε κάνουν να νιώθεις μικρός, δίνοντάς σου καθόλου χρόνο αντί να σου τον δίνουν όλο… σε κρατούν αποκοιμισμένο… κι εσύ νομίζεις ότι είσαι έξυπνος, δεν ανήκεις σε τάξη, κι είσαι ελεύθερος», τραγουδούσε το ’70 ο Τζον Λένον, περιγράφοντας όλες τις ματαιώσεις που ζει η πλειονότητα των ανθρώπων στη σύγχρονη κοινωνία. Πώς θα μπορούσε, άλλωστε, μια μικρή μειοψηφία να ζει εκμεταλλευόμενη την τεράστια πλειοψηφία, αν αυτοί που παράγουν τον πλούτο είχαν αυτοπεποίθηση και την αίσθηση της αυτοεκτίμησης;

Η πραγματικότητα είναι ότι η μεγάλη μάζα των εργαζόμενων δεν έχει κανέναν έλεγχο στα μέσα παραγωγής. Η εργασία, που θα έπρεπε να είναι μια δραστηριότητα δημιουργική και να επιβεβαιώνει την ύπαρξη, γίνεται αγγαρεία, και παράγει πλούτο για αυτούς που ήδη κυριαρχούν πάνω στη ζωή του ανθρώπου. Μοιάζει σαν η ζωή του να ελέγχεται από ανεξέλεγκτες δυνάμεις, όπως «η οικονομία» και «η αγορά». Ταυτόχρονα, τα πάντα μετατρέπονται σε εμπόρευμα που μπορεί να πουληθεί και να αγοραστεί -ακόμα και η ψυχαγωγία και η σεξουαλική ευχαρίστηση. Αναπόφευκτη συνέπεια, η υποτίμηση του ανθρώπινου κόσμου, η απαξίωση της ανθρώπινης ύπαρξης. Ο Γκέοργκ Λούκατς, στο βιβλίο του, Ιστορία και Ταξική Συνείδηση, εξηγεί για την αποξένωση, πώς κρατικές γραφειοκρατίες και ιεραρχικοί θεσμοί ισοπεδώνουν όλες τις ανθρώπινες σχέσεις και νεκρώνουν την ανθρώπινη ενσυναίσθηση. Η άσκηση εξουσίας, ο ανταγωνισμός και το κυνήγι της επιτυχίας και της διάκρισης γίνονται υπέρτατη αξία. Αλλά όταν οι άνθρωποι μετατρέπονται σε κυνηγούς με σκοπό την επικράτηση, δεν είναι σχεδόν βέβαιο ότι τις συνέπειες θα τις υποστούν αυτοί που βρίσκονται σε δυσχερέστερη θέση;

Η αμερικανίδα συγγραφέας Λίλιαν Ρούμπιν, γράφει για την καταπίεση και τις συνέπειές της στο βιβλίο της «Κόσμοι του Πόνου: Ζωή στην Εργατική Οικογένεια»: «Τα παιδιά ξέρουν… Ξέρουν ότι οι γονείς τους δεν είναι αυτοί που ‘μετράνε’… Και ίσως το πιο συντριπτικό όλων, ξέρουν ότι οι γονείς τους το ξέρουν και οι ίδιοι… Διαφορετικά, γιατί να είχαν μέσα τους τόσο πολύ θυμό -θυμό που ξεσπά παράλογα στο σπίτι, θυμό που αποκόβεται από τον έξω κόσμο επειδή η έκφρασή του έξω θα ήταν πιθανά επικίνδυνη;»

Είναι αυτή η τεράστια αντίφαση. Από τη μία, ο μόχθος της δουλειάς, τα μεγάλα ωράρια, οι χαμηλοί μισθοί, οι αξιολογήσεις «εν γένει της προσωπικότητας» από τους μάνατζερ, η αίσθηση του ανθρώπου ότι «δε μετρά». Από την άλλη, ο ιδιωτικός του χώρος, η προσδοκία ότι οι προσωπικές του σχέσεις θα είναι το πεδίο της ζωής του όπου έχει ο ίδιος τον έλεγχο -επειδή, με κάθε τρόπο, αυτό υπονοείται: η ευτυχισμένη οικογένεια γύρω από το τραπέζι να παίρνει το πρωινό της με λαμπερά χαμόγελα. Το όνειρο, όμως, της σταθερότητας και της αγάπης είναι εξαιρετικά δύσκολο να πραγματωθεί από τα περισσότερα ζευγάρια αν ληφθεί υπόψη η πραγματικότητα της υπόλοιπης ζωής τους. Το σπίτι θεωρείται το καταφύγιο -αλλά όταν η προσδοκία διαψεύδεται, πού εκτονώνει κάποιος τις απογοητεύσεις και τον θυμό; Είναι πιο εύκολο να ξεσπάσει κανείς σε δημόσιο χώρο, ή στον ιδιωτικό χώρο του σπιτιού ή μιας σχέσης; Ξεσπά στους οικείους, που θεωρεί ότι δε θα φύγουν, ή δε μπορούν να φύγουν. Και από την άλλη, οι άνθρωποι θα ανεχτούν πολλά προκειμένου να κρατήσουν την ελπίδα της πραγμάτωσης του ονείρου αυτής της ευτυχίας, το οποίο τους έχουν υποβάλει ως ιδέα από την αρχή της ζωής τους.

Η βία που ξεσπά, πλήττει τους πιο αδύναμους -δεν είναι μόνο οι γυναίκες, είναι και τα παιδιά. Ένα στα πέντε παιδιά πέφτει θύμα κακοποίησης, και σε ποσοστό 70-90% οι θύτες ανήκουν στο στενό ή ευρύτερο περιβάλλον της οικογένειας του παιδιού, σύμφωνα με στοιχεία που παρουσιάστηκαν πριν από λίγες μέρες σε ημερίδα της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας Πειραιά και της Ελληνικής Ιατροδικαστικής Εταιρίας. Η βία εκφράζεται ως σωματική κακοποίηση κυρίως για τα αγόρια, και ως σεξουαλική κακοποίηση κυρίως για τα κορίτσια.

Η επιδείνωση των τελευταίων δεκαετιών

Εντός των τεσσάρων τοίχων που περικλείουν εδώ και περίπου ενάμιση αιώνα τη λεγόμενη «πυρηνική οικογένεια», τα πράγματα φαίνεται ότι χειροτερεύουν τις τελευταίες δεκαετίες, κατά τις οποίες η οικονομική ανισότητα έχει γιγαντωθεί.

Στην Ελλάδα, σε μελέτη που έγινε για λογαριασμό της Γενικής Γραμματείας Ισότητας των Φύλων αναφέρεται ότι η οικονομική κρίση δεν αποτελεί από μόνη της γενεσιουργό αιτία των περιστατικών βίας, αλλά εντείνει την πίεση που βιώνουν τα μέλη των οικογενειών. Αυτό το έχει αποδεχτεί ήδη από το 2013 και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, λέγοντας ότι «η ένταση και το άγχος με τα οποία βιώνουν τα μέλη των οικογενειών τη νέα οικονομική τους κατάσταση ως αποτέλεσμα της κρίσης οδηγεί συχνά σε πιο έντονα και πιο επικίνδυνα περιστατικά βίας (ενδοοικογενειακή βία), αλλά και σε σωματική και σεξουαλική κακοποίηση, καθώς και σε διάφορες μορφές παρενόχλησης σε χώρους εργασίας».

Το δείγμα γυναικών που ρωτήθηκαν, αφού είχαν καταφύγει σε δομές φιλοξενίας, είναι μικρό και δεν επιτρέπει γενίκευση, όμως, σκιαγραφεί μια εικόνα. Στο 82% των περιπτώσεων βία άσκησε ο πρώην ή ο νυν σύζυγος ή σύντροφος και «δευτερευόντως κάποιος συγγενής πρώτου βαθμού», ενώ το 3% των περιπτώσεων αφορούσε περιστατικά που σημειώθηκαν στον χώρο εργασίας με δράστες τον εργοδότη ή τον πελάτη. Σχεδόν στις μισές περιπτώσεις είχε σημειωθεί μεταβολή της εργασιακής σχέσης του δράστη, ενώ αντίστοιχη μεταβολή είχε βιώσει πάνω από το 65% των θυμάτων. Σε μεγάλο ποσοστό οι θύτες ήταν και εκείνοι θύματα βίας -το 46,4%- ή αντιμετώπιζαν πρόβλημα ψυχικής υγείας -21,4%. Η μορφή βίας που ασκήθηκε στα θύματα ήταν σχεδόν ισότιμα ψυχολογική-συναισθηματική και λεκτική, και ακολουθεί η σωματική βία. Η κακοποίηση συνέβαινε και πριν από την οικονομική κρίση, αλλά το 54,1% των γυναικών είπαν ότι επιδεινώθηκε η σχέση με τον δράστη εξαιτίας της οικονομικής κρίσης, και μάλιστα εντάθηκε λόγω των περισσότερων ωρών εργασίας του συζύγου ή οικονομικών προβλημάτων που προέκυψαν στην πορεία της σχέσης.

Άρα, «η κρίση επέτεινε ένα φαινόμενο που ήδη προϋπήρχε, καθώς η δυσκολία της επιβίωσης δρα ακόμα πιο επιβαρυντικά όταν το περιβάλλον είναι ήδη βίαιο… και δημιουργούνται εντάσεις σχέσεων τόσο μεταξύ των ζευγαριών αλλά και μεταξύ γονέων-παιδιών». Παράλληλα εκφράστηκε η άποψη ότι η καταγράφεται αύξηση των περιστατικών έμφυλης βίας και στους χώρους εργασίας, όπου οι γυναίκες υπό τον φόβο της απόλυσης, είναι περισσότερο ευάλωτες στην εργασιακή εκμετάλλευση αλλά και τη σεξουαλική παρενόχληση.

Στο μεγαλύτερο μέρος του κόσμου, η κατάσταση είναι πια τρομακτικά όμοια. Τροφή-νερό και στέγη, είναι δύο βασικοί πυλώνες της ύπαρξης. Αλλά οι κανόνες του διεθνούς εμπορίου και η αύξηση των τιμών των τροφίμων προκαλούν συνεχείς κρίσεις στις οικογένειες, αφού υπεύθυνες για το μαγείρεμα, το καθάρισμα και τη φροντίδα παιδιών και ηλικιωμένων είναι οι γυναίκες.

Και το σπίτι, το κυριολεκτικά φυσικό καταφύγιο του εργαζόμενου, πλήττεται σκληρά από το 2008 και μετά, με τις υποθήκες και τους πλειστηριασμούς. Το ίδιο και το κοινωνικό κράτος, το οποίο είτε περικόπτεται είτε τρέφεται με «ψίχουλα» -από τις ίδιες κυβερνήσεις που μιλούν για την ανάγκη να αντιμετωπιστεί η βία κατά των γυναικών. Το Εθνικό Κέντρο Πόρων για την Ενδοοικογενειακή Βία στις ΗΠΑ αναφέρει : «Οι γυναίκες που αφήνουν τους κακοποιητικούς συντρόφους τους συχνά μένουν με μέλη της οικογένειας ή φίλους… ή, διαφορετικά πηγαίνουν σε ξενώνες φιλοξενίας… Αλλά πάνω από το ένα τρίτο των θυμάτων έμφυλης βίας μένουν άστεγες στην προσπάθεια να τερματίσουν μια κακοποιητική σχέση… Αυτό το ποσοστό πιθανά αυξάνεται λόγω της οικονομικής ύφεσης… Δυστυχώς, οι ήδη επιβαρυμένοι προϋπολογισμοί των κοινωνικών υπηρεσιών, ανάμεσά τους αυτών για την ενδοοικογενειακή βία και τα καταφύγια άστεγων, περικόπτονται ακριβώς τη στιγμή που έχουν μεγαλύτερες ανάγκες.»

Ο ριζοσπαστισμός του ΄60 συνοδευόταν από αισιοδοξία: η αλλαγή έμοιαζε να έρχεται. Αλλά μετά την ύφεση του 1975, οι επιθέσεις από την άρχουσα τάξη πλήθυναν. Η νεοφιλελεύθερη ατζέντα επιβλήθηκε, με επιθέσεις στα δικαιώματα των εργαζόμενων, ιδιωτικοποιήσεις και περικοπές στις κρατικές δαπάνες για κράτος πρόνοιας. Τις τέσσερις τελευταίες δεκαετίες έγινε αναδιανομή του πλούτου -αλλά αυτή τη φορά ήταν επιθετικά από κάτω προς τα πάνω.

Σε συνέντευξη στο έντυπο του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης για λογαριασμό της Παγκόσμιας Τράπεζας, πολλά χρόνια πριν, ένας αιγύπτιος άντρας από το Μποργκ Μεγκεζέλ, ένα μικρό ψαροχώρι στην κοιλάδα του Νείλου, είχε μια υλική εξήγηση για τη βία: «Η ανεπάρκεια εισοδήματος είναι που επηρεάζει τη σχέση άντρα-γυναίκας. Μερικές φορές με ξυπνά το πρωί ζητώντας λίγα χρήματα και δεν έχω, και θλίβομαι και βγαίνω από το σπίτι. Και όταν γυρίζω, αρχίζουμε να μαλώνουμε».

Το σπίτι, και οι κοινότητες μένουν «άδεια», χωρίς υλικούς πόρους και με ματαιωμένους ανθρώπους. Σε αυτά επιστρέφουν οι άνθρωποι φορτωμένοι με τα βάρη ενός άγριου κόσμου. Άρα, ένας εργαζόμενος άντρας γυρίζει σπίτι αφού έχει απολυθεί, βρίσκει ένα χαρτί έξωσης αντί για ένα ζεστό γεύμα, και δέρνει τη γυναίκα του; Είναι τόσο απλό; Η εικόνα γεννά περισσότερα ερωτήματα. Γιατί, για παράδειγμα, δε γυρνά η εργαζόμενη γυναίκα σπίτι της να χτυπήσει τον άντρα της μόλις την απολύσουν;

Επειδή, εκτός από τις υλικές συνθήκες οι οποίες «είναι απαραίτητες» για να υπάρξει η βία, χρειάζεται και το ιδεολογικό υπόβαθρο: η εμπορευματοποίηση του σεξ και η μετατροπή των σωμάτων σε αντικείμενα, τα σεξιστικά στερεότυπα και τα ιδανικά της επιθετικής αρρενωπότητας δημιουργούν ένα περιβάλλον που ωθεί στην κακοποίηση. Αυτά τα σεξιστικά στερεότυπα διαιωνίζονται στις δομές της οικογένειας και της εργασίας. Οι γυναίκες ζουν αντιμέτωπες με λάγνα βλέμματα και υπονοούμενα αγγίγματος -και θεωρείται ακραία «πολιτικά ορθό» το να το πουν. Οι μαρτυρίες τους για πράξεις βίας ή για παρενόχληση που έχουν δεχτεί, αμφισβητούνται. Μετριέται ακόμα το «μήκος της φούστας τους» και εξετάζεται το ερωτικό τους παρελθόν, για να φανεί αν αυτά «έπαιξαν ρόλο» στη βία που δέχτηκαν. Με τις ενοχές που τους καλλιεργούνται, δεν τους επιτρέπεται ούτε να νιώσουν θύματα.

Ταυτόχρονα, η πορνογραφία δεν πουλιέται πια «στα κρυφά». Υπάρχει διαθέσιμη στο διαδίκτυο για τον καθένα. «Σεξουαλική ελευθερία» στον σύγχρονο κόσμο, σημαίνει μια βιομηχανία γύρω από την οποία κυκλοφορούν δισεκατομμύρια. Οι νέοι μεγαλώνουν με αυτές τις εικόνες ως τον πιο συνηθισμένο τρόπο να μάθουν για το σεξ. Επειδή, παρότι η κοινωνία μιλά γι΄αυτό όλη την ώρα -αναπόφευκτα με σεξιστικό και υποτιμητικό τρόπο- εξακολουθεί να υπάρχει ελάχιστη σεξουαλική εκπαίδευση ή ανοιχτή συζήτηση για τη σεξουαλικότητα στα σχολεία.

Φυσικά, η σεξουαλική βία μπορεί να είναι και συνειδητή άσκηση κυριαρχίας. Όπως επίσης, δε σημαίνει ότι όλοι οι άντρες που ζουν στις ίδιες δύσκολες συνθήκες θα αντιδράσουν με μηχανιστικό τρόπο, ασκώντας βία στις γυναίκες. Συνολικά, όμως, το φαινόμενο της βίας κατά των γυναικών δε μπορεί να ερμηνευτεί αποκομμένο. Οι αιτίες είναι πολλαπλές, σύνθετες και μπορούν να κατανοηθούν μόνο ως ριζωμένες στις οικονομικές και κοινωνικές δομές του καπιταλισμού, μιας ταξικής κοινωνίας που έχει φτάσει την αποξένωση στα άκρα της.

Ποια μπορεί να είναι η απάντηση;

Πώς μπορεί να ανατραπεί η κατάσταση; Είναι ζήτημα παιδείας, ακούγεται συχνά. Η εκπαίδευση, σίγουρα, είναι κομβικής σημασίας για τη διαμόρφωση ενός ανθρώπου. Αλλά ποιος ελέγχει τον χαρακτήρα του συστήματος εκπαίδευσης; «Το σύστημα διδασκαλίας είναι η διδασκαλία του συστήματος», λέει ένα σύνθημα σε μια πλατεία. Δηλαδή, την εκπαίδευση ελέγχει αυτός που ελέγχει και τα μέσα παραγωγής -η κυρίαρχη τάξη. Ενώ και εντός της οικογένειας, αναπαράγονται από νωρίς τα κυρίαρχα στερεότυπα και οι εξουσιαστικές λογικές.

«Να μιλάνε τα θύματα, να σπάσει η σιωπή», ακούγεται εξίσου συχνά. Πέρα από τα παράδοξο να προβάλλονται ανάλογα ενημερωτικά σποτ στις τηλεοράσεις και να ακολουθούν διαφημίσεις και σίριαλ με τη γυναίκα σε ρόλο αντικειμένου και σεξουαλικά υπονοούμενα, υπάρχει και ένα άλλο ζήτημα: Το ότι οι γυναίκες καταγγέλλουν όλο και πιο συχνά την άσκηση βίας πάνω τους -και σωστά κάνουν- δε φαίνεται να μειώνει τη σεξιστική βία, που αναφέρεται πια ως «επιδημία». Και, επιπλέον, μέσα από τις καμπάνιες αυτές, το κράτος με τους υπάρχοντες θεσμούς του προβάλλεται ως προστάτης της ηθικής ακεραιότητας της κοινωνίας, και η δράση ενάντια στη σεξιστική βία είναι πιθανό να ενισχύσει μέτρα καταστολής, προσδίδοντας ακόμη πιο κεντρικό ρόλο στην αστυνομία και τα δικαστήρια. Αυτό ταιριάζει με το γενικότερο κλίμα νόμου και τάξης, που ενισχύει ακόμη περισσότερο τη συντηρητική ατζέντα: η σεξιστική βία παρουσιάζεται ως παρέκκλιση κάποιων δυσλειτουργικών ατόμων που χρειάζονται εκπαίδευση, τιμωρία και διόρθωση, ενώ ταυτόχρονα ενισχύονται εξουσιαστικές δομές. Τι μπορεί να αντιπαρατεθεί σε αυτόν τον τρόπο αντιμετώπισης;

Ο πιο αποτελεσματικός τρόπος είναι να στοχεύσει κανείς τη δομική καταπίεση ενάντια στις γυναίκες, καταρχάς με συγκεκριμένες πολιτικές και μέτρα που θα κάνουν καλύτερη τη ζωή τους. Με φραγμό στις θεσμικές διακρίσεις κάθε είδους. Με απόρριψη της βίας και του σεξισμού στους ιδιωτικούς χώρους και τους χώρους δουλειάς. Με ουσιαστική προστασία της μητρότητας, άδειες τοκετού και επιδόματα για όλες ανεξαιρέτως τις γυναίκες -με «ευελιξία» αν οι ίδιες το επιθυμούν. Με δωρεάν βρεφονηπιακούς σταθμούς και κοινωνικές υπηρεσίες φροντίδας των παιδιών. Με δωρεάν σίτιση των παιδιών στα σχολεία. Με ικανοποίηση του δικαιώματος σε αξιοπρεπή στέγη. Με ίσες αμοιβές, αυξήσεις στους μισθούς, μείωση του ωραρίου, καλύτερες συνθήκες εργασίας. Όποιος ασκεί εξουσία και ενδιαφέρεται πραγματικά να αντιμετωπιστεί η βία κατά των γυναικών, δε χρειάζεται να βγάζει λόγους για αυτό -μπορεί να κάνει κάτι πολύ καλύτερο: να εφαρμόσει χωρίς καθυστέρηση πολιτικές που προστατεύουν δομικά τη γυναίκα και ενισχύουν την αυτονομία της.

