Open post

«Αναταράξεις» στον ερασιτεχνικό αθλητισμό από επίθεση κουκουλοφόρων σε ποδοσφαιρική ομάδα

«Αναταράξεις» στον ερασιτεχνικό αθλητισμό από επίθεση κουκουλοφόρων σε ποδοσφαιρική ομάδα

του Νάσου Μπράτσου

Το θέμα της βίας στα γήπεδα, ή και έξω από αυτά, αλλά και o ρόλος που καλείται να παίξει η πολιτεία στην πρόληψή της, κυριαρχεί από το μεσημέρι της Κυριακής 3/2 στο χώρο του ερασιτεχνικού ποδοσφαίρου, ειδικά στην Αθήνα.

Καταγγελίες, τραυματισμοί, παραιτήσεις, αστυνομία, ΕΚΑΒ και αθλητικές αρχές, καλούνται αρχικά να επιλύσουν το ζήτημα του ποιοι και γιατί έκαναν την επίθεση, τι θα γίνει με τον αγώνα, αλλά και πως θα σταματήσουν τέτοια φαινόμενα.

Συγκεκριμένα, πραγματοποιήθηκε επίθεση κουκουλοφόρων εναντίον αποστολής ποδοσφαιρικής ομάδας, με αποτέλεσμα να υπάρξουν ξυλοδαρμοί και τραυματισμοί, που οδήγησαν στη ματαίωση ποδοσφαιρικού αγώνα για το ερασιτεχνικό πρωτάθλημα της Α’ ΕΠΣΑ.

Σύμφωνα με καταγγελία της ομάδας του Μικρασιατικού Καισαριανής (διαβάστε το πλήρες κείμενο) όταν η ομάδα έφτασε με πούλμαν στο γήπεδο Αλκυών της Πετρούπολης, ομάδα 20 κουκουλοφόρων, με πέτρες σιδηρολοστούς και σιδηρογροθιές, χτύπησαν τα μέλη της αποστολής και το αποτέλεσμα ήταν να μεταφερθούν τρεις τραυματίες με ασθενοφόρο του ΕΚΑΒ στο Νοσοκομείο Γεωργ. Γεννηματάς όπου και διαγνώσθηκαν με κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις.

Ακολούθησε η επιστολή παραίτησης (διαβάστε το πλήρες κείμενο) του προέδρου του Μικρασιατικού Δημήτρη Αναγνώστου, ο οποίος ήταν ένας εκ των τραυματιών, στην οποία αναφέρει μεταξύ άλλων ότι: «οι αξίες που πρεσβεύω και εσχάτως το ένστικτό μου για αυτοσυντήρηση, με αναγκάζουν και δεν μου αφήνουν άλλη επιλογή από το να παραιτηθώ.

Τα θλιβερά γεγονότα που διαδραματίστηκαν στο γήπεδο Αλκυών της Πετρούπολης την Κυριακή 3-2-2019, στα οποία όχι μόνο ήμουν αυτόπτης μάρτυρας, αλλά και εν τοις πράγμασι θύμα, αφού δέχθηκα επίθεση και τραυματίστηκα από άγνωστους δράστες, μου προκάλεσαν αηδία, αποτροπιασμό και απέχθεια σε καθετί που σχετίζεται με το ερασιτεχνικό ποδόσφαιρο».

Από την πλευρά του το γηπεδούχο σωματείο του Άρη Πετρούπολης, παίρνει αποστάσεις από το γεγονός τονίζοντας ότι δεν έχει ανάμιξη και αναφέρει ότι: «Ο αγώνας του Άρη Πετρούπολης με τον Μικρασιατικό δεν έγινε λόγω επεισοδίων που έγιναν από άγνωστους, εκτός του γηπέδου, πριν από τον αγώνα».

Eπίσης σε αναλυτική ανακοίνωση επισημαίνει πως: «Ο Άρης Πετρούπολης τα τελευταία 3,5 χρόνια δεν έχει δώσει το παραμικρό δικαίωμα σε κανέναν σε θέματα φιλοξενίας, όπως και οι παλαιότερες διοικήσεις. Ξεκινήσαμε από το μηδέν, πετύχαμε την άνοδο στην Α’ ΕΠΣΑ και σε όσα ματς έχουμε δώσει 2,5 χρόνια στην Α’ κατηγορία καμία ομάδα δεν έχει εκδώσει ανακοίνωση για τη φιλοξενία που