Μπορεί να έχει ξεχαστεί ότι η 8η Μάρτη, η «Ημέρα της Γυναίκας», είναι εκείνη η 8η Μάρτη του 1857, όταν γυναίκες εργάτριες στην κλωστοϋφαντουργία της Νέας Υόρκης διαδήλωναν και διεκδικούσαν καλύτερες συνθήκες εργασίας. Τα τελευταία χρόνια εξελίσσεται μια προσπάθεια να επανακαταλάβει η μέρα αυτή τον ιστορικό της χώρο, στις σύγχρονες συνθήκες. Έχει τη σημασία του το ότι επανέρχεται το αίτημα για γενική απεργία τη μέρα αυτή, και η δυσκολία του να υλοποιηθεί καταδεικνύει με τον πιο σαφή τρόπο το διπλό μέτωπο που έχουν μπροστά τους οι γυναίκες: στο κοινωνικό πεδίο καλούνται να αντιμετωπίσουν τη δύσκολη καθημερινότητα των διακρίσεων, αλλά και στον χώρο μέσω του οποίου θεωρητικά εκφράζονται οι διεκδικήσεις τους, δηλαδή, στα συνδικάτα, είναι υποχρεωμένες να διεκδικήσουν το δικαίωμα να τεθούν οι διεκδικήσεις τους. Επειδή, ίσως θα ήταν πιο ωραίο, μαζί με τα τριαντάφυλλα, αυτή τη μέρα στους δρόμους να κυκλοφορούν πανό με ιδέες. Και ίσως θα ήταν πιο ωραίο, αν δίπλα στα πανό, βρίσκονται και άντρες.

Όλα τα παραπάνω ίσως σε κάποιους να ακούγονται βαρετά. Αλλοτρίωση, αποξένωση, ατομικισμός, απαξίωση της ανθρώπινης ζωής. «Να βρεθούν γρήγορα πρακτικοί τρόποι για να μειωθεί τώρα η βία κατά των γυναικών που παίρνει εκρηκτικές διαστάσεις, και μετά κάνουμε ανάλυση», λένε πολλοί -το ίδιο επαναλαμβάνουν για κάθε σύγχρονο κοινωνικό πρόβλημα. Αλλά τίποτα δε «λύνεται», αν δεν εξηγηθεί το γιατί συμβαίνει, και αν αποκοπεί από το πλαίσιο στο οποίο συμβαίνει. Από την άλλη, μπορεί να μοιάζει πιο εύκολη η θεωρία του «Γυναίκες από την Αφροδίτη, Άντρες από τον Άρη» -δύο φύλα που δε μπορούν ποτέ να καταλάβουν το ένα το άλλο «από καταβολής κόσμου». Πώς θα αλλάξει, όμως, η κατάσταση, αν συνεχιστεί αυτού του τύπου η ανάλυση της βίας κατά των γυναικών; Όσοι υποστηρίζουν ότι «τα δύο φύλα είναι πολύ διαφορετικά, ο άντρας είναι φύσει πιο βίαιος, και γι΄αυτό υπάρχει βία», δε θα «πέσουν» αναγκαστικά «σε τοίχο» όσον αφορά την πρόταση αντιμετώπισης; Ακόμα και αν σκεφτεί κανείς «έχουμε πατριαρχία, και γι΄αυτό υπάρχει βία», σε ποια εναλλακτική οδηγείται η κοινωνία; Το «τέταρτο κύμα» του φεμινισμού προτάσσει ως αίτημα τον σεβασμό στο γυναικείο σώμα. Ο άντρας που ασκεί βία είναι δεδομένο ότι δε σέβεται το σώμα της γυναίκας. Αλλά αυτό δε σημαίνει ότι, στην ουσία, δε σέβεται την ανθρώπινη ύπαρξη δίπλα του; Κι αν απαξιώνει τον άλλο άνθρωπο και ξεσπά σε αυτόν που βρίσκει πιο αδύναμο, γιατί συμβαίνει αυτό; Πώς και πότε προέκυψε η πατριαρχία; Τι είναι στα αλήθεια η βία σε βάρος των γυναικών; Θα υπάρχει ακόμα και σε μια κοινωνία χωρίς ταξικές διαιρέσεις, ανταγωνισμούς και αριστείες, με σεβασμό στην ανθρώπινη ύπαρξη, με ανθρώπους που θα είναι ίσοι, θα προσφέρουν στους υπόλοιπους με εργασία η οποία θα τους ικανοποιεί, και θα εκπληρώνουν τον εαυτό τους; Και, αν η απάντηση είναι «ίσως όχι», πώς μπορεί να υπάρξει αυτή η κοινωνία; Μήπως σε αυτή την ερώτηση βρίσκεται το κλειδί; Και μήπως, αν ανοίξει αυτή η πόρτα, θα μπορεί η μάνα κάθε κοριτσιού να νιώθει ότι μια καλύτερη ζωή περιμένει εκεί έξω τη δική της κόρη; Μια ζωή μέσα στην οποία θα μπορεί να λέει τη γνώμη της χωρίς φόβο, να περπατά τα βράδια ό, τι ώρα θέλει χωρίς φόβο, να ζει τον έρωτα και να έχει το δικαίωμα να αλλάζει γνώμη χωρίς φόβο, να επιλέγει αυτά που θα την κάνουν ευτυχισμένη χωρίς φόβο. Να ζει, ως ελεύθερος άνθρωπος. Χωρίς φόβο.

www.ert.gr

Open post

Η αποφράδα 1η Μαρτίου 1948 – Η σφαγή στο Α’ ΕΤΟ της Μακρονήσου

Η αποφράδα 1η Μαρτίου 1948 – Η σφαγή στο Α’ ΕΤΟ της Μακρονήσου

Στη Μακρόνησο γράφτηκε ένα από τα πιο σκληρά και αιματηρά περιστατικά της μετεμφυλιακής περιόδου που βίωσε η Ελλάδα, μέσα σε ένα διεθνές περιβάλλον «ψυχρού πολέμου». Στο στρατόπεδο της Μακρονήσου είχαν οδηγηθεί φαντάροι τους οποίους λόγω της αντιστασιακής τους δράσης στην περίοδο της κατοχής και ειδικά της στράτευσής του στο ΕΑΜ – ΕΛΑΣ, δεν εμπιστευόταν το τότε πολιτικό καθεστώς.

Η χρονιά εκείνη ήταν δίσεκτη και την Κυριακή 29 Φλεβάρη συγκεντρώθηκαν 5.000 στρατιώτες στο χώρο του θεάτρου. Τότε αλφαμίτες (ΑΜ – αστυνομία μονάδος) άρχισαν να χτυπούν και να βρίζουν φαντάρους, με αποτέλεσμα οι υπόλοιποι να αρχίσουν τις διαμαρτυρίες και να φωνάζουν «αίσχος». Ακολούθησαν πυροβολισμοί από τους ακροβολισμένους φρουρούς, γιατί είχε προσχεδιαστεί η επίθεση και αυτοί χτύπησαν στο ψαχνό, με αποτέλεσμα να υπάρξουν νεκροί και τραυματίες. Οι νεκροί της πρώτης μέρας ήταν πέντε: Θωμάς Ζάχος, Σιβρής Βέργος, Βασίλης Λαντούρης, Βαγγέλης Σακαγιάννης, Θανάσης Λάμπρο και οι βαριά τραυματίες ήταν 10. Οι νεκροί μεταφέρθηκαν σε μια άδεια σκηνή. Τέθηκε τιμητική φρουρά. Ο διοικητής του τάγματος (Βασιλόπουλος) ψευδώς δήλωσε ότι δεν ήξερε τίποτα και ότι δήθεν θα γινόταν έρευνα.

Ξημέρωσε η 1η Μαρτίου και το Α’ ΕΤΟ ήταν περικυκλωμένο από τις ένοπλες φρουρές και των τριών ταγμάτων της Μακρονήσου, ενώ από τη θάλασσα, όπου έπλεε ακταιωρός με τον στρατοπεδάρχη της Μακρονήσου, συνταγματάρχη Μπαϊρακτάρη, από τα μεγάφωνα τους καλούν να διαχωρίσουν τη θέση τος από τους κομμουνιστές που στασίασαν και δημιουργήθηκαν τα γεγονότα της προηγούμενης μέρας. Οσοι θα το έκαναν θα έπρεπε να μετακινηθούν προς άλλο χώρο και να υπογράψουν δήλωση. Δόθηκε και χρονικό τελεσίγραφο που προανήγγειλε την επίθεση που θα ακολουθούσε.

Η πρώτη επίθεση έγινε με ροπαλοφόρους και όταν αυτοί αποσύρθηκαν, με τους ήχους της σάλπιγγας ξεκίνησε η ένοπλη επίθεση, εναντίον των αόπλων, που άρχισαν να ψάλουν τον Εθνικό Ύμνο. Οταν η ένοπλη επίθεση τελείωσε, 700 άτομα μεταφέρθηκαν στο Γ΄ ΕΤΟ 12 φαντάροι κατηγορήθηκαν σαν αρχηγοί της υποτιθέμενης εξέγερσης και οδηγήθηκαν στις στρατιωτικές φυλακές και άλλοι 142 ως πρωταίτιοι. Ακολούθησαν στρατοδικεία με κατηγορίες για κατάληψη στρατιωτικής εξουσίας, σύσταση ένοπλης ομάδας, βιαιοπραγίες εναντίον αξιωματικών, με ποινές ισόβια, αλλά και θανατικές καταδίκες.

Οι 350 νεκροί φαντάροι φορτώθηκαν σε καΐκι και μεταφέρθηκαν στην κοντινή στη Μακρόνησο ξερονησίδα Σαν Τζιόρτζιο και από εκεί τους μεταφόρτωσε πολεμικό πλοίο, τοποθετήθηκαν σε συρμάτινα δίχτυα με βαρίδια και τους έριξαν στο βυθό της θάλασσας.

Το βράδυ της αποφράδας ημέρας 1ης Μάρτη, το υπουργείο Στρατιωτικών εκδίδει ανακοίνωση, στην οποία αναφέρει ότι έγινε στάση επικίνδυνων κομμουνιστών και επίθεση προς τη φρουρά του στρατοπέδου για να την αφοπλίσει, με αποτέλεσμα 17 νεκρούς και 61 τραυματίες από τους στασιαστές και 4 από τη φρουρά μετά από λιθοβολισμό. Περίπου στο ίδιο κλίμα ήταν και τα δημοσιεύματα των εφημερίδων που μιλούσαν για ξεσηκωμό τωνεμπνεόμεων από κομμουνιστικές ιδέες φαντάρων, οι οποίοι «Εστασίασαν και επατάχθησαν».

Αναδημοσιεύουμε από την ιστοσελίδα της ΠΕΚΑΜ (Πανελλήνια Ένωση Κρατουμένων Αγωνιστών Μακρονήσου):

Tο άγαλμα του «Δεσμώτη Μακρονησιώτη».
Έργο του γλύπτη και αρχιτέκτονα Γρηγόρη Ριζόπουλου

Γεωργάτος Διονύσης – Μαρτυρία για την σφαγή των στρατιωτών του ΑΕΤΟ το 1948 (Απόσπασμα)

Η πρώτη μέρα της σφαγής

Κυριακή πρωί, 29 Φλεβάρη 1948 φυσάει παγερός βοριάς και ο ουρανός είναι σχεδόν καθαρός από σύννεφα. Οι σκαπανείς πηγαίνουν για το τσάι, τριγυρνούν στους λόχους και από τους γνωστούς τους θέλουν να μάθουν τι έγιναν τα παιδιά στο πειθαρχείο και γενικότερα στο στρατόπεδο τη νύχτα που πέρασε το προσκλητήριο άργησε να γίνει. Ο διοικητής Βασιλόπουλος έλειπε από το πρωί στη ΣΦΑ. Γιατί άραγε; Αναφορά είχε οριστεί να πάρει, ο υπασπιστής Καρδαράς, που ουσιαστικά έπαιζε το ρόλο του διοικητή Βασιλόπουλου όταν εκείνος έλειπε από το Τάγμα.

Ο υπασπιστής Καρδαράς φανερά ανήσυχος περιφερόταν στο γήπεδο, έκανε παρατηρήσεις στους λόχους, φώναζε, μιλούσε άσχημα σε φαντάρους λες και επιδίωκε κάποια αναταραχή να δημιουργηθεί την ώρα του προσκλητηρίου. Δόθηκε η αναφορά στον Καρδαρά και τελείωσε στο γήπεδο το προσκλητήριο του Τάγματος οι λόχοι ξεκίνησαν για το θέατρο εκείνη την ώρα οι αλφαμίτες έφεραν προς το γήπεδο 2-3 φαντάρους, τους χτυπούσαν και τους έβριζαν χυδαία… οι φαντάροι διαμαρτυρήθηκαν στους λοχαγούς τους και ξέσπασαν σε φωνές «αίσχος, αίσχος» οι αλφαμίτες κτυπούν αυτούς, που έχουν πιάσει στους λόχους, τους σπρώχνουν με κλωτσιές προς το πειθαρχείο ο Καρδαράς εκνευρισμένος περιφέρεται και απειλεί.

Οι φαντάροι που βρίσκονταν ήδη στο γήπεδο, βλέπουν στο φυλάκιο της ΑΜ ένοπλους αλφαμίτες να παίρνουν θέση μάχης και ακόμα ψηλότερα στη μάντρα του Λόχου Διοίκησης να ακροβολίζονται στρατιώτες του λόχου με κράνη και ατομικά όπλα.
Όλα σχεδόν γίνονται διαδοχικά, πολύ γρήγορα και κανενός μας ασφαλώς δεν πέρασε από τη σκέψη του ότι όλες αυτές οι οργανωμένες και συντονισμένες κινήσεις των δυνάμεων της διοίκησης μπορούσαν να έχουν συνέχεια για όσα έγιναν μέσα σε ελάχιστα λεπτά της ώρας. Στο μεταξύ ο 7ος και ο 6ος λόχος είχαν φτάσει στο θέατρο. Τα επεισόδια με τους αλφαμίτες συνεχίζονταν στο γήπεδο, ενώ οι φωνές αίσχος-αίσχος συνεχίζονταν σε όλο το χώρο, από το γήπεδο μέχρι το θέατρο.

Σε μια στιγμή ακούστηκε μια πιστολιά στο γήπεδο. Ήταν ενέργεια του Καστρίτση, προμελετημένη. Μερικοί αλφαμίτες του γηπέδου πυροβολούν με τα αυτόματά τους στον αέρα. Εκείνη τη στιγμή ο υποδιοικητής της φρουράς Σαλβαράς δίνει τη διαταγή να κτυπήσουν προς την κατεύθυνση του θεάτρου ακούστηκαν οι ριπές του οπλοπολυβόλου και των ατομικών όπλων οι φαντάροι νόμισαν ότι οι ριπές είναι για εκφοβισμό.
Μερικοί όμως στην πλαγιά του θεάτρου έβαλαν τις φωνές.
Παιδιά προφυλαχτείτε. Μας κτυπούν στο ψαχνό.

Την ίδια στιγμή απ τα άνανδρα βόλια μερικοί θα πέσουν κάτω νεκροί και τραυματίες και το αίμα θα βάψει το γύρω χώρο.
Μέσα σε ελάχιστα λεπτά οι συνάδελφοι, που είχαν φτάσει στο θέατρο και δέχτηκαν τα πυρά, ζούσαν μια τρομερή πραγματικότητα, που έτσι απρόοπτα, χωρίς καμιά σκέψη να μπορεί να το συλλάβει, βλέπαν με τα μάτια τους νεκρούς, και τραυματίες που ζητούσαν βοήθεια και όλοι μαζί ξαπλωμένοι και όρθιοι φώναζαν: φασίστες, Γερμανοί, δολοφόνοι, εγκληματίες σταματήστε. Άνανδροι, μη χτυπάτε, μη χύνετε άλλο αίμα.
Ακούστηκε μια φωνή.
Η σημαία μεσίστια.
Οι νεκροί της πρώτης μέρας ήταν 5.
Ο Θωμάς Ζάχος, ο Σιβρής Βέργος, ο Βασίλης Λαντούρης, ο Βαγγέλης Σακαγιάννης, ο Θανάσης Λάμπρου.
Οι βαριά τραυματίες ήταν 10…
Οι νεκροί μεταφέρθηκαν σε ακατοίκητη σκηνή. Τέθηκε τιμητική φρουρά.
Έχει νυχτώσει. Όλοι σχεδόν είμαστε στις σκηνές μας. Ο παγερός βοριάς τραντάζει τα παραπέτα των σκηνών και ξυπνά κάποιον που λαγοκοιμάται. Έξω η θάλασσα βογκά και ένα συνεχές βουητό έρχεται από τα κύματα, που σπάνε πάνω στα βράχια.
Το Α΄ Τάγμα αδελφωμένο και πιο δυνατό, μα με σφιγμένη την καρδιά από πόνο, και με το φόβο του θανάτου, περιμένει το αύριο- να χαράξει στον ορίζοντα η 1η του Μάρτη.

1η του Μάρτη 1948
Ο ήλιος έχει ανέβει στον ορίζοντα και η πρωινή παγωνιά έχει κάπως σπάσει. Γύρω στις 10 καταφθάνουν μαγκουροφόροι και ένοπλες δυνάμεις του Γ΄ Τάγματος και με τη φρουρά του Α Τάγματος, παίρνουν θέση μάχης πάνω από το δρόμο στο γήπεδο του προσκλητηρίου. Το γενικό πρόσταγμα φαίνεται να το έχει ο Σκαλούμπακας στο κέντρο.

Η ώρα είναι περασμένες 10 και στο βάθος, προς το Λαύριο, φαίνεται ένα μικρό πολεμικό πλοίο με κατεύθυνση το Α΄ τάγμα.
Πλησιάζει προς την ακτή και αρχίζει να πλέει από βοριά προς νότο, σε απόσταση περίπου 50 μέτρων από τα βράχια της ακτής.
Είναι ένα περιπολικό, που για πρώτη φορά βλέπουμε όσο καιρό βρισκόμαστε στη Μακρόνησο. Πάνω σ αυτό το πλοίο πρέπει να βρίσκεται ο στρατοπεδάρχης της Μακρονήσου, ο Μπαϊρακτάρης.

Το στρατόπεδο με τεντωμένα τα αφτιά και τα μάτια περιμένει τι θα γίνει. Αφουγκράζεται προς το πολεμικό και ταυτόχρονα βλέπει ότι είμαστε περικυκλωμένοι από παντού από δυνάμεις έτοιμες να μας κτυπήσουν με τα όπλα ξανά.

Η ώρα είναι περίπου 11. από τα μεγάφωνα του περιπολικού ακούμε:
ΠΡΟΣΟΧΗ ΠΡΟΣΟΧΗ
ΣΤΡΑΤΙΩΤΑΙ ΤΟΥ Α΄ ΤΑΓΜΑΤΟΣ. ΣΑΣ ΟΜΙΛΕΙ Ο ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΑΡΧΗΣ ΜΠΑΙΡΑΚΤΑΡΗΣ.
Στρατιώται του Α΄ Τάγματος, εκάματε μίαν απερισκεψίαν. Ολίγα καθάρματα κομμουνισταί σας παρέσυραν εις στάσιν κατά της Πατρίδος. Όσοι από σας δεν συμφωνούν με τους δολοφόνους, οι οποίοι εδημιούργησαν τα χθεσινά γεγονότα, διαχωρίστε τας ευθύνας σας και συγκεντρωθείτε εις τον 7ον λόχον. Το κράτος δεν μπορεί να υποχωρήσει, το κράτος δεν θα υποχωρήσει.
Το πολεμικό του Μπαιρακτάρη περιφέρεται, απομακρύνεται από την ακτή, επανέρχεται προσπαθεί να μας τσακίσει τα νεύρα και να δημιουργήσει μέσα στους συναδέλφους μας το κλίμα της υποταγής και της ντροπής, να περάσουμε τη διαχωριστική γραμμή, να εγκαταλείψουμε και να απαρνηθούμε τους νεκρούς μας να υπογράψουμε εκεί τις δηλώσεις μετανοίας.

Όλο το τάγμα διαισθάνεται τι πρόκειται από στιγμή σε στιγμή να ξεσπάσει . ακούει από τα μεγάφωνα του πολεμικού, βλέπει τις πολεμικές προετοιμασίες που γίνονται, οσμίζεται τη θύελλα που έρχεται. Με σφιγμένη όμως την καρδιά και καθαρή τη συνείδηση του στέκει όρθιο και περιμένει 4.500 άοπλοι φαντάροι ηλικίας 20 – 25 ετών, όλοι αγωνιστές της Εθνικής Αντίστασης και στην συντριπτική τους πλειοψηφία στελέχη και μέλη του ΚΚΕ μοναδικό τους όπλο η πίστη τους στα ιδανικά του σοσιαλισμού και του αγώνα, η αγάπη τους στον αδούλωτο λαό μας.
Κανείς δεν κινείται προς τον 7ο λόχο.

Πρώτα μας επιτίθονται οι μαγκουροφόροι βρίζοντας με ρόπαλα και μπαμπού οι σκαπανείς που βρίσκονται στις πρώτες σκηνές τους παίρνουν τα ρόπαλα, τους σπρώχνουν, τους τσαλακώνουν. Οι ροπαλοφόροι οπισθοχωρούν στο δρόμο.

Ύστερα από 10 – 15 λεπτά ακούγεται η σάλπιγγα ο Μπαρούχος με το πιστόλι στο χέρι ρίχνει μια πιστολιά στον αέρα οι ένοπλοι του Μπαρούχου και του Σφακιανού περνούν τη διαχωριστική γραμμή και πυροβολούν πάνω στις σκηνές του 4ου και 5ου Λόχου. Συνεχίζονται διακεκομμένα οι ριπές των όπλων Οι αλφαμίτες γαζώνουν το χώρο, πέφτουν οι πρώτοι νεκροί και τραυματίες υποχωρούμε πολύ αργά, όλοι στεκόμαστε όρθιοι. Ακούμε φωνές από τις πρώτες σκηνές που βάλλονται σκοτώνουν όποιον βρούν μέσα. Ακόμα και στους τραυματίες δίνουν τη χαριστική βολή. Ένα τμήμα του 4ου λόχου το χτυπούν με διακεκομμένα πυρά οι δυνάμεις με επικεφαλής τους Καραφώτη – Καμπούρογλου.

Στο Λόχο, στο χώρο των μαγειρείων και στον 1ο Λόχο σαν μελίσσι που ψάχνει να βρει νέα κυψέλη είναι μαζεμένοι όλοι σχεδόν οι σκαπανείς. Όλος σχεδόν ο χώρος της παραλίας μέχρι το λιμάνι χτυπιέται τώρα από τα μυδράλια του πολεμικού. Μερικοί για να φυλαχτούν από τα πυρά του πολεμικού πέφτουν στη θάλασσα, με την αυταπάτη ότι θα δίνουν εκεί μικρότερο στόχο. Το πρώτο αίμα των σκαπανέων χύνεται στη θάλασσα, που μέσα σε ελάχιστο χρόνο βάφεται κόκκινη.

Σε μια στιγμή, καθώς οι ριπές των όπλων έχουν κάπως κοπάσει, μια φωνή δυνατή, κρυστάλλινη ακούγεται:
«συνάδελφοι, όλοι όρθιοι να ψάλουμε τον Εθνικό μας Ύμνο».
Το κόκκινο τάγμα, όλοι όρθιοι σε θέση προσοχής, όρθιοι και οι τραυματίες, όσοι μπορούν να σταθούν στα πόδια τους αρχίζουν να ψάλλουν καθαρά και με όλη τη δύναμη της φωνής τους τον Εθνικό Ύμνο.
Σε γνωρίζω από την κόψη του σπαθιού την τρομερή
Σε γνωρίζω από την όψη που με βία μετράει τη γη
Απ τα κόκαλα βγαλμένη των Ελλήνων τα ιερά
Και σαν πρώτα ανδρειωμένη Χαίρε, ω χαίρε Λευτεριά
Μετά τη σφαγή βρεθήκαμε συγκεντρωμένοι και περικυκλωμένοι στον 7ο λόχο. Οι αλφαμίτες ουρλιάζουν, βρίζουν, χτυπούν με τα ρόπαλα και ζητούν με την απειλή του αυτόματου δήλωση μετανοίας.
«θα κάνεις δήλωση ρε;»
«όχι δεν κάνω.»
Τον χτυπούν και τον τραβάνε στη χαράδρα. Θα τον αφήσουν αναίσθητο ή μισοπεθαμένο.

Τη νύχτα της 1ης Μαρτίου περασμένα μεσάνυχτα οι αλφαμίτες με τους φακούς ψάχνουν να βρουν τη σκηνή του Πασχάλη. Τον βγάζουν έξω από τη σκηνή του, του φωτίζουν το γαλήνιο πρόσωπο του με το φακό και τον ρωτούν:
«δήλωση Βούλγαρε έκανες;»
«Όχι», απαντά ο Πασχάλης. Δήλωση δεν έκανα ούτε θα κάνω.
Τον τραβούν στη χαράδρα. Εμείς δεν ξανάδαμε το παλικάρι…

Σχετικές ειδήσεις:

Μουσείο Μακρονήσου: Ιστορικά εκθέματα που αξίζει να τα επισκεφθούμε

Επίσκεψη μνήμης στη Μακρόνησο από την ΠΕΚΑΜ

www.ert.gr

Open post

Ελεύθερη μετακίνηση

Ελεύθερη μετακίνηση

της Μάχης Μαργαρίτη

Τον Δεκέμβριο του 2016, για λίγες μέρες στο Παρίσι, συνέβη κάτι ασυνήθιστο: όλες οι μετακινήσεις με δημόσια μέσα -λεωφορεία, μετρό, τρένα, δημοτικά ποδήλατα- ήταν δωρεάν. Η είδηση γινόταν πρωτοσέλιδο σε όλο τον κόσμο, και μια συζήτηση «άνοιγε» ξανά: Πρέπει να είναι δωρεάν όλες οι δημόσιες συγκοινωνίες; Μπορούν; Και, αν αυτά τα δύο ερωτήματα τεθούν, ποια είναι η σωστή σειρά;

Στοιχεία δείχνουν ότι ο αριθμός των πόλεων που πειραματίζονται με τη δωρεάν δημόσια μετακίνηση συνεχώς αυξάνεται. Το 1980 αναφέρονταν μόλις έξι περιπτώσεις. Το 2000 ο αριθμός είχε αυξηθεί στις 56. Και σήμερα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσιεύτηκαν πρόσφατα στη γαλλική ιστοσελίδα lava, εφαρμόζεται σε τουλάχιστον 96 πόλεις, μικρότερες ή μεγαλύτερες, σε όλο τον κόσμο, για την πλειονότητα του πληθυσμού, των δρομολογίων και του χρόνου της ημέρας. Σε εκατοντάδες άλλες πόλεις τα εισιτήρια καταργούνται μερικά -είτε σε συγκεκριμένες περιοχές, είτε συγκεκριμένες ώρες περιόδους της ημέρας ή του έτους.

Οι «χωρίς εισιτήριο»

Φυσικά, οι πόλεις αυτές είναι η εξαίρεση, και όχι ο κανόνας. Ο κανόνας είναι τα εισιτήρια, και οι μπάρες-πύλες εισόδου και εξόδου. Και, «δίπλα» σε αυτά, η αποφυγή πληρωμής εισιτηρίου. Συχνά επιχειρείται να παρουσιαστεί ως φαινόμενο που επιδημεί στην Ελλάδα λόγω της «άρνησης των ελλήνων να συμμορφωθούν σε κανόνες».  Η αλήθεια είναι πρόκειται για φαινόμενο που καταγράφεται σε όλο τον κόσμο, όπου υπάρχει υποχρέωση καταβολής κόμιστρου. Σε πολλές κοινωνίες προτιμούν, αντί να χαρακτηρίζουν όσους δεν πληρώνουν «τσαμπατζήδες» -και- να διερευνούν τα αίτια που οδηγούν τους ανθρώπους να αποφεύγουν να πληρώσουν εισιτήριο.

Μία από τις σχετικές μελέτες, η έρευνα των Μπονφάντι και Βάγκενκνεχτ το 2010, δείχνει ότι στην Ιταλία και τη Γαλλία σημειώνονται τα μεγαλύτερα ποσοστά αποφυγής καταβολής κόμιστρου στις δημόσιες συγκοινωνίες. Στη μελέτη της Στέφανι Σερντφέγκερ το 2016, αναφέρεται ότι η ανάλογη κατάσταση συναντάται και στη Γερμανία. Η συγγραφέας έκανε συνεντεύξεις με 31 άτομα που «πιάστηκαν» να μην έχουν πληρώσει εισιτήριο. Από τις απαντήσεις προέκυψαν τρεις κατηγορίες απαντήσεων: οικονομική αναγκαιότητα και τελευταία λύση απέναντι στον κοινωνικό αποκλεισμό, ευκαιρία να γλιτώσουν χρήματα, και η σκέψη ότι είναι πιο οικονομικό να πληρώνουν τα πρόστιμα παρά να αγοράζουν εισιτήρια.

Σε μελέτη στην Ιταλία το 2015, με καταγραμμένες  πάνω από 2.000 συνεντεύξεις με επιβάτες σε μέσα μεταφοράς, φαίνεται ότι το προφίλ όσων δεν πληρώνουν είναι, άντρες, κάτω των 26 ετών, άνεργοι, φοιτητές, όσοι δε διαθέτουν άλλο μέσο, όσοι κάνουν διαδρομές μικρότερες των 15 λεπτών και όσοι δεν είναι ικανοποιημένοι από τις υπηρεσίες που τους παρέχονται. Ενώ σε άλλη έρευνα στην Ιταλία, την ίδια χρονιά, και μετά από συνεντεύξεις με 541 επιβάτες λεωφορείου, αναφέρεται ότι οι περισσότεροι από όσους αποφεύγουν να πληρώσουν εισιτήριο, είναι, νέοι, άντρες, και μετανάστες από χώρες εκτός Ευρώπης. Σε μελέτη πανεπιστημίων της Χιλής τον Νοέμβριο του 2015, σημειώνεται ότι η συχνότητα αποφυγής πληρωμής εισιτηρίου είναι αισθητά μεγαλύτερη σε περιοχές φτωχότερες, σε σχέση με περιοχές υψηλότερων εισοδημάτων.

Από στοιχεία, λοιπόν, από όλο τον κόσμο προκύπτει ότι ο κύριος λόγος που ωθεί τους ανθρώπους να ρισκάρουν μια «δημόσια σκηνή» και ένα πρόστιμο, είναι η οικονομική τους κατάσταση.

«Υπάρχουν μειωμένα εισιτήρια για άνεργους», θα απαντούσε κάποιος. Το πρόβλημα, όμως, είναι μεγαλύτερο. «Το δημόσιο σύστημα μετακίνησης, παρά τα προβλήματά του, παραμένει η ‘γραμμή ζωής’ που συνδέει τις μακρινές γωνιές της πόλης. Αλλά αυτό που κάποιοι θεωρούν δεδομένο -μια διαδρομή των 2,75 δολαρίων από τη μια άκρη της πόλης στην άλλη- άλλοι δε μπορούν να το πληρώσουν», έγραφε πρόσφατα η νεοϋορκέζικη εφημερίδα Riverdale Press με έδρα το Μπρονξ. Συμπληρώνοντας ότι το 2015, έρευνα της κοινοτικής Κοινωνικής Υπηρεσίας της Νέας Υόρκης, που είναι ανεξάρτητος μη κερδοσκοπικός οργανισμός κατά της φτώχιας, διαπίστωσε ότι ένας στους τέσσερις κατοίκους χαμηλού εισοδήματος αδυνατούσαν να πληρώσουν κόμιστρα στο μετρό. Διευκολύνσεις υπάρχουν σε ηλικιωμένους και άτομα με αναπηρίες. Αλλά αυτό δε βοηθά αρκετούς ανθρώπους, κυρίως τους πάνω από 300.000 εργαζόμενους φτωχούς, σύμφωνα με την υπηρεσία. «Η αποφυγή της καταβολής κόμιστρου είναι όλο και περισσότερο μια οικονομική αναγκαιότητα για πολλούς κατοίκους», έγραφαν σε άρθρο τους πριν από λίγα χρόνια δημόσιοι συνήγοροι από το Μπρούκλιν.

Στη Στοκχόλμη υπάρχει μια ομάδα ακτιβιστών που χρησιμοποιούν διάφορες μεθόδους για να αποφεύγουν να πληρώνουν για εισιτήρια. Λέγονται Πλάνκα -δηλαδή, «Ελεύθερη Μετακίνηση Τώρα»- και δε δρουν εν κρυπτώ. Αντίθετα, έχουν δημόσια παρουσία. «Η οργανωμένη ανταρσία που κερδίζει έδαφος στη Στοκχόλμη», ήταν ο τίτλος του άρθρου που έγραφαν πριν από χρόνια για αυτούς οι New York Times, εξηγώντας και τον τρόπο λειτουργίας τους: τα μέλη τους πληρώνουν 15 δολάρια τον μήνα σε ένα συλλογικό ταμείο, και από αυτό πληρώνονται τα πρόστιμα για όποιο μέλος τους πιαστεί χωρίς εισιτήριο. «Ο μύθος και η επιρροή τους μεγαλώνει», σημείωνε το άρθρο. Οι ίδιοι λένε στην ιστοσελίδα railway technology, πως «όταν πλησιάζουν οι εκλογές, κόμματα της αντιπολίτευσης ενδιαφέρονται για τη θέση της οργάνωσης και τα επιχειρήματά της, και αρχίζουν να ερευνούν προοπτικές όπως η κατάργηση των εισιτηρίων και των μπαρών. Αλλά μόλις έρχονται στην εξουσία, δεν κάνουν τίποτα από αυτά.» Πώς τους αντιμετωπίζει ο κόσμος όταν τους βλέπει να αποφεύγουν να πληρώσουν; Στα προάστια, λένε οι ίδιοι, δεν υπάρχει κοινωνικό στίγμα και επικρατεί μια κουλτούρα αλληλοβοήθειας. «Αλλά σε άλλα σημεία της πόλης, η ατμόσφαιρα είναι πολύ πιο εχθρική. Σε αυτούς θα πρέπει να τεθεί η ερώτηση ‘έζησες ποτέ την εμπειρία να αποφεύγεις τα εισιτήρια για έναν μήνα επειδή δεν είχες χρήματα, ή επειδή έπρεπε να δώσεις προτεραιότητα αλλού; Ή, έχουν βρεθεί ποτέ σε αυτή τη θέση οι γονείς ή φίλοι σου;’ Αν τίποτα από αυτά δεν έχει συμβεί, ίσως να θεωρείς ότι πρόκειται για εγκληματική ή αντικοινωνική συμπεριφορά.»

Στην Αθήνα, την πρώτη μέρα του Φεβρουαρίου αναφέρθηκε ότι έγιναν σχεδόν 15.000 έλεγχοι σε επιβάτες σε μέσα σταθερής τροχιάς και κινητά μέσα. Και ο ΟΑΣΑ αναφέρεται ότι ανέθεσε μελέτη στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο για να διερευνηθεί ο αναγκαίος χρόνος που απαιτείται να μένουν ανοιχτές οι μπάρες στο μετρό -σήμερα είναι οκτώ δευτερόλεπτα- με στόχο να περνά ένας επιβάτης και όχι περισσότεροι. Πέρα από τα ερωτήματα για ζητήματα ασφάλειας που εγείρει η ύπαρξη μπαρών σε κλειστούς χώρους, πέρα από το αυταπόδεικτο της χρήσης και από ανθρώπους μεγαλύτερης ηλικίας που κινούνται με διαφορετικές ταχύτητες και έχουν διαφορετική αλληλεπίδραση με την τεχνολογία, είναι και που η πιθανή ανάμιξη ενός πανεπιστημίου φέρνει στο μυαλό και εκείνη τη φράση του μπρεχτικού Γαλιλαίου για την επιστήμη και τη χρήση της: «Πιστεύω πως μοναδικός σκοπός της επιστήμης είναι ν΄αλαφρώσει τον μόχθο της ανθρώπινης ύπαρξης. Ειδεμή, οι καινούργιες μηχανές δε θα χρησιμεύσουν παρά για καινούργια μαρτύρια και για καινούργια δουλεία.»

Πόλεις με δωρεάν μετακίνηση

Το μέτρο της ελεύθερης δωρεάν μετακίνησης σε πόλεις με δίκτυα λεωφορείων, αλλού εφαρμόζεται για να περιοριστεί η χρήση αυτοκινήτων, όπως στην πόλη Άβεστα της Σουηδίας, ή η ηχορύπανση, όπως στο Τόρσχαβν των νήσων Φερόες, σύμφωνα με τη μελέτη που δημοσιεύτηκε στη γαλλική ιστοσελίδα lavamedia. Αλλού προβάλλονται κοινωνικο-οικονομικά επιχειρήματα: η ελεύθερη πρόσβαση είναι κοινωνική πολιτική με σκοπό να βοηθήσει ευπαθείς ομάδες, όπως στο Λούμπιν της Πολωνίας, και στην πόλη Κομπιέν της Γαλλίας, ή προσπάθεια να επαναπροσδιοριστεί η συλλογική μετακίνηση ως κοινό αγαθό, όπως η πόλη Ωμπάνι στη Γαλλία.

Συνήθως πρόκειται για μικρές πόλεις, με εξαίρεση το Ταλίν της Εσθονίας με 440.000 κατοίκους. Είναι ίσως η πιο προβεβλημένη περίπτωση εφαρμογής του μέτρου της δωρεάν μετακίνησης με όλα τα μέσα. Τι συνέβη εκεί; Ο συγκοινωνιολόγος Όντετ Κατς μελέτησε το σύστημα, και, εξηγούσε το 2016 στη Deutsche Welle ότι μετά από ένα με δύο χρόνια λειτουργίας, αυξήθηκε κατά 14% η χρήση του δημόσιου δικτύου μεταφορών. Μεγάλο μέρος, όμως, των νέων χρηστών ήταν άτομα που πριν περπατούσαν, άρα η χρήση του ιδιωτικού αυτοκίνητου δεν περιορίστηκε όσο θα ήταν επιθυμητό. Η κατάργηση του εισιτήριου φάνηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι από μόνη της δεν ήταν αρκετή για να προσελκύσει κόσμο στα μαζικά μέσα μεταφοράς. «Παρατηρούμε από πολλές περιπτώσεις», έλεγε ο συγκοινωνιολόγος, «ότι η επιλογή ενός μέσου μεταφοράς γίνεται με βάση την ποιότητα των υπηρεσιών, όπως, για παράδειγμα, η αύξηση των δρομολογίων των μαζικών μέσων μεταφοράς».

Το καλοκαίρι, το Λουξεμβούργο θα γίνει η πρώτη χώρα στον κόσμο που θα έχει δωρεάν συγκοινωνία, με στόχο να μειωθούν τα «αέρια του θερμοκηπίου» και, κυρίως, να αντιμετωπιστεί το μεγάλο κυκλοφοριακό πρόβλημα της χώρας. Το εισιτήριο τώρα κοστίζει 2 ευρώ για διαδρομές δύο ωρών.

Στην Εσθονία υπάρχουν σχέδια να είναι δωρεάν η μετακίνηση με λεωφορεία σε όλη τη χώρα, μετά το Ταλίν. Σχέδια δωρεάν μετακίνησης υπάρχουν και στη Γερμανία για πόλεις με κακή ποιότητα αέρα -προς το παρόν, ο σχεδιασμός είναι να δοκιμαστεί το μέτρο σε πέντε περιοχές, μεταξύ των οποίων η Βόννη και η Έσση. Και στο Παρίσι, η δήμαρχος της πόλης εξετάζει το ενδεχόμενο να είναι δωρεάν όλες οι δημόσιες μετακινήσεις, με στόχο να μειωθεί η ρύπανση. Φυσικά, το πρόσημο δεν είναι παντού το ίδιο.

Γιατί ελεύθερα;

Η συζήτηση για κατάργηση των εισιτηρίων συνήθως συνδέεται με την ανάγκη να στραφεί ο κόσμος μαζικά στα δημόσια μέσα μεταφοράς, αφήνοντας στην άκρη το ιδιωτικό αυτοκίνητο, για περιβαλλοντικούς λόγους. Αυτή ήταν, εξάλλου, η αιτία που το Παρίσι εφάρμοσε το μέτρο για λίγα εικοσιτετράωρα το 2016: η ποιότητα του αέρα έφτασε να είναι τόσο κακή, ώστε οι αρχές προχώρησαν στην απόφαση για δωρεάν μετακινήσεις.

Αυτή τη στιγμή, το 54% του παγκόσμιου πληθυσμού ζει σε αστικά κέντρα, με αυξητικές τάσεις. Η Αθήνα είναι μία από τις τρεις ευρωπαϊκές πόλεις -οι άλλες δύο, το Παρίσι και η Μαδρίτη- όπου περίπου τα δύο τρίτα των ρύπων παράγονται από δραστηριότητες μέσα στο ίδιο το σύμπλεγμα του ιστορικού κέντρου και των προαστίων. Μία από αυτές τις δραστηριότητες είναι οι μετακινήσεις των κατοίκων, σύμφωνα με στοιχεία του Κοινού Κέντρου Ερευνών της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

Τι μπορεί, όμως, να κάνει τον άνθρωπο να μειώσει ουσιαστικά τη χρήση του αυτοκινήτου; Σε μελέτη του 2012, χρηματοδοτούμενη και από την Ευρωπαϊκή Ένωση, οι Μπέλτερ, φον Χάρτεν και Σόροφ σημείωναν ότι, «μια εθνική στρατηγική για την κλιματική αλλαγή που δεν αγκαλιάζει τη δημόσια συγκοινωνία, έχει απλώς ‘χάσει το λεωφορείο’». Η κατάργηση του εισιτήριου είναι κίνητρο για τη χρήση των δημόσιων συγκοινωνιών, σύμφωνα με τη μελέτη, αλλά για να μείνουν στην άκρη τα αυτοκίνητα, απαιτούνται περισσότερα οχήματα στις δημόσιες συγκοινωνίες και περισσότερα δρομολόγια. Δηλαδή, καλύτερες συνθήκες στη μετακίνηση.

Η πραγματικότητα είναι ότι η κλιματική αλλαγή συμβαίνει, και συμβαίνει γρήγορα. Και το δίλημμα είναι ξεκάθαρο: ή θα συνεχιστούν οι διεθνείς σύνοδοι και οι ανακοινώσεις μέτρων που δεν εφαρμόζονται, ή οι κοινωνίες θα απαιτήσουν ριζοσπαστικά μέτρα προτού να είναι αργά.

Αλλά οι περιβαλλοντικοί λόγοι δε μονοπωλούν τη δημόσια συζήτηση για το ζήτημα της μετακίνησης. Η ελεύθερη πρόσβαση σε δημόσια συγκοινωνία είναι το πρώτο βήμα προς έναν κοινωνικο-οικολογικό μετασχηματισμό, λέει η Τζούντιθ Ντέλχαϊμ, ερευνήτρια στο ινστιτούτο Ρόζα Λούξεμπουργκ στο Βερολίνο. «Το σύνθημα ‘Ελεύθερη δημόσια μετακίνηση!’ θα μπορούσε να είναι μια αφετηρία για μια διαδικασία που θα ενώνει όλους τους ανθρώπους οι οποίοι θέλουν ‘μια πόλη για όλους’ και μια αξιοπρεπή ζωή για όλους.»

Ένα ερώτημα που ακούγεται αμέσως όταν ανοίγει η συζήτηση για δωρεάν δημόσιες συγκοινωνίες είναι το «και πού θα βρεθούν τα χρήματα;». Καταρχάς, τα έσοδα από τα εισιτήρια συνήθως είναι ένα μέρος του συνολικού προϋπολογισμού για τις συγκοινωνίες, επειδή το κράτος πάντα συμβάλλει περισσότερο στη χρηματοδότησή τους.

Μία λύση, λένε πολλοί υποστηρικτές του μέτρου, είναι να αναλαμβάνει η κοινωνία τη χρηματοδότηση. « Ένα σύστημα δωρεάν συγκοινωνιών πρέπει να πληρώνεται», έλεγε το 2010 στην ιστοσελίδα Big Think ο αμερικανός κοινωνιολόγος Έρικ Όλιν Ράιτ. «Όχι, όμως, με την αγορά εισιτηρίων από τους επιβάτες -αλλά από την κοινωνία ως σύνολο, μέσω της φορολογίας.»  Όπως, δηλαδή, πληρώνουν όλοι για να λειτουργούν τα νοσοκομεία, τα σχολεία, να γίνεται η αποκομιδή των σκουπιδιών, να γίνονται έργα υποδομής -όλα ανάγκες του κοινωνικού συνόλου- αντίστοιχα να πληρώνουν φόρους και για τις δημόσιες συγκοινωνίες.

Όταν η συζήτηση προχωρά, γεννιούνται και άλλες σκέψεις. Γιατί, για παράδειγμα, να θεωρείται αυτονόητο ότι ένας απλός εργαζόμενος πρέπει να επωμιστεί το οικονομικό βάρος του να πάει στη δουλειά; «Εργοδότες και έμποροι κερδίζουν από τις υπηρεσίες δημόσιων μεταφορών που τους παρέχουν πρόσβαση σε μια ευρεία αγορά εργασίας και σε μια εμπορική αγορά», σύμφωνα με τη Διεθνή Ένωση Δημόσιων Μεταφορών -άρα γιατί να μη συνεισφέρουν στη χρηματοδότηση του δικτύου αυτού; Στο Ωμπάνι της Γαλλίας, για να χρηματοδοτήσουν την ελεύθερη πρόσβαση στις συγκοινωνίες, οι αρχές αύξησαν τον λεγόμενο «versement transport» -έναν φόρο που μπορεί να συγκεντρώνεται από τοπικές επιχειρήσεις με πάνω από 11 εργαζόμενους- με τον όρο η πόλη να φτιάξει νέα γραμμή τραμ η οποία κρίθηκε απαραίτητη για τη μετάβαση. Ο φόρος απέφερε επιπλέον 5,7 εκατομμύρια ευρώ, που υπερκάλυψε το κόστος της απώλειας εσόδων από εισιτήρια, δηλαδή, 1,57 εκατομμύρια ευρώ. Στο Παρίσι, τα έσοδα της Αρχής Μεταφορών προέρχονται κατά το ένα τρίτο από εισιτήρια, και τα υπόλοιπα κυρίως από φόρους, από τους οποίους το 42% ο φόρος μετακίνησης που πληρώνουν όλες οι επιχειρήσεις οι οποίες απασχολούν πάνω από εννέα εργαζόμενους. Φυσικά, δεν αποκλείεται να προκύψουν άλλα ζητήματα. Στο Ωμπάνι, η μετακίνηση έγινε ελεύθερη, αλλά το δίκτυο ανέλαβε ιδιωτική εταιρία που προχώρησε σε μέτρα τα οποία θεωρήθηκαν αντεργατικά. Συνδικαλιστής μιλούσε τότε για «την αντίφαση να καταργείς τα εισιτήρια και ταυτόχρονα να αφήνεις μια ιδιωτική εταιρία να κάνει διοίκηση».

Το παράδειγμα αγγίζει την ουσία του ζητήματος: και αυτή είναι το πρόταγμα που μπαίνει στη συζήτηση. Πολλοί εξετάζουν την ελεύθερη μετακίνηση με όρους συμβολής στην οικονομική ανάπτυξη. Συχνά, οικονομολόγοι λένε ότι οι δημόσιες συγκοινωνίες πρέπει να λειτουργούν ως αυτοχρηματοδοτούμενοι οργανισμοί, με σκοπό να είναι κερδοφόροι, ή να μην είναι ελλειμματικοί -άραγε είναι κακό υπηρεσίες που συνδέονται με κοινωνικά αγαθά  να έχουν «ελλείμματα»; Μπορεί κανείς να εξετάσει τη λειτουργία νοσοκομείων και σχολείων υπό το πρίσμα του αν φέρνουν κέρδη; Και γιατί να μη σκεφτεί κανείς με τον ίδιο τρόπο και για τις συγκοινωνίες και όλα τα κοινωνικά αγαθά;

Αντίστοιχα, συγκοινωνιολόγοι και πολιτικοί πολλές φορές λένε ότι η λύση για πιο ανθρώπινες πόλεις είναι ο περιορισμός της χρήσης του ιδιωτικού αυτοκίνητου στα κέντρα των πόλεων και συνιστούν αντικίνητρα -όπως χρέωση της στάθμευσης ή διόδια για την πρόσβαση στο κέντρο. Τον περασμένο χρόνο στο Παρίσι εφαρμόστηκε το «μέτρο του αυτοκόλλητου», που απαιτεί όλα τα αυτοκίνητα να φέρουν σήμα συγκεκριμένου χρώματος ανάλογα με την ηλικία και το επίπεδο ρύπανσης του οχήματος, για να γίνονται επιλεκτικές απαγορεύσεις κυκλοφορίας. Όλα αυτά τα μέτρα, όμως, έχουν ταξικό πρόσημο. Όποιος έχει χρήματα για νέας τεχνολογίας αυτοκίνητο δικαιούται να κυκλοφορεί παντού, και όποιος δεν έχει, περιορίζεται. Όποιος έχει χρήματα μπορεί να πληρώνει διόδια για την είσοδο  στο κέντρο και για θέσεις ελεγχόμενης στάθμευσης, και όποιος δεν έχει αποκλείεται -το ίδιο, φυσικά, συμβαίνει όπου υπάρχουν διόδια και μπάρες, δηλαδή, φραγμοί στην κίνηση.

Και η συζήτηση συνήθως γίνεται έχοντας στο επίκεντρο την ελεύθερη μετακίνηση ως μέσο προς έναν σκοπό -τη μείωση της κυκλοφορίας και των ρύπων. Και γίνεται «τεχνοκρατικά» -με νούμερα, προβλέψεις και ισολογισμούς. Κι αν αλλάξει η οπτική γωνία; Αν οι επιβάτες-πελάτες, γίνουν πολίτες; Αν την ελεύθερη μετακίνηση τη σκεφτούν οι κοινωνίες όχι ως εργαλείο, αλλά ως κοινωνική ανάγκη; Αν όλοι μπορούν να μετακινούνται με άνεση, ανεμπόδιστα, όπου θέλουν; Και αν, η ελεύθερη μετακίνηση είναι ακριβώς αυτό που λέει η λέξη -ελευθερία;

 

www.ert.gr

Open post

Όταν φεύγουν «αφανείς» ήρωες

Όταν φεύγουν «αφανείς» ήρωες

του Νάσου Μπράτσου

Στη δημοσιογραφική πιάτσα συνήθως μαθαίνουμε τους θανάτους και «αξιολογούμε» την προσωπικότητα του ανθρώπου που φεύγει, από τις πολλές ανακοινώσεις που ακολουθούν. Εκεί οι «επώνυμοι» έχουν και ανακοινώσεις και ενός λεπτού σιγή στη Βουλή, ή σε θεσμικά όργανα. Ακολούθως αρχίζει στις διαδικτυακές εποχές που ζούμε, η διασπορά της είδησης.

Υπάρχουν άνθρωποι που στη ζωή τους ήταν δημιουργικοί, πολύτιμοι για το κοινωνικό σύνολο και για τις γενιές που έρχονται, αλλά δεν συγκέντρωσαν τα φώτα της δημοσιότητας, άλλες φορές γιατί δεν το ήθελαν οι ίδιοι (στις εποχές τους δεν υπήρχε το facebook και τα Like), άλλες φορές γιατί δεν υπήρχε «ανταλλακτική αξία» για όποιον ήθελε να το πράξει.

Μία τέτοια περίπτωση είναι η απώλεια του Κώστα Σπανού, ηλικίας 106 ετών από την Ικαρία, εκεί που τα ρεπορτάζ του διεθνούς Τύπου για τις ηλικίες αυτές δίνουν και παίρνουν. Σε αυτά τα ρεπορτάζ συχνά – πυκνά θα συναντήσουμε φωτογραφίες του.

Δεν θα μιλήσουμε όμως γι’ αυτό, αλλά για τη σημαντική δράση του στην περίοδο του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Ο Κώστας Σπανός απεβίωσε στην Αθήνα, μόλις λίγες μέρες μετά τη διάσωση (με την πολύτιμη βοήθεια της Θάλειας Φράγκου) της μαρτυρίας του για τη δεύτερη έκδοση του βιβλίου «Αιγαιοπελαγίτες Πρόσφυγες στο Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο» (κυκλοφορεί σύντομα) και όπως ενημερωθήκαμε η κηδεία θα γίνει στην Ικαρία.

Ο Κώστας Σπανός ήταν ανάπηρος του ελληνοϊταλικού πολέμου και ακολούθως μέλος της επιτροπής αλληλεγγύης στην Ικαρία, όπου οργάνωνε διανομές τροφίμων και διευκόλυνε διαφυγές προσφύγων. Περισσότερα θα γίνουν γνωστά όταν κυκλοφορήσει η εμπλουτισμένη έκδοση του βιβλίου.

Συνελήφθη για τη δράση του αυτή, αφού καταδόθηκε από Έλληνα συνεργάτη των Ιταλών και κακοποιήθηκε από τα ιταλικά στρατεύματα κατοχής. Αν και ανάπηρος υποχρεώθηκε να φέρνει βόλτες γύρω από το ανακριτικό τραπέζι.

Εκτός από τα συλλυπητήρια στους οικείους του, που ειδικά για ανθρώπους με τέτοια προσφορά είναι αυτονόητα, πρέπει να σημειώσουμε ότι αξίζει είναι περήφανοι για την προσφορά του Κώστα Σπανού και η δράση του να γίνει κτήμα ευρύτερων ακροατηρίων.

www.ert.gr

Open post

Το δικαίωμα να μεγαλώνεις

Το δικαίωμα να μεγαλώνεις

της Μάχης Μαργαρίτη

Το 1892, στις Ηνωμένες Πολιτείες, η «ειδική στη δερματολογία» Άννα Ρούπερτ έγραφε το «Ένα Βιβλίο Ομορφιάς». Από τις σελίδες του προέτρεπε τις γυναίκες να μην παραμελούν την εμφάνισή τους, επειδή «ακόμη και η πιο υψηλή ομορφιά, αν δεν της δοθεί προσοχή, θα χάσει τη γοητεία της». Για όσες δεν ήταν πρόθυμες να πειστούν, χρησιμοποιούσε πιο ισχυρά όπλα: «Αν η ομορφιά δεν ευχαριστούσε τον θεό, δε θα την έδινε στη γυναίκα», διακήρυττε. Και έτσι, με 13 λέξεις, η διατήρηση της γυναικείας ομορφιάς μετατρεπόταν σε «ιερό καθήκον». Ήταν η ιστορική περίοδος που η τότε «ατμομηχανή του καπιταλισμού», η Βρετανία, καθιέρωνε το μοντέλο της οικογένειας με τη γυναίκα στο σπίτι, με την επικράτηση της «βικτωριανής ηθικής». Από την εποχή που η Άννα Ρούπερτ -λίγο προτού διωχθεί δικαστικά για την επικίνδυνη καλλυντική ουσία που πουλούσε- παραινούσε τη γυναίκα να φροντίζει την ομορφιά της στον χρόνο «για να έχει έναν ευτυχισμένο γάμο», πέρασε σχεδόν ενάμισης αιώνας. Μετά από αγώνες, οι γυναίκες κατέκτησαν δικαιώματα. Αληθινά και ουσιώδη. Δίπλα τους, καλλιεργήθηκαν και κάποια ιδεολογήματα. Ένα από αυτά, η «μεταφεμινιστική» ιδέα ότι τώρα οι γυναίκες «κάνουν οι ίδιες την επιλογή, αν θέλουν, να ακολουθήσουν κανόνες ομορφιάς». Ελεύθερες και χειραφετημένες, κατά την κυρίαρχη αφήγηση.

Μία από τις δυνατότητες που έχουν πια, είναι και να μη μεγαλώνουν. «Τα 40 είναι τα νέα 30», «Τα 50 είναι τα νέα 40», διαβάζουν και ακούνε οι γυναίκες, νιώθοντας ελεύθερες να επιλέξουν τι θα κάνουν με το σώμα τους. «Ανάμεσα» στις γραμμές, όμως, κρύβεται το αληθινό μήνυμα: η γυναίκα εκτός από την υποχρέωση να δουλεύει, να μεγαλώνει παιδιά και να κρατά το σπίτι, τώρα έχει και την υποχρέωση να δείχνει πάντα 10 χρόνια νεότερη -σε λίγο ίσως και 20. Για να το καταφέρει αυτό, πρέπει, φυσικά, να καταβάλλει συνεχή προσπάθεια. Η «βιομηχανία της ομορφιάς» έχει προνοήσει: πλαστικές επεμβάσεις, ενέσιμα υλικά, όλα είναι στη διάθεσή της -αν διαθέτει και χρήμα, ακόμη καλύτερα.

«Η μάχη κατά των ρυτίδων κρατά αιώνες. Πολύ πριν τα χειρουργικά λίφτινγκ, οι άνθρωποι έπαιρναν σκόνες και φίλτρα, τέντωναν τα πρόσωπά τους με κλωστές και έτριβαν το δέρμα τους με οξύ και αίμα ζώων για να αντιμετωπίσουν τα σημάδια του γήρατος», έλεγε πριν από λίγα χρόνια η αμερικανίδα κοινωνιολόγος Ντέινα Μπέρκοβιτζ στην ιστοσελίδα «The Conversation». «Αλλά όταν ο Αμερικανικός Οργανισμός Τροφίμων και Φαρμάκων δέχτηκε το μπότοξ για κοσμητική χρήση το 2002, η αγορά αντιγήρανσης άλλαζε για πάντα.»

Η συντριπτική πλειονότητα των χρηστών είναι γυναίκες. Στο τέλος του 2016, στις Ηνωμένες Πολιτείες, ήταν το 90% των χρηστών μπότοξ -το 60% μεταξύ 45 και 54. Αλλά πια το επιλέγουν όλο και πιο πολλές νέες γυναίκες. «Αυτή τη στιγμή γίνεται ένα επιθετικό μάρκετινγκ με στόχο να πειστούν να ξεκινήσουν από νωρίς τη χρήση της ουσίας, για να ‘προλάβουν’ τις ρυτίδες». Κυρίαρχο ρόλο στην άσκηση επιρροής σε αυτή την κατεύθυνση  έχουν τα παραδοσιακά μέσα ενημέρωσης και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. «Η έρευνά μου στα μέσα ενημέρωσης έδειξε τίτλους όπως, ‘Θέλεις να καθαρίσεις το δωμάτιό σου προτού λερωθεί πολύ’», λέει η αμερικανίδα κοινωνιολόγος.

Το γεγονός ότι νέες γυναίκες χωρίς ρυτίδες μπαίνουν στη διαδικασία των επεμβάσεων κατά του χρόνου, δεν αφήνει παρανοήσεις για τις απαιτήσεις που θέτει ο «σύγχρονος καπιταλισμός» στις γυναίκες να μένουν νέες και όμορφες. Και η απαίτηση αυτή, έχει συνέπειες.

Κορίτσια στην «εποχή της τελειότητας»

Σε έρευνα που έγινε πριν από λίγα χρόνια στη Βρετανία, το 36% των κοριτσιών μεταξύ 7 και 10 χρόνων είπαν πως θεωρούν ότι η εικόνα τους είναι «ύψιστης σημασίας». Το 35% των κοριτσιών που ρωτήθηκαν, απάντησαν ότι οι γυναίκες κρίνονται περισσότερο για την εμφάνισή τους παρά για τις ικανότητές τους. Τα κορίτσια και οι γυναίκες, κατά τους ειδικούς, «κρίνονται επίμονα για την εξωτερική τους εμφάνιση» και υποφέρουν από «σημαντικά υψηλότερα» επίπεδα κατάθλιψης και ψυχικών ασθενειών.

Όλο και περισσότερο, η εμφάνιση και η νεότητα επιβάλλονται ως προαπαιτούμενα, γεμίζοντας ανασφάλεια τη γυναίκα ότι δε θα τα καταφέρει χωρίς αυτά. Στις οθόνες, στα περιοδικά, στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, αρχίζουν και συνωστίζονται πρόσωπα καθηλωμένα στον χρόνο. Και η υποκρισία περισσεύει, όταν, όλο και πιο συχνά, κυκλοφορούν εικόνες γυναικών  «φυσικών, χωρίς ίχνος μακιγιάζ» -εικόνες από πρόσωπα όπου προηγουμένως έχουν δουλέψει χειρουργικά εργαλεία και ενέσεις, μαζί με ψηφιακή επεξεργασία.

Σταδιακά, δεν παραμορφώνεται μόνο η αντίληψη του τι είναι ωραίο, αλλά και του τι είναι φυσικό. Μέσα σε ένα περιβάλλον τέτοιων εικόνων μεγαλώνουν τα σημερινά κορίτσια. Στη βρετανική έρευνα, η πλειονότητα των κοριτσιών 7-10 χρόνων είπαν ότι αυτό που περισσότερο από όλα θα έκανε καλύτερες τις ζωές τους, θα ήταν να σταματήσουν οι άνθρωποι να κρίνουν τα κορίτσια και τις γυναίκες με βάση την εξωτερική τους εμφάνιση.

Έλεγε το 2017 σε συνέντευξή της στο Open Democracy η Ρόζαλιντ Γκιλ, καθηγήτρια Πολιτισμικής και Κοινωνικής Ανάλυσης στο πανεπιστήμιο City του Λονδίνου, «τα πανταχού παρόντα κινητά τηλέφωνα με κάμερες και πολύ υψηλή δυνατότητα μεγέθυνσης έχουν οδηγήσει σε μια νέα και χωρίς προηγούμενο παρακολούθηση του γυναικείου σώματος». 24 δισεκατομμύρια σέλφις τραβήχτηκαν το 2016. «Καμιά άλλη γενιά δεν έχει γίνει ποτέ στην ιστορία το υποκείμενο ή το αντικείμενο τόσης πολλής οπτικής προσοχής. Αυτό ήταν δεδομένο ότι θα έχει αντίκτυπο στις αισθητικές πιέσεις. Όταν προσθέσετε σε αυτό την κανονικοποίηση αισθητικών διαδικασιών -χειρουργικών και μη, όπως μπότοξ, λιποαναρρόφηση, πίλινγκ προσώπου και φίλερς, που προωθούνται ως ‘επεμβάσεις ρουτίνας’, φαίνεται ότι ακόμη και στο επίπεδο της τεχνολογικής αλλαγής υπάρχει αυξανόμενη ώθηση να δοθεί προσοχή στην εμφάνιση.» Η τεράστια οικονομική ανάπτυξη της βιομηχανίας καλλυντικών, «που αναμιγνύεται και υβριδοποιείται με τις χειρουργικές και φαρμακευτικές βιομηχανίες», κάνει τη Γκιλ να μιλά για «σύμπλεγμα βιομηχανίας ομορφιάς».

Από την άλλη, τα τελευταία χρόνια πληθαίνουν οι καμπάνιες της βιομηχανίας αυτής, με σύνθημα «Αγαπήστε και αποδεχτείτε το σώμα σας όπως είναι». Υπάρχει η άποψη ότι τέτοιου είδους εκστρατείες είναι χρήσιμες επειδή απομακρύνουν από μια εμπορική κουλτούρα που βασίστηκε στη συνεχή υπόδειξη του τι είναι λάθος στο σώμα και πώς μπορεί να αλλάξει. Αυτό είναι αλήθεια, αλλά -πέρα από το ζήτημα του σκοπού, που παραμένει εμπορικός- υπάρχει ένα σοβαρό πρόβλημα: αυτή η καμπάνια κατηγορεί στην πραγματικότητα τις γυναίκες για τη δική τους έλλειψη αυτοπεποίθησης, και «απαλλάσσει τον πατριαρχικό καπιταλισμό, υπονοώντας ότι  χαμηλή αυτοπεποίθηση ή η ανασφάλεια για το σώμα είναι πράγματα που οι γυναίκες κάνουν στον εαυτό τους οι ίδιες.» Και επιπλέον, η αγάπη στο σώμα και η αυτοπεποίθηση γίνονται καταναγκασμός, ενώ η ανασφάλεια και η ευαλωτότητα θεωρούνται τοξικές καταστάσεις.

«Αφού αισθάνομαι νέος, γιατί να δείχνω την ηλικία μου;», είναι μια ερώτηση. Πράγματι, αν μεγαλώνοντας κρατάμε μέσα μας ζωντανό ένα κομμάτι του παιδιού που ήμασταν κάποτε, ίσως νιώθουμε ότι το «έξω» δεν ταιριάζει με το «μέσα». Αυτό μπορεί να συμβαίνει σε κάθε άνθρωπο, άντρα ή γυναίκα. Αλλά είναι -κυρίως- οι γυναίκες που νιώθουν την υποχρέωση να κάνουν κάτι για αυτό. Είναι οι γυναίκες που νιώθουν την υποχρέωση να φαίνονται νέες και όμορφες. Είναι οι γυναίκες που νιώθουν -όλο και πιο έντονα τις τελευταίες δεκαετίες- την υποχρέωση να σταματούν τον χρόνο. Και το ερώτημα είναι, γιατί νιώθουν οι γυναίκες την ανάγκη να μη δείχνουν την ηλικία τους; Είναι κάτι εγγενές; Νιώθουν έτσι επειδή «γεννήθηκαν γυναίκες», σε έναν «ανδροκρατούμενο κόσμο»;

Ο ρόλος του νεοφιλελευθερισμού

Ένα από τα βασικά εργαλεία του καπιταλισμού ήταν πάντα το «διαίρει και βασίλευε», η διάσπαση της εργατικής τάξης με βάση μια σειρά διαχωρισμών. Ειδικά από τη δεκαετία του ΄70 και μετά, ο νεοφιλελευθερισμός έβαλε στο στόχαστρο εργατικά δικαιώματα που είχαν κατακτηθεί τις προηγούμενες δεκαετίες. Για να στηρίξει αυτή την προσπάθεια εξαπέλυσε, παράλληλα με τις επιθέσεις στα εργασιακά, μια ιδεολογική επίθεση με στόχο να εντείνει μια από τις πιο βασικές διαιρέσεις του καπιταλιστικού κόσμου: τη διαίρεση με βάση το φύλο. Βιβλία, άρθρα, παρεμβάσεις, συχνά από γυναίκες -εξηγούσαν ότι ο «σύγχρονος καπιταλισμός» της ελεύθερης αγοράς φέρνει την «ατομική απελευθέρωση» για το φύλο.

«Ένας από τους τρόπους που η σημερινή κατάσταση συνδέεται με τον νεοφιλελευθερισμό είναι μέσω της έμφασης στο σώμα ως ΄έργο-πρότζεκτ΄ -κάτι στο οποίο πρέπει να γίνει δουλειά, και κάτι που θεωρείται ως το ατομικό μας, προσωπικό κεφάλαιο», έλεγε η Ρόζαλιντ Γκιλ στη συνέντευξή της, μιλώντας για «μια σειρά μεταβολών που γίνονται κατανοητές ως ‘μετα-φεμινιστική ευαισθησία’ η οποία κυκλοφορεί στη σύγχρονη κουλτούρα. Κεντρικό σημείο αυτής της ευαισθησίας είναι η έμφαση στο σώμα ως κέντρο της γυναικείας ταυτότητας και πυρήνα της αξίας της γυναίκας.»

Το σώμα της γυναίκας γίνεται έτσι «ο άσος της, το προϊόν της, και η πύλη της στην ελευθερία και τη δύναμη στη νεοφιλελεύθερη οικονομία της αγοράς», παρότι πρέπει ταυτόχρονα να παρουσιάζεται πάντα ως ελεύθερη επιλογή, όχι ως αποτέλεσμα οποιουδήποτε εξαναγκασμού ή επιρροής.

Ταυτόχρονα, άρχισε να εξελίσσεται μια συστηματική προσπάθεια να μετατραπεί το σεξ σε εμπόρευμα. Για να συμβεί αυτό, δούλεψαν εντατικά, κυρίως από τη δεκαετία του ΄80 και μετά, περιοδικά, διαφημίσεις, μια ολόκληρη βιομηχανία θεάματος, μετατρέποντας τη γυναίκα σε σεξουαλικό αντικείμενο, με ένα απλό μήνυμα: όσες «έμπαιναν στον ρόλο» θα προχωρούσαν μπροστά. «Κάθε γυναίκα» θα μπορούσε στο εξής να αποκτήσει τα χαρακτηριστικά του ρόλου -νεότητα και ομορφιά- για να «πετύχει». Κάθε είδους αισθητική επέμβαση θα ήταν στη διάθεσή της, αφού, «απελευθερωμένη», θα μπορούσε πια η ίδια να κάνει όποια επιλογή της αρέσει, στη νέα «εποχή της χειραφέτησης».

Αλλά γιατί ο νεοφιλελευθερισμός θέλει τη γυναίκα αντικείμενο; Μια προφανής εξήγηση θα ήταν, «για να πουλήσει προϊόντα», μια και η «βιομηχανία ομορφιάς» αποφέρει τεράστια κέρδη. Αυτό είναι αλήθεια, αλλά πρόκειται μάλλον για αποτέλεσμα μιας στρατηγικής επιλογής, και όχι για την αιτία της. Ποιος είναι, τότε, ο πυρήνας αυτής της επιλογής;

Ο κεντρικός στόχος είναι να αντιμετωπίζεται η γυναίκα ως κατώτερο ον: ο πραγματικός της ρόλος είναι «στο σπίτι», και αυτό πρέπει συνεχώς να υπονοείται μέσα από τη βιομηχανία της διαφήμισης, των μέσων ενημέρωσης, των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, με την προβολή μιας εικόνας: της όμορφης, νέας -ή που δείχνει νέα- γυναίκας, μιας γυναίκας-«αντικείμενο».

Εδώ μπορεί κανείς να εντοπίσει μια αντίφαση: Πώς γίνεται το ίδιο οικονομικό σύστημα που έχει δώσει ώθηση στη γυναίκα να σπουδάσει και να βγει μαζικά στην αγορά εργασίας τον 20ο αιώνα και θέλει να την κρατά στη δουλειά όλο και πιο πολλά χρόνια, να τη θέλει ταυτόχρονα κλεισμένη στο σπίτι; Είναι μια επιφανειακή αντίφαση: η γυναίκα πρέπει να συμβάλλει μεν στην παραγωγή και την κερδοφορία -πάντα με χειρότερους όρους σε σχέση με τους άντρες- σε περιόδους ανάπτυξης του καπιταλισμού, αλλά να μην ξεχνά ποτέ ότι ο «αληθινός της ρόλος είναι εντός του σπιτιού». Κάνοντας τη γυναίκα να αισθάνεται αντικείμενο -ως καταναγκασμός ή ως «ελεύθερη επιλογή»- το σύστημα την εμποδίζει να νιώθει υποκείμενο. Της στερεί την αληθινή αυτοπεποίθηση να διεκδικεί. Εμποδίζει ταυτόχρονα τον άντρα να τη βλέπει ως υποκείμενο. Τον πείθει να τη βλέπει -συνειδητά ή ασυνείδητα- ως αντικείμενο. Και πετυχαίνει με αυτόν τον τρόπο τον διαχωρισμό γυναικών-αντρών, «σπάζοντας» την ενότητα των εργατικών διεκδικήσεων, «σπάζοντας» την ενότητα της αμφισβήτησης ενός οικονομικού συστήματος που χωρίς τις διαιρέσεις των ανθρώπων δε μπορεί να υπάρξει.

Το δικαίωμα να μεγαλώνεις

Το δικαίωμα μιας γυναίκας να επιλέγει, κάποτε θεμέλιο της γυναικείας διεκδίκησης για άμβλωση, αντισύλληψη και παρόμοια ζητήματα, έχει μεταλλαχθεί στο δικαίωμα της γυναίκας να κάνει ενέσεις στο «πόδι της χήνας», έγραφε το 2010 στον Guardian η Λίμπι Μπρουκς. «Το μήνυμα στις γυναίκες είναι συγκεκριμένο: μετά από πάνω από έναν αιώνα πολιτικών κινημάτων που αγωνίζονταν για το δικαίωμα να είναι οι γυναίκες ορατές στη δημόσια ζωή, το επίκεντρο τη συμμετοχής έχει μετατοπιστεί στην ατομική ενασχόληση με την προσωπική παρουσίαση:  ίσως δε μπορείς να αλλάξεις τον κόσμο, αλλά μπορείς -και αυτό πραγματικά είναι στο χέρι σου- να αλλάξεις τον εαυτό σου.»

«Έκανα πλαστική. Δεν είμαι περήφανη για το γεγονός αυτό. Αλλά μεγάλωσα καθορισμένη από την εμφάνισή μου», είχε πει στο περιοδικό W η ηθοποιός Τζέιν Φόντα πριν από λίγα χρόνια. «Μου έμαθαν να σκέφτομαι πως αν ήθελα να με αγαπούν, θα έπρεπε να είμαι λεπτή και όμορφη». Μου έμαθαν να σκέφτομαι.

Αλλά οι επεμβάσεις στα γυναικεία πρόσωπα δε νικούν τον χρόνο. Είναι μάλλον η απόδειξη της νίκης του. Αλήθεια είναι, μεγαλώνουμε, αποκτούμε ρυτίδες. Βλέπουμε το πρόσωπο και το σώμα μας να αλλάζουν. Και αυτό, μπορεί να μην είναι ευχάριστο. Μπορεί να είναι και οδυνηρό. Αλλά τα σημάδια του χρόνου είναι όλα εκείνα που μας έκαναν αυτό που είμαστε σήμερα. Μπορούμε να προσπαθούμε να τα «σβήσουμε» από πάνω μας, και να παγώσουμε τον χρόνο. Ή, μπορούμε να τα αποδεχτούμε, μαζί και τον σημερινό εαυτό μας, που ίσως και να είναι κάτι καλύτερο από αυτό με το οποίο ξεκινήσαμε. Ελπίζοντας, όχι να σταματήσουμε τον χρόνο, αλλά να μεγαλώσουμε υγιείς για να δούμε τα παιδιά μας να μεγαλώνουν κι αυτά. Κατανοώντας ότι η μετατροπή των κοριτσιών σε αντικείμενα, καταστρέφει τις ζωές τους. Μαθαίνοντας στις κόρες μας ότι αξίζουν περισσότερα από την εικόνα τους. Μαθαίνοντάς τους ότι η ατομική τους απελευθέρωση μπορεί να προχωρήσει μόνο πιασμένη χέρι-χέρι με τη συλλογική. Και ότι απέναντι στο κυρίαρχο μήνυμα «αν δε μπορείς να αλλάξεις τον κόσμο, τουλάχιστον άλλαξε τον εαυτό σου», υπάρχει μια άλλη ιδέα, που μοιάζει πιο όμορφη και αληθινή: ότι, ίσως, δε μπορείς να αλλάξεις τον εαυτό σου, αν δεν προσπαθείς να αλλάξεις και τον κόσμο.

 

 

www.ert.gr

Open post

«Αναταράξεις» στον ερασιτεχνικό αθλητισμό από επίθεση κουκουλοφόρων σε ποδοσφαιρική ομάδα

«Αναταράξεις» στον ερασιτεχνικό αθλητισμό από επίθεση κουκουλοφόρων σε ποδοσφαιρική ομάδα

του Νάσου Μπράτσου

Το θέμα της βίας στα γήπεδα, ή και έξω από αυτά, αλλά και o ρόλος που καλείται να παίξει η πολιτεία στην πρόληψή της, κυριαρχεί από το μεσημέρι της Κυριακής 3/2 στο χώρο του ερασιτεχνικού ποδοσφαίρου, ειδικά στην Αθήνα.

Καταγγελίες, τραυματισμοί, παραιτήσεις, αστυνομία, ΕΚΑΒ και αθλητικές αρχές, καλούνται αρχικά να επιλύσουν το ζήτημα του ποιοι και γιατί έκαναν την επίθεση, τι θα γίνει με τον αγώνα, αλλά και πως θα σταματήσουν τέτοια φαινόμενα.

Συγκεκριμένα, πραγματοποιήθηκε επίθεση κουκουλοφόρων εναντίον αποστολής ποδοσφαιρικής ομάδας, με αποτέλεσμα να υπάρξουν ξυλοδαρμοί και τραυματισμοί, που οδήγησαν στη ματαίωση ποδοσφαιρικού αγώνα για το ερασιτεχνικό πρωτάθλημα της Α’ ΕΠΣΑ.

Σύμφωνα με καταγγελία της ομάδας του Μικρασιατικού Καισαριανής (διαβάστε το πλήρες κείμενο) όταν η ομάδα έφτασε με πούλμαν στο γήπεδο Αλκυών της Πετρούπολης, ομάδα 20 κουκουλοφόρων, με πέτρες σιδηρολοστούς και σιδηρογροθιές, χτύπησαν τα μέλη της αποστολής και το αποτέλεσμα ήταν να μεταφερθούν τρεις τραυματίες με ασθενοφόρο του ΕΚΑΒ στο Νοσοκομείο Γεωργ. Γεννηματάς όπου και διαγνώσθηκαν με κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις.

Ακολούθησε η επιστολή παραίτησης (διαβάστε το πλήρες κείμενο) του προέδρου του Μικρασιατικού Δημήτρη Αναγνώστου, ο οποίος ήταν ένας εκ των τραυματιών, στην οποία αναφέρει μεταξύ άλλων ότι: «οι αξίες που πρεσβεύω και εσχάτως το ένστικτό μου για αυτοσυντήρηση, με αναγκάζουν και δεν μου αφήνουν άλλη επιλογή από το να παραιτηθώ.

Τα θλιβερά γεγονότα που διαδραματίστηκαν στο γήπεδο Αλκυών της Πετρούπολης την Κυριακή 3-2-2019, στα οποία όχι μόνο ήμουν αυτόπτης μάρτυρας, αλλά και εν τοις πράγμασι θύμα, αφού δέχθηκα επίθεση και τραυματίστηκα από άγνωστους δράστες, μου προκάλεσαν αηδία, αποτροπιασμό και απέχθεια σε καθετί που σχετίζεται με το ερασιτεχνικό ποδόσφαιρο».

Από την πλευρά του το γηπεδούχο σωματείο του Άρη Πετρούπολης, παίρνει αποστάσεις από το γεγονός τονίζοντας ότι δεν έχει ανάμιξη και αναφέρει ότι: «Ο αγώνας του Άρη Πετρούπολης με τον Μικρασιατικό δεν έγινε λόγω επεισοδίων που έγιναν από άγνωστους, εκτός του γηπέδου, πριν από τον αγώνα».

Eπίσης σε αναλυτική ανακοίνωση επισημαίνει πως: «Ο Άρης Πετρούπολης τα τελευταία 3,5 χρόνια δεν έχει δώσει το παραμικρό δικαίωμα σε κανέναν σε θέματα φιλοξενίας, όπως και οι παλαιότερες διοικήσεις. Ξεκινήσαμε από το μηδέν, πετύχαμε την άνοδο στην Α’ ΕΠΣΑ και σε όσα ματς έχουμε δώσει 2,5 χρόνια στην Α’ κατηγορία καμία ομάδα δεν έχει εκδώσει ανακοίνωση για τη φιλοξενία που να στρέφεται κατά του συλλόγου μας. Το απόγευμα της Κυριακής πληροφορηθήκαμε ότι το πούλμαν του Μικρασιατικού δέχθηκε επίθεση και για όλα αυτά υπαίτιοι είμαστε εμείς; Δεν θα επιτρέψουμε σε κανέναν, που κυρίως έλαμψε δια της απουσίας του από το γήπεδο, να στοχειοθετεί μυθεύματα που βγαίνουν από τη φαντασία του και έχουν ως κύριο στόχο να βλάψουν το σύλλογο μας. Ο Άρης Πετρούπολης δεν έχει ποτέ βλάψει κανέναν και δεν θα επιτρέψει σε κανέναν να παίξει με την ιστορία του διότι θα υποστεί τις ανάλογες συνέπειες».

Τέλος, συμπληρώνει ότι: «Με το σωματείο Μικρασιατικό δεν υπάρχει καμία διαφορά και δεν μας χωρίζει τίποτα και ευχόμαστε να είναι υγιείς τα πρόσωπα που τραυματίστηκαν».

Αδιασταύρωτες πληροφορίες που κυκλοφόρησαν στο διαδίκτυο,  κάνουν λόγο για επίθεση από «παρανόηση» και αναφέρουν ότι ο στόχος των κουκουλοφόρων ήταν μέλη της Χρυσής Αυγής, που συνήθως δίνουν το παρόν στο κοντινό με το γήπεδο νεκροταφείο, για το μνημόσυνο του Έκτορα Γιαλοψού, του αρχικελευστή που ήταν ένα από τα θύματα στην κρίση των Ιμίων.

Aξίζει να σημειωθεί ότι το Μάιο του 2016 ο Μικρασιατικός είχε χορηγήσει ιματισμό σε προσφυγόπουλα από τον Ελαιώνα, για να μπορέσουν να πάρουν μέρος σε ποδοσφαιρικό τουρνουά στην Καισαριανή.

Φωτο αρχείου

www.ert.gr

Open post

Σαν παλιό σινεμά…

Σαν παλιό σινεμά…

του Νάσου Μπράτσου

Συχνά και χωρίς προαποφασισμένη επιλογή για ρεπορτάζ, υπάρχουν πλάνα της Αθήνας που μας κάνουν να εστιάζουμε την προσοχή μας σε αυτά. Ιδίως όταν μας θυμίζουν άλλες εποχές πιο παλιές, που άλλοι τις έχουν προλάβει και άλλοι τις φαντάζονται μέσα από παλιές ελληνικές ταινίες.

Έτσι, χωρίς αιτία, φωτογραφίσαμε τρια σημεία, ένα νεοκλασσικό κτήριο στην οδό Αγίου Μελετίου, ένα κτήριο που η σκεπή του μας θύμισε άλλες εποχές, στην πλατεία Αττικής και μία ταμπέλα καφενείου μέσα σε μέγαρο στην 3η Σεπτεμβρίου, κοντά στην Ομόνοια, όπου υπάρχει ακόμα το εξαψήφιο τηλεφωνικό νούμερο και μας πάει στην εποχή που μπορεί το γκαρσόνι να μας ρωτήσει αν θέλουμε «πορτοκαλάδα από πορτοκάλι».

Kαι αφού θυμηθήκαμε μία σκηνή από τον παλιό ελληνικό κινηματογράφο, να συνεχίσουμε με μια φωτο έξω από την Αθήνα στην περιοχή Λουτρόπυργος – Νεράκι, κοντά στην Ελευσίνα, όπου στο παλιό εργοστάσιο είχε γυριστεί το 1966 η ταινία «η κόρη μου η σοσιαλίστρια».

Τελικά, στις εποχές των μεγάλων εμπορικών κέντρων, των κινητών και των τάμπλετς, υπάρχουν ακόμα γωνιές που μας πάνε χρόνια πίσω. Και είναι αρκετές που έχουν επιβιώσει από τις αντιπαροχές.

Το «πωλείται» που έχει γραφτεί με μπογιά στο σπιτάκι δίπλα σε αυτό της κεντρικής φωτογραφίας, μάλλον δεν επιτρέπει ιδιαίτερη αισιοδοξία για το μέλλον.

www.ert.gr

Open post

Χωρίς χρήματα η αμερικανική κυβέρνηση

Χωρίς χρήματα η αμερικανική κυβέρνηση

Αυτό που συμβαίνει στην Αμερική εδώ και μερικές ώρες δείχνει και αυτό που είναι η Αμερική, τουλάχιστον σε κάποιο (υψηλό) επίπεδο. Διότι μπορεί εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι να αναγκαστούν να απέχουν από την εργασία τους μια και το κράτος δεν μπορεί να αναλάβει την υποχρέωση της πληρωμής τους, αλλά η Αμυντική Διοίκηση Αεροδιαστήματος Βόρειας Αμερικής, το περίφημο NORAD, θα βρίσκεται στη θέση της για να ενημερώσει τους πολίτες πού ακριβώς θα βρίσκεται ο… Άγιος Βασίλης και ποια συγκεκριμένη πορεία θα διαγράψει με το έλκηθρό του το βράδυ των Χριστουγέννων. Από τη μια μεριά, λοιπόν, ο μύθος, ο κοινωνικός συναισθηματισμός, και από την άλλη μεριά οι πολιτικές διαπραγματεύσεις με τις οικονομικές τους προεκτάσεις, οι οποίες τον καθιστούν απαραίτητο. Τι συμβαίνει, όμως, και έφτασαν οι Ηνωμένες Πολιτείες σε αυτή την κατάσταση, η οποία δεν είναι και πρωτόγνωρη;

Για να είμαστε ακριβείς, το θέμα ξεκίνησε το καλοκαίρι του 2014, όταν, όπως παρατηρεί το Bloomberg, οι συνεργάτες του Ντόναλντ Τραμπ, υποψήφιου τότε για το χρίσμα των Ρεπουμπλικανών, έψαχναν κάποιον τρόπο για να θυμάται να αναφέρει στις προεκλογικές του ομιλίες το μεταναστευτικό ως εξαιρετικά σημαντικό ζήτημα. Ο Σαμ Νάνμπεργκ φαίνεται να πιστώνεται την ιδέα της κατασκευής ενός τείχους κατά μήκος των συνόρων των Η.Π.Α. με το Μεξικό, ως το παράδειγμα που θα κέρδιζε την προσοχή του Ντόναλντ Τραμπ αρκετά για να το αναφέρει με κάθε ευκαιρία. Ο ίδιος ο Ντόναλντ Τραμπ, όμως, αρχικά δεν ενθουσιάστηκε και πολύ με την ιδέα, αν και το «Τείχος» ενθουσίαζε τα συντηρητικότερα τμήματα των Ρεπουμπλικανών από την εποχή του νεότερου Τζορτζ Μπους, τουλάχιστον. Λίγους μήνες αργότερα, ο Τραμπ ανέφερε την ιδέα σε μία προεκλογική συγκέντρωση στην Άιοβα, όπου ο ενθουσιασμός του ακροατηρίου τον έπεισε για τη δύναμή της. Μάλιστα, πρόσθεσε ένα στοιχείο που μόνο ο έμπειρος κατασκευαστής μπορούσε να αξιοποιήσει, λέγοντας ότι «κανείς δεν χτίζει σαν τον Τραμπ». Κάπως έτσι, το χτίσιμο του τοίχου έγινε σήμα κατατεθέν της εκστρατείας του, κερδίζοντας την ψήφο σημαντικών συντηρητικών προσωπικοτήτων των media, για τις οποίες ο Αμερικανός πρόεδρος έχει αποδείξει πως τρέφει μεγάλη συμπάθεια.

Την προηγούμενη εβδομάδα, το αμερικανικό κογκρέσο χρειάστηκε να υπερψηφίσει τον προϋπολογισμό, και ο πρόεδρος της χώρας απαίτησε να συμπεριληφθεί πρόνοια για τη χρηματοδότηση της κατασκευής του τείχους με 5 δισεκατομμύρια δολάρια. Μάλιστα, σε παλαιότερη συνάντησή του με την ηγεσία των Δημοκρατικών στη Βουλή των Αντιπροσώπων και στη Γερουσία, ο πρόεδρος Τραμπ είχε πει πως θα ήταν τιμή του να οδηγήσει την αμερικανική κυβέρνηση σε χρηματοδοτικό αδιέξοδο για το τείχος. Επειδή, όμως, τα κοινοβουλευτικά μαθηματικά είναι συνήθως λιγότερο δημιουργικά από τα οικονομικά μαθηματικά, και ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών κατάλαβε νωρίς ότι η συγκεκριμένη πρόνοια δεν συγκεντρώνει την απαραίτητη στήριξη σε κανένα σώμα του Κογκρέσου (ακόμα και τώρα που το κόμμα του πλειοψηφεί και στα δύο), ο Ντόναλντ Τραμπ αποφάσισε να κάνει πίσω και να αποδεχθεί ένα νομοσχέδιο που δεν θα χρηματοδοτούσε την κατασκευή. Το πρόβλημα δεν ήταν στις συζητήσεις του ιδίου και των συνεργατών του με την ηγεσία των δύο κομμάτων στο Κογκρέσο, αλλά στην οργή εκείνων των προσωπικοτήτων των media, ειδικά του ραδιοφώνου, οι οποίες τον κατηγορούσαν για έλλειψη πεποιθήσεων και για προδοσία. Ο Ντόναλντ Τραμπ γνωρίζει καλά ότι η εκλογική του βάση εντοπίζεται στα πλέον συντηρητικά τμήματα του εκλογικού σώματος, και εμπιστεύτηκε τα προβεβλημένα κοινοβουλευτικά στελέχη που τα εκπροσωπούν εντός του κόμματός του. Άκουσε, λοιπόν, όπως καταγράφει και το Politico, τον Μαρκ Μέντοουζ και τον Τζιμ Τζόρνταν, οι οποίοι εντάσσονται στο λεγόμενο House Freedom Caucus, την «Ομάδα Ελευθερίας της Βουλής των Αντιπροσώπων». Η συμβουλή τους, ενάντια στις διαπραγματεύσεις που κατά την ίδια περίοδο είχαν, σύμφωνα και με τις μέχρι τότε διαβεβαιώσεις του ίδιου του Αμερικανού προέδρου, ο Αντιπρόεδρος Πενς, ο εκτελών χρέη Επιτελάρχη του Λευκού Οίκου, και ο Τζάρεντ Κούσνερ, με τους Δημοκρατικούς, ήταν η άμεση και απόλυτη σύγκρουση, ειδικά εν όψει της αλλαγής ηγεσίας στη Βουλή των Αντιπροσώπων. Η αλήθεια είναι πως ο πρόεδρος Τραμπ θα έχανε όποια και αν ήταν η απόφασή του. Αν συμβιβαζόταν με τις προτάσεις των Δημοκρατικών, θα έχανε την εμπιστοσύνη της εκλογικής του βάσης. Οδηγώντας την κυβέρνηση σε χρηματοδοτικό αδιέξοδο χάνει σε επίπεδο ηγετικού προφίλ, αλλά και ως προς την εκτίμηση των πιο μετριοπαθών και κεντρώων ψηφοφόρων των Ρεπουμπλικανών. Όπως και να έχει, στις 3 Ιανουαρίου αναλαμβάνουν τον έλεγχο της Βουλής οι Δημοκρατικοί, οπότε και οι πιθανότητες αντιπαράθεσης αυξάνονται εκθετικά. Επιλέγοντας την σύγκρουση τώρα, ο Ντόναλντ Τραμπ δείχνει να αποφασίζει εκείνος για την κλιμάκωση, αν και η ισορροπία παραμένει λεπτή: Από τη μία θέλει να πιστωθεί την επίδειξη πυγμής, αλλά από την άλλη θέλει να χρεώσει στους Δημοκρατικούς το αδιέξοδο. Σε αυτό το κλίμα εντάσσονται οι αναρτήσεις του στο twitter, με τις οποίες προσπαθεί να αποστασιοποιηθεί από την περηφάνεια του για την παρούσα συνθήκη, τονίζοντας ότι η συνεχιζόμενη χρηματοδότηση της αμερικανικής ομοσπονδιακής κυβέρνησης εξαρτάται από τις ψήφους των Δημοκρατικών. Την ίδια ώρα γνωρίζει πολύ καλά αυτό που και ο επικεφαλής Δημοκρατικός στη Γερουσία τόνισε, όταν ο Τσακ Σούμερ είπε: «Κύριε Πρόεδρε, δεν θα έχετε το τείχος σας σήμερα, ούτε την άλλη εβδομάδα, ούτε όταν αναλάβουν την εξουσία οι Δημοκρατικοί, στις 3 Ιανουαρίου». Την Κυριακή το πρωί, ο Μικ Μαλβέινι, ο οποίος εκτός από εκτελών χρέη επιτελάρχη του Λευκού Οίκου είναι και επικεφαλής θεμάτων προϋπολογισμού, είπε στο Fox News ότι το αδιέξοδο μπορεί να συνεχιστεί μέχρι τις αρχές του επόμενου χρόνου. Είχε προηγηθεί η απόρριψη εκ μέρους των Δημοκρατικών πρότασης που αφορούσε ποσό για τη χρηματοδότηση του τείχους, το οποίο ήταν μικρότερο από τα 5,7 δισεκατομμύρια δολάρια που αρχικά ζητούσε ο πρόεδρος Τραμπ.

Πριν δούμε αναλυτικά πώς η έλλειψη χρηματοδότησης επηρεάζει την αμερικανική κυβέρνηση, έχει σημασία το πολιτικό κλίμα που διαμορφώνει, αλλά και αυτό που φανερώνει. Ο πρόεδρος Τραμπ αποξενώνει για άλλη μια φορά σημαντικούς του συμμάχους, όπως τον Μιτς ΜακΚόνελ, τον επικεφαλής της ρεπουμπλικανικής πλειοψηφίας στη Γερουσία, ο οποίος έχασε σημαντικό μέρος του κύρους του, όταν οι συμφωνίες που έκανε με Γερουσιαστές στο κόμμα του, αλλά και στο κόμμα των Δημοκρατικών ακυρώθηκαν εκ των πραγμάτων από την αλλαγή στάσης του προέδρου Τραμπ και την επιστροφή του στην απαίτηση χρηματοδότησης του τείχους. Είναι χαρακτηριστικό πως ο ΜακΚόνελ, όπως τονίζει το Politico, σταμάτησε να διαπραγματεύεται με τους συναδέλφους του, και άφησε την Γερουσία να λύσει την συνεδρίασή της για τις γιορτές χωρίς να διακινδυνεύσει μια αβέβαιη παρασκηνιακή συμφωνία ή μια αβέβαιη φανερή ψηφοφορία. Είχε προηγηθεί η εμφατική του άρνηση να επιδιώξει την επιθυμία του Αμερικανού προέδρου, ο οποίος ζητούσε τον περιορισμό της πλειοψηφίας που απαιτείται στη Γερουσία για την υπερψήφιση νομοσχεδίων, από τις 60 στις 51 ψήφους. Ακόμα σημαντικότερο είναι το γενικότερο επιχείρημα που διατυπώνει το Bloomberg, όταν παρατηρεί πως, παραδόξως, αυτή η επίδειξη ισχύος από τον πρόεδρο Τραμπ πραγματοποιείται μια στιγμή κατά την οποία η δύναμή του έχει κλονιστεί: Η παραίτηση του υπουργού Αμύνης Τζέιμς Μάτις, η αρνητική πορεία του χρηματιστηρίου και η έρευνα του ειδικού κατηγόρου Ρόμπερτ Μάλερ αφαιρούν σημαντικά χαρτιά από το φύλλο του Ντόναλντ Τραμπ.

Επί του πρακτέου, το χρηματοδοτικό αδιέξοδο σημαίνει πως το ¼ της αμερικανικής κυβέρνησης δεν μπορεί να λειτουργήσει (τα υπόλοιπα ¾ καλύπτονται από παλαιότερα νομοσχέδια, τα οποία εγγυώνται τους απαραίτητους οικονομικούς πόρους μέχρι και τον Σεπτέμβριο). Τα τμήματα της κυβέρνησης που επηρεάζονται περιλαμβάνουν τα υπουργεία Γεωργίας, Εμπορίου, Εθνικής Ασφαλείας, Στέγασης και Αστικής Ανάπτυξης, Εσωτερικών, Δικαιοσύνης, Εξωτερικών, Μεταφορών, και Οικονομικών. Σε σύνολο 800.000 εργαζομένων, περίπου 380.000, όπως υπολογίζουν οι New York Times, θα αναγκαστούν να απέχουν από την εργασία τους ώστε να μην έχουν δικαίωμα οικονομικών αξιώσεων, ενώ οι υπόλοιποι, ως απαραίτητο προσωπικό, θα κληθούν να εργαστούν χωρίς εγγύηση πληρωμής, αν και σε όλες τις προηγούμενες περιπτώσεις ανάλογου αδιεξόδου, το αμερικανικό Κογκρέσο είχε υπερψηφίσει την εκ των υστέρων πληρωμή τους. Η υποχρέωση αποχής από την εργασία τους δημιουργεί πλήθος προβλημάτων. Για παράδειγμα, όπως σχολιάζει η Washington Post, το υπουργείο Εσωτερικών σκοπεύει να ειδοποιήσει μέσω e-mail τους εργαζόμενους σε αυτό για το αν έχουν αξιολογηθεί ως απαραίτητο προσωπικό ή όχι. Το εντυπωσιακό πρόβλημα είναι πως οι εργαζόμενοι στην ομοσπονδιακή κυβέρνηση δεν πρέπει να ελέγχουν τα εργασιακά τους e-mail όταν η κυβέρνηση βρίσκεται σε αυτή την κατάσταση. Σε κάθε περίπτωση, τα ταχυδρομεία, ο στρατός και τα προγράμματα κοινωνικής πρόνοιας δεν θα επηρεαστούν. Άλλωστε, η κυβέρνηση έχει κάποια πείρα πια: Μόνο επί της παρούσας σύνθεσης, με τους Ρεπουμπλικανούς να ελέγχουν και τα δύο σώματα του Κογκρέσου, αυτή είναι η τρίτη φορά που ξεμένει από χρήματα. Κάπως έτσι, λοιπόν, ενώ διάφορα εθνικά πάρκα θα είναι κλειστά, ενώ τόσα υπουργεία ψάχνονται να βρουν ποιοι εργαζόμενοι τους είναι απαραίτητοι και ποιοι όχι, το σίγουρο είναι ότι το NORAD θα παρακολουθεί την πορεία του Άγιου Βασίλη.

www.ert.gr

Open post

«Υπάρχουν και χειρότερα»

«Υπάρχουν και χειρότερα»

της Μάχης Μαργαρίτη

Είναι η φράση που «στοιχειώνει» τη χώρα τα τελευταία χρόνια. Όσοι διεκδικούν κάτι καλύτερο στους χώρους εργασίας, στην καθημερινότητα, στη ζωή τους, βρίσκονται αντιμέτωποι με μια σειρά -παρόμοιων- απαντήσεων: «Όπως όλοι κι εσύ», «δεν είναι της παρούσης», «τι να κάνουμε, έτσι είναι η κατάσταση», «δεν είναι η ώρα για αυτά» -στο «αυτά» περιλαμβάνονται κάθε είδους διεκδικήσεις, με τις αναμενόμενες, βέβαια, εξαιρέσεις. Σε μια εποχή που οι εργαζόμενοι παράγουν πρωτοφανή στην ιστορία πλούτο και τον βλέπουν να κινείται γύρω τους, θα περίμενε κανείς ότι το να ακούνε επαναλαμβανόμενα πως «υπάρχουν και χειρότερα» δε θα τους έπειθε -το αντίθετο, θα τους θύμωνε. Kάπου εδώ, έρχεται ο «δράκος» της ιστορίας.

Μετά το κραχ του ΄30 στις Ηνωμένες Πολιτείες και το «δίδαγμα» της κρίσης, ο υπουργός Οικονομικών της χώρας Άντριου Μέλον περιέγραφε το όραμά του για το μέλλον, λέγοντας, «οι άνθρωποι θα δουλεύουν πιο σκληρά, θα ζουν μια πιο ηθική ζωή». Το 2008, μετά την κατάρρευση της αμερικανικής τράπεζας Lehman, η καγκελάριος της Γερμανίας Μέρκελ δήλωνε, ««η σουηβή νοικοκυρά θα μας έλεγε την εμπειρική σοφία της: μακροπρόθεσμα, δε μπορείς να ζεις πέρα από τις δυνατότητές σου». Στην Ελλάδα ειπώθηκε με μια μικρή φράση, συμβολίζοντας τη συνευθύνη -υποτίθεται- όλων για την οικονομική κατάσταση της χώρας: αυτών που έπαιρναν τις αποφάσεις και αυτών που τις δέχονταν, αυτών που δανείζονταν και αυτών που δάνειζαν -αλλά στην ουσία μεταφέροντας την ευθύνη σε αυτούς που «έζησαν με δανεικά» μια ζωή για την οποία «δεν υπήρχε δυνατότητα».

Ο «οικονόμος νοικοκύρης»

Η «σουηβή νοικοκυρά», αυτή η οικονόμα και μετρημένη γυναίκα  την οποία συχνά μνημονεύει η Άνγκελα Μάρκελ, ζει στα γραφικά χωριά της νοτιοδυτικής Γερμανίας. Εκεί, οι άνθρωποι αγοράζουν με φειδώ, και αποταμιεύουν το ένα τρίτο της αξίας του ακινήτου που σκοπεύουν να αγοράσουν, προτού πάρουν δάνειο. Δύο από αυτές τις «συνετές νοικοκυρές» μίλησαν το 2012 στον Guardian. Σιγουρεύονται, είπαν, πάντα ότι έχουν αρκετά χρήματα στους τραπεζικούς τους λογαριασμούς για να πληρώνουν έγκαιρα το χρέος τους. Είναι, λοιπόν, μια φτωχή περιοχή αυτά τα μικρά χωριά, όπου οι κάτοικοι ζουν λιτά και δεν καταναλώνουν; Οι 20.000 κάτοικοι του Γκέρλιγκεν έχουν αγοραστική δύναμη που εκτιμάται στα 500 εκατομμύρια ευρώ τον χρόνο -περισσότερη από κάθε άλλη πόλη στη Βάδη-Βυρτεμβέργη- σύμφωνα με το ίδιο ρεπορτάζ. Η επικεφαλής της ένωσης νοικοκυρών της Βυρτεμβέργης έλεγε, «οι σουηβοί αγοράζουν πολυτελή ρούχα και άλλα αγαθά, απλώς δεν τους αρέσει να τα επιδεικνύουν. Δε θα δείτε εντυπωσιακά καπέλα στους δρόμους ούτε κοσμήματα -οι άνθρωποι τα δείχνουν ο ένας στον άλλο μόνο κατ΄ιδίαν». Οι σουηβοί έχουν και σχετική έκφραση -«μυστικά πλούσιος». Και όταν οι γυναίκες αγοράζουν γούνινο παλτό, το φοράνε ανάποδα για να μη φαίνεται η γούνα. Αλλά για να μπορούν οι κάτοικοι να αποταμιεύουν τόσα χρήματα ώστε να αγοράζουν σπίτια και είδη πολυτελείας -που δε δείχνουν παραέξω, όπως οι ίδιοι λένε- σημαίνει, καταρχάς, ότι με κάποιον τρόπο κερδίζουν -ή έχουν- αρκετά.

Τι συμβαίνει, όμως, με αυτούς που δεν κερδίζουν -ή δε γεννιούνται με- αρκετά; Σε άρθρο που δημοσιεύτηκε τον περασμένο χρόνο στην ιστοσελίδα του Open Democracy, αναφερόταν ότι τον Νοέμβριο του ΄17 η Στατιστική Υπηρεσία της Βρετανίας κοινοποίησε στοιχεία για την εξέλιξη του πλούτου στον χρόνο. Στα χαρτιά, ο καθαρός πλούτος τριπλασιάστηκε από το 1995, αυξημένος κατά πάνω από επτά τρισεκατομμύρια λίρες. Από πού ήρθε και ποιος ωφελήθηκε; Πάνω από πέντε από αυτά τα τρισεκατομμύρια έχουν να κάνουν με την αύξηση στην αξία των κατοικιών -δηλαδή του «χρηματιστηρίου κατοικίας». Αυξήθηκαν τόσο πολύ τα διαθέσιμα σπίτια; Η ίδια η υπηρεσία εξηγούσε ότι η συσσώρευση χρήματος στον τομέα είχε να κάνει «κυρίως με τις αυξήσεις στις τιμές των σπιτιών παρά με μια αλλαγή στον αριθμό των κατοικιών». Σε δύο δεκαετίες, η αξία της γης στην αγορά τετραπλασιάστηκε. Για όσους είχαν ήδη γη, αυτό έφερε τεράστια οφέλη. Τα οποία και αξιοποίησαν. Οι Τάιμς έγραψαν ότι μόνο τους πρώτους τρεις μήνες του 2017, οι «baby boomers» -γεννημένοι αμέσως μετά τον πόλεμο- ρευστοποίησαν 850 εκατομμύρια λίρες -το ένα τρίτο πήγε στην αγορά αυτοκινήτων, πάνω από το ένα τέταρτο για διακοπές, και το υπόλοιπο  στην αγορά κι άλλων ακινήτων. Αντίθετα, η κατάσταση γινόταν όλο και πιο δύσκολα για όσους θέλουν να αγοράσουν μια πρώτη κατοικία. Στα μέσα της δεκαετίας του ΄90, νοικοκυριά με χαμηλά και μεσαία εισοδήματα μπορούσαν να πληρώσουν μια προκαταβολή για αγορά σπιτιού μετά από αποταμίευση τριών χρόνων -σήμερα τα ίδια νοικοκυριά χρειάζονται 20 χρόνια για να συγκεντρώσουν το ίδιο ποσό. Πολλοί αναγκάζονται να νοικιάζουν. Το Chartered Institute of Housing της Βρετανίας περιέγραψε πώς παλιότερα νοικοκυριά έχουν χρησιμοποιήσει τον πλούτο από ακίνητά τους για να αγοράσουν κι άλλη περιουσία, νοικιάζοντάς τη σε αυτούς που δε μπορούν να αποκτήσουν σπίτι. Και εκεί, οι αυξήσεις είναι τεράστιες: το ποσοστό του εισοδήματος που δαπανάται για στεγαστικά κόστη, από 10% το 1980 έχει εκτοξευτεί στο 36% σήμερα.

«Είναι ώρα να αποκαλέσουμε τη στεγαστική κρίση αυτό που πραγματικά είναι: η μεγαλύτερη μεταβίβαση πλούτου στην ιστορία», ήταν ο τίτλος του σχετικού άρθρου. Κυρίως ωφελήθηκαν προηγούμενες γενιές, που σταδιακά, όμως, περνούν αυτόν τον πλούτο στους απογόνους τους κληροδοτώντας τον. Αποτέλεσμα, ένα όλο και αυξανόμενο χάσμα γενεών, αλλά και ένα αυξανόμενο ταξικό χάσμα.

Ταυτόχρονα, όσοι δεν ανήκουν στους προνομιούχους «έχοντες», κατέφυγαν στον δανεισμό για να αγοράσουν ένα σπίτι-πρώτη κατοικία, προκειμένου να μην είναι έρμαια στις διαθέσεις ενός ιδιοκτήτη και της «αγοράς». Με τις συντάξεις και την κοινωνική ασφάλιση να μειώνονται και τους μισθούς να παγώνουν, η επένδυση σε ένα σπίτι ταυτίστηκε με μια μελλοντική οικονομική ασφάλεια.  Άλλοι θέλησαν να απομακρυνθούν από επιβαρυμένες περιοχές και να αναζητήσουν μια καλύτερη ποιότητα ζωής. Αλλά, ξαφνικά, εδώ και λίγα χρόνια, όσοι δανείστηκαν για να αγοράσουν ένα σπίτι καλύτερο από αυτό στο οποίο μεγάλωσαν, δεν είναι πια άνθρωποι που θέλουν κάτι καλύτερο -είναι οι «ανεύθυνοι δανειολήπτες που πληρώνουν την ηθικά σωστή ποινή για το ότι ζουν πέρα από τις δυνατότητές τους».

«Χρέος» ίσον «ενοχή»

Η ρίζα της λέξης «χρέος», schulden στα γερμανικά , σημαίνει «ενοχή». Το χρέος είναι το φονικό όπλο του καπιταλισμού, έχει πει η Σίλβια Φεντερίτσι, αμερικανίδα καθηγήτρια κοινωνικών επιστημών και ακτιβίστρια. Χρησιμοποιείται σε παγκόσμια κλίμακα, καθώς είναι πολύ αποτελεσματικό για την εκμετάλλευση των ατόμων. Από-κινητοποιεί και δε γεννά γενική αντίσταση, ακριβώς επειδή το χρέος κρύβει την εκμετάλλευση και απομονώνει τους ανθρώπους. Ένας εργαζόμενος που αναμιγνύεται σε μια διαμάχη για τον μισθό του θα αντιληφθεί την αδικία και την εκμετάλλευση ως θύμα-μέλος μιας κοινότητας ανθρώπων, ενώ ως ιδιώτης κάτοχος χρέους θα εμφανιστεί ότι απολαμβάνει ατομικά τα χρήματά του για δικό του όφελος.

Αλλά οι άνθρωποι δεν έχουν άλλη επιλογή παρά να δανειστούν για να επωφεληθούν από υπηρεσίες που θα έπρεπε να τους παρέχονται από το κράτος. Δεν αντιλαμβάνονται ότι τους εκμεταλλεύονται οι τράπεζες και νιώθουν ένοχοι, σκεπτόμενοι στις περισσότερες περιπτώσεις ότι το χρέος είναι αποτέλεσμα κακής διαχείρισης, εξηγεί η αμερικανίδα καθηγήτρια. Γιατί το σκέφτονται αυτό; επειδή η λιτότητα προπαγανδίζεται όχι μόνο ως οικονομικά, αλλά και ως ηθικά αναγκαία. Και τι περιμένει αυτόν που δεν την εφαρμόζει στη ζωή του -η τιμωρία. Οι πολιτικές λιτότητας, με όποιο όνομα κι αν τις αποκαλεί κανείς, μετατρέπουν μια οικονομική κατάσταση σε «ένα παραμύθι ηθικής με άγιους και αμαρτωλούς», οδηγώντας σε τιμωρία των «αμαρτωλών», έλεγε το 2015 στους New York Times ο Μαρκ Μπλάιθ, πολιτικός οικονομολόγος στο πανεπιστήμιο Μπράουν. «Λιτότητα: Η Ιστορία μιας Επικίνδυνης Ιδέας», λέγεται το βιβλίο του στο οποίο εντοπίζει τη σύλληψη της ιδέας στον 17ο αιώνα.

Οι άνθρωποι, όμως, που κατηγορούνται ότι «άπλωσαν τα πόδια παραπάνω από όσο μπορούσαν», δανείστηκαν με δεδομένους τους μισθούς που είχαν προ κρίσης, με βάση τους οποίους έκαναν τον προγραμματισμό αποπληρωμής του χρέους τους. Δεν έκαναν «λάθος υπολογισμό». Προγραμμάτισαν με βάση τα δεδομένα. Και τώρα, κατηγορούνται ότι δεν πρόβλεψαν την κρίση του καπιταλισμού, τις απολύσεις και τη μεγαλύτερη φτωχοποίησή τους. Στην Ελλάδα, οι δημιουργοί του αφηγήματος της συνευθύνης όλων -εχόντων και μη- για την κατάσταση της οικονομίας, θέλησαν να το συνδέσουν και με «ειδικά» χαρακτηριστικά του «ελληνικού λαού» -«ροπή στην τεμπελιά», «έλλειψη πειθαρχίας» και λοιπά στερεότυπα, με μια διπλή «κίνηση-ματ»: «φόρτωσαν» τον καθένα με την «ατομική του ευθύνη» για την κρίση, και όλους μαζί -πλην των εχόντων που, φυσικά, δε φταίνε σε τίποτα αφού ζούσαν σύμφωνα με τις δυνατότητές τους- με τη «συλλογική ευθύνη» ενός «τεμπέλη λαού με ροπή στην καλοπέραση». Ατομική και συλλογική ενοχή. Δύσκολο να αντιμετωπιστεί το καθένα μόνο του, πόσο μάλλον και τα δύο μαζί.

Όμως, παρά την προσπάθεια να παρουσιαστεί το «πρόβλημα» ως «εθνικό», το ίδιο «παραμύθι» με τους ίδιους «δράκους» συναντάται και εκτός των ελληνικών συνόρων. Οι συζητήσεις για την Ελλάδα ακούγονται «καταθλιπτικά οικείες, ολόιδιες με αυτές που κάνουμε εδώ για τους φτωχούς, τους πλούσιους, και για το τι αξίζει σε ποιον», έγραφαν οι Τάιμς λίγα χρόνια πριν. Οι άνθρωποι καταλήγουν να ντρέπονται να παραδεχτούν ότι είναι φτωχοί και χρεωμένοι, επειδή το βιώνουν ως προσωπική αποτυχία: πιστεύουν ότι κακώς δανείστηκαν, ότι χρησιμοποίησαν με λανθασμένο τρόπο τα χρήματα, ότι έζησαν πάνω από τις δυνατότητές τους. Και ποιος ενοχικός διεκδικεί το οτιδήποτε;

Τι είναι η φτώχια;

Υπάρχει η απόλυτη φτώχια: Οι άστεγοι, οι άνεργοι, οι άνθρωποι που κυριολεκτικά δε μπορούν να επιβιώσουν. Αλλά δεν είναι μόνο αυτή η φτώχια. Φτώχια είναι να μη μπορεί κανείς να πάρει τα παιδιά του διακοπές σε ένα ωραίο μέρος δυο φορές τον χρόνο. Φτώχια είναι να μη μπορεί  κανείς να ταξιδέψει. Φτώχια είναι να μη μπορεί μια οικογένεια να παρακολουθεί συναυλίες στο Μέγαρο Μουσικής. Φτώχια είναι να μη μπορεί να πάει να δει μια ταινία σε ένα σινεμά, αφού μια έξοδος κοστίζει όσο ένα ημερομίσθιο. Φτώχια είναι να μη μπορεί κανείς να βγει έξω για ένα φαγητό χωρίς να αγχώνεται για τον λογαριασμό. Φτώχια είναι να μη μπορεί να πάρει δώρα στους ανθρώπους που αγαπά στις γιορτές επειδή του έχουν καταργήσει τους δύο παραπάνω μισθούς. Φτώχια είναι να πρέπει να μετρά συνέχεια στο μυαλό του τα έξοδα του μήνα και να βλέπει ότι τα χρήματα του μισθού του θα εξαφανιστούν προτού τα δει. Φτώχια είναι να πρέπει να δανείζεται. Με επιτόκια που φέρνουν σε κάποιους πλούτο «από τον αέρα» -αλλά με τις κατηγορίες να εκτοξεύονται εναντίον αυτών που δανείζονται, και όχι εναντίον αυτών στους οποίους έχει δοθεί το δικαίωμα να γίνονται πάμπλουτοι δανείζοντας, και του οικονομικού συστήματος που τους θάλπει.

Τις μέρες αυτές, δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι βρίσκονται στους δρόμους της Γαλλίας. Έγιναν γνωστοί ως τα «Κίτρινα Γιλέκα», επειδή διαμαρτύρονται για την αύξηση του φόρου στα καύσιμα ως «οικολογικού μέτρου». Όμως, ο φόρος είναι μόνο η αφορμή. «Στη μικρή πόλη Γκερέ, των 13.000 κατοίκων στις κοιλάδες της κεντρικής Γαλλίας, ένας σιωπηλός φόβος βασανίζει τα νοικοκυριά: Τι θα συμβεί όταν τα χρήματα τελειώσουν γύρω στις 20 του μήνα; Τι βάζω στο ψυγείο όταν δεν έχει μείνει τίποτα στον λογαριασμό μου και εκκρεμεί η πληρωμή του ηλεκτρικού ρεύματος; Πώς λέω στη γυναίκα μου ότι δε μπορούμε να βγούμε έξω αυτό το σαββατοκύριακο; Δεν είναι βαθιά φτώχια, αλλά ένα μόνιμο άγχος», γράφουν στο ρεπορτάζ τους από την περιοχή οι New York Times.

Η οργή των διαδηλωτών στρέφεται εναντίον των πολιτικών που τους κυβερνούν. Όλοι όσοι μιλούν στον απεσταλμένο της εφημερίδας, καταλήγουν στο ίδιο: «Δεν ξέρουν καν πώς τα βγάζουμε πέρα με τους μικρούς μας μισθούς -αλλά είμαστε κι εμείς άνθρωποι, για τον θεό!», λέει ένας από τους διαδηλωτές. «Ζούμε με στρες», λέει ένας κάτοικος. Ένας άλλος λέει ότι ο εννιάχρονος γιος του δεν έχει πάει ποτέ διακοπές, και ο μισθός του των 1.300 ευρώ «εξαφανίζεται αστραπιαία σε λογαριασμούς». Η γυναίκα ενός άλλου εργαζόμενου έδωσε τα τελευταία 40 ευρώ του μήνα σε τρόφιμα την προηγούμενη μέρα. «Αυτή τη στιγμή, είμαι στο μηδέν. Φτάνεις στο τέλος του μήνα, και δεν έχει μείνει τίποτα.»

«Θα ήθελα να μπορώ να πάω τη γυναίκα μου σε ένα εστιατόριο πού και πού, αλλά δε μπορώ», λέει ένας άλλος κάτοικος. Ένα ζευγάρι με τέσσερα παιδιά, συμμετέχουν κι αυτοί στις διαδηλώσεις. 1.800 ευρώ μισθό ο ένας, 1.500 ο άλλος, και «εξαφανίζονται γρήγορα». Το μήνυμα είναι ένα: «Απλώς δε βγαίνουμε μέχρι το τέλος του μήνα. Είμαστε απηυδισμένοι και είμαστε οργισμένοι».

«Ζούμε, αλλά πρέπει συνέχεια να προσέχουμε. Όλες οι μικρές απολαύσεις της ζωής έχουν χαθεί.» Ζούμε, αλλά πρέπει συνέχεια να προσέχουμε.

Το ερώτημα  δεν το θέτουν μόνο οι διαδηλωτές στη Γαλλία -είναι κοινό σε όλες τις καπιταλιστικές χώρες του κόσμου: πού οδηγεί είτε η ιδεολογική πίστη στη λιτότητα, είτε η πίστη στη «σταδιακή αναδιανομή» εντός του ισχύοντος οικονομικού συστήματος; Μπροστά στις γιγαντιαίες ανισότητες, τι κάνουν αυτοί που εκλέγονται για να παίρνουν τις αποφάσεις; Μπορεί να καταλάβει στα αλήθεια ένας άνθρωπος που βρίσκεται στους «χώρους λήψης των αποφάσεων», με λυμένα τα καθημερινά του προβλήματα, πώς είναι να ζει κάποιος στριμωγμένος σε ένα μικρό διαμέρισμα; Πώς είναι να στέκεται ένας άνθρωπος στην ουρά για να κόψει ένα εισιτήριο ή να βγάλει μια κάρτα στο μετρό, κάθε μήνα, κάθε εβδομάδα; Μπορεί να καταλάβει πώς νιώθει ένας άνθρωπος που στριμώχνεται κάθε μέρα σε ένα λεωφορείο ή σε ένα βαγόνι για να πάει στη δουλειά του; Πώς νιώθει η εργαζόμενη μητέρα που αφήνει άρρωστο το παιδί της στο σπίτι για να πάει να δουλέψει, επειδή δε «δικαιούται» άδεια και ούτε έχει χρήματα για κάποιο άτομο που θα τη βοηθήσει; Πώς νιώθει ο πωλητής που δουλεύει Κυριακές αφήνοντας στο σπίτι τα παιδιά του, για έναν μισθό επιβίωσης; Πώς νιώθει ο καρκινοπαθής που δανείζεται από παντού για να τα βγάλει πέρα με τα ιατρικά έξοδα; Πώς ζει ο άνθρωπος που πρέπει να φροντίζει μόνος του τον οικείο του με χρόνια αρρώστια επειδή δε διαθέτει χρήματα για βοήθεια; Και μπορούν οι «έχοντες» -και μαζί τους αυτοί που εκλέγονται και ασκούν εξουσία- να απευθύνονται σε όσους ζουν αυτές τις δύσκολες ζωές μέρα με τη μέρα, λέγοντάς τους να «κάνουν υπομονή»; Ίσως να ήταν πιο πειστικοί, αν κάθονταν κι εκείνοι μαζί με τους υπόλοιπους στην ουρά κάθε πρώτη του μήνα, αν ζούσαν στριμωγμένοι σε μικρά διαμερίσματα σε θορυβώδεις γεμάτους καυσαέριο δρόμους, αν έψαχναν αγχωμένοι να παρκάρουν κάθε πρωί πηγαίνοντας στη δουλειά για να μην αργήσουν να χτυπήσουν την «κάρτα ωραρίου», αν φρόντιζαν μόνοι τους έναν άνθρωπο με ειδικές ανάγκες στο σπίτι, αν περίμεναν μήνες για μια ιατρική εξέταση, αν δεν είχαν πού να αφήσουν το παιδί τους όταν αρρωσταίνει, αν το έβλεπαν να βυθίζεται στο άγχος για να περάσει στη σχολή που θέλει επειδή δεν υπάρχει οικονομική δυνατότητα για τίποτα άλλο, αν τους κυνηγούσαν οι «εισπρακτικές εταιρίες», αν έκαναν προσθαφαιρέσεις στο μυαλό τους όλη την ώρα μέσα στο σούπερ μάρκετ για να μη βγουν «εκτός», αν κατέληγαν να ζουν με ψυχοφάρμακα από την ανασφάλεια και την αβεβαιότητα.

Αλλά, πώς γίνεται αυτοί που ζουν τις άνετες ζωές, να νουθετούν τους -πολλούς- υπόλοιπους «να μη ζητάνε πολλά», επειδή «λεφτά δεν υπάρχουν», επειδή τα αιτήματά τους να έχουν καλύτερους μισθούς «δεν είναι της παρούσης», επειδή η συζήτηση για δραστική μείωση του ωραρίου εργασίας «είναι για το μέλλον», επειδή «δεν είναι η ώρα» για την επιθυμία τους να ζήσουν κι αυτοί μια καλή ζωή στο παρόν-παρότι δεν έχουν κάνει κάτι για να μην τους αξίζει;  Ή, πώς γίνεται, αυτοί που θεωρητικά συμφωνούν ότι όλοι αξίζουν να ζουν καλά, στην πράξη να φτιάχνουν «νοικοκυρεμένους προϋπολογισμούς», σύμφωνα με «τους κανόνες»;

Ο μόνος τρόπος να διατηρούν την «κοινωνική ειρήνη» είναι να πείθουν τους ανθρώπους ότι αυτή είναι η πραγματικότητα. Απειλώντας -ή αφήνοντας να αιωρείται- ότι «υπάρχουν και χειρότερα». Και οι άνθρωποι πείθονται για αυτό. Πείθονται ότι «αυτή είναι η πραγματικότητα». Εκπαιδεύονται να φοβούνται και να νιώθουν ένοχοι. Νιώθουν άσχημα να πουν δυνατά ότι συνθλίβονται στους χώρους εργασίας τους, ότι βουλιάζουν στη θλίψη, ότι χρωστάνε, ότι δε ζει κανείς σήμερα με χίλια ευρώ, ούτε με χίλια πεντακόσια αν έχει και παιδί- επειδή συνήθως θα βρεθεί κάποιος να τους απαντήσει με υψωμένο φρύδι «μη μιλάς, άλλοι άνθρωποι δεν έχουν δουλειά ή παίρνουν 500 ευρώ», ή «ας πρόσεχες να μη δανειζόσουν». Νιώθουν ντροπή να διεκδικήσουν, επειδή «δεν κοιτάνε γύρω τους τα χειρότερα». Σταματούν να θυμώνουν. Ή, ακόμη χειρότερα, θυμώνουν ο ένας με τον άλλον. Βυθισμένοι, οι «από κάτω», σε μια καλλιεργούμενη συλλογική ενοχή. Σε ένα οικονομικό σύστημα που τους κρατά φτωχούς -και τους κάνει να αισθάνονται υπεύθυνοι και για τη φτώχια τους, αλλά και για την επιθυμία τους να διεκδικήσουν το καλύτερο. Επειδή η ενοχή είναι πάντα το «υπερόπλο» που μπορεί να παραλύσει την ανθρώπινη δράση.

Οι τέσσερις λέξεις που «φυτεύτηκαν» στο μαλακό υπογάστριο της ελληνικής κοινωνίας, προπαγανδίστηκαν με ζήλο, για να τους κάνουν συνένοχους όλους, αυτούς που έχουν τον πλούτο και την εξουσία και αυτούς που δεν τα έχουν. Αυτές οι λέξεις, παράγουν ακόμα αποτέλεσμα. Παράγουν ακόμα ενοχή.  Εξακολουθούν να χρησιμοποιούνται ως εργαλείο -και όχι μόνο από τους «πρωτεργάτες» τους.

Και μοιάζει να ξεχνιέται αυτή η απλή ιδέα -ότι οι άνθρωποι δεν είναι όλοι ίδιοι, αλλά είναι όλοι ίσοι. Και μοιάζει να ξεχνιέται αυτή η απλή ιδέα -ότι αν «υπάρχουν και χειρότερα», υπάρχουν και καλύτερα. Μόνο μοιάζει, όμως, να ξεχνιούνται αυτές οι «απλές ιδέες». Οι κινητοποιήσεις στη Γαλλία είναι ένα μόνο παράδειγμα. Ο γάλλος πρόεδρος αντιλήφθηκε τον κίνδυνο για ολόκληρο το οικοδόμημα-κυρίως όταν φάνηκε η προοπτική σύνδεσης εργατικών και μαθητικών πληθυσμών με τους διαδηλωτές- και έκανε πίσω, παραχωρώντας το έλασσον προκειμένου να διαφυλάξει το μείζον, τουλάχιστον προς το παρόν. Η περίπτωση της Γαλλίας, όμως, έρχεται να προστεθεί σε μια αλυσίδα κοινωνικών εκρήξεων την τελευταία δεκαετία. Η οργή μεγαλώνει. Και η ενοχή, δε θα κρατήσει για πάντα.

 

www.ert.gr

Open post

Το επιτυχημένο «αθλητικό μοντέλο» του Δήμου Πατρέων

Το επιτυχημένο «αθλητικό μοντέλο» του Δήμου Πατρέων

του Νάσου Μπράτσου

Μπορεί οι εποχές της αλάνας να είναι πια παρελθόν, όμως η ανάγκη για αθλητισμό παραμένει και το «κενό» της αλάνας, καλύπτει μεγάλος αριθμός ερασιτεχνικών σωματείων σε όλη τη χώρα.

Παράλληλα, όπως συμβαίνει και σε όλους τους άλλους τομείς της ζωής μας, το αγαθό του αθλητισμού, δεν ξέφυγε από την «εμπορευματική αξία» με αποτέλεσμα από δικαιώμα να μετατραπεί σε «προϊόν», αφού άλλωστε η αθλητική ενασχόληση ήταν, είναι και θα είναι δημοφιλής δραστηριότητα.

Σημαντικό ρόλο στην επαφή των πολιτών με τον αθλητισμό είτε ερασιτεχνικό σωματειακό, είτε μαζικό λαϊκό αθλητισμό, είχε και έχει η Τοπική Αυτοδιοίκηση, μέσα από τους αθλητικούς χώρους των οποίων έχει την ευθύνη.

Στην Πάτρα και στο πλαίσιο της κοινωνικής πολιτικής του Δήμου βρίσκεται σε εξέλιξη και σε καλό δρόμο, μία σημαντική πρωτοβουλία της δημοτικής αρχής που αφορά στη διευκόλυνση της πρόσβασης όλων των παιδιών στον αθλητισμό.
Αρχικά να τονίσουμε ότι η παραχώρηση των δημοτικών γηπέδων στα αθλητικά σωματεία γίνεται δωρεάν, ενώ και το συνολικό κόστος λειτουργίας, συντήρησης κι εκσυγχρονισμού καλύπτει ο Δήμος και όχι οι αθλητικοί σύλλόγοι. Σε ορισμένες μόνο περιπτώσεις λόγω της έλλειψης προσωπικού και απαγόρευσης πρόσληψης τα σωματεία από κοινού αναλαμβάνουν τη φύλαξη – καθαριότητα.

Παράλληλα, από τη δημοτική αρχή, υπήρξε σύσταση κανονισμού λειτουργίας των αθλητικών χώρων, όπου μεταξύ άλλων προβλέπεται και η ρύθμιση του θέματος των συνδρομών για τα τμήματα υποδομής, θέμα που παντού στη χώρα, αποτελεί «πονοκέφαλο» για τους γονείς, ειδικά στις σφιχτές οικονομικές συνθήκες των τελευταίων χρόνων.

Επί πλέον με έγκυρη οικονομοτεχνική μελέτη έχει υπολογιστεί το μηνιαίο κόστος λειτουργίας των ακαδημιών των συλλόγων, στο οποίο βασικό μέγεθος είναι το μισθολόγιο των προπονητών (με βάση τις αποδοχές του καθηγητή φυσικής αγωγής στα σχολεία), το οποίο δεν επιδοτεί το κράτος ως οφείλει. Ακολούθως υπολογίστηκε το ύψος της μηνιαίας συνδρομής που πρέπει να καταβάλουν οι γονείς έτσι ώστε οι σύλλογοι να καλύπτουν τα πραγματικά έξοδα τους για τη λειτουργία των ακαδημιών τους χωρίς κέρδος. Με αυτό τον τρόπο τα παιδιά των εργαζομένων κάνουν αθλητισμό με 10 ευρώ το μήνα, όταν στην ελεύθερη αγορά το κόστος κυμαίνεται από 25 κι επάνω.

Παράλληλα ο Δήμος αναγνωρίζοντας το δίκιο των συλλόγων, που φυλλοροούν και απειλούνται με λουκέτο λόγω της υποχρηματοδότησης από την Πολιτεία, ειδικά τα τελευταία χρόνια, δεν αντιδικεί με τα σωματεία για την εφαρμογή του μέτρου, αλλά προσπαθεί να επεκτείνει την εφαρμογή του με τη συναίνεση τους και τη συνεργασία τους, αναδεικνύοντας τον κοινωνικό τους χαρακτήρα και στηρίζοντας τα στο έπακρο.

Η γενική αντίληψη είναι ότι οι φορολογούμενοι πολίτες πρέπει να απολαμβάνουν και το δικαίωμα πρόσβασης στον αθλητισμό, χωρίς επιπρόσθετες δαπάνες. Ειδικά για τον αθλητισμό στις παιδικές ηλικίες, δεν πρέπει η οικονομική κρίση να σταθεί εμπόδιο για τη λαίκή οικογένεια και να στερήσει από τα παιδιά της το δικαίωμα στον αθλητισμό, επειδή οι γονείς αντιμετωπίζουν προβλήματα απολύσεων, υποαπασχόλησης, καθυστερήσεις πληρωμών, ή περικοπές μισθών.

Σε συνέντευξή του στο ert.gr ο Κώστας Καραγκούνης πρόεδρος της Διοικούσας Επιτροπής του Δήμου Πατρέων για τα ποδοσφαιρικά γήπεδα του Δήμο, μας είχε δηλώσει σχετικά:

«Η χρήση των δημοτικών γηπέδων γίνεται δωρεάν από τα σωματεία και για το λόγο αυτό και για να μην στερηθεί κανένα παιδί το ποδόσφαιρο, έχουμε βάλει τον όρο οι συνδρομές στις υποδομές να μην ξεπερνάνε τα 10 ευρώ. Έτσι κανένα παιδί ανέργου ή πολύτεκνου δεν καλείται να πληρώσει συνδρομές 25-30 ευρώ που ζητούν υποδομές που δεν κάνουν χρήση των δημοτικών εγκαταστάσεων».

Μιλώντας στο παρελθόν με τον Τάκη Πετρόπουλο, άμισθο σύμβουλο του Δημάρχου Πατρέων Κ. Πελετίδη σε θέματα αθλητισμού, αλλά και πρόεδρο της διοικούσας επιτροπής του Παμπελοποννησιακού Σταδίου (και νυν πρόεδρο του Πολιτιστικού Οργανισμού), μας είχε δηλώσει πως «η υποχρέωση της κάθε κυβέρνησης να επιδοτεί τον ερασιτεχνικό αθλητισμό απορρέει από το ίδιο το σύνταγμα (άρθρο 18), από τους αθλητικούς νόμους του κράτους και για να το πάμε και λίγο παραπέρα και από τη Διεθνή Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού, που έχει υιοθετηθεί από την Unicef, έχει υπογραφεί από 191 χώρες του κόσμου μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα, της οποίας αποτελεί και νόμο και η τήρηση του εποπτεύεται από τον Συνήγορο του Παιδιού».

Να σημειώσουμε ότι σε σχέση με την προηγούμενη δημοτική αρχή, ο Δήμος Πατρέων κινείται με μειωμένο κατά 62% προύπολογισμό.

Η πρωτοβουλία αυτή του δήμου όπως είναι εύλογο έχει γίνει δεκτή με ενθουσιασμό από τους εργαζόμενους γονείς και οι αθλητικοί σύλλογοι που παρόλη την οικονομική τους συμπίεση διατηρούν τα παραδοσιακά κοινωνικά τους χαρακτηριστικά, αναγνωρίζουν το δικαίωμα όλων των παιδιών στον αθλητισμό. Η αντίληψη ότι είναι παράλογο οι εργαζόμενοι γονείς να καλύπτουν μέσω υψηλών διδάκτρων των ακαδημιών, το έλλειμμα που δημιουργεί η κρατική υποχρηματοδότηση του αθλητισμού κερδίζει έδαφος στην Πάτρα και η εφαρμογή αυτού του κοινωνικού μέτρου επεκτείνεται σιγά σιγά σε όλες τις αθλητικές εγκαταστάσεις του Δήμου Πατρέων ομαλά και χωρίς ιδιαίτερες τριβές

www.ert.gr

Posts navigation

1 2 3 4 5 14 15 16
Scroll to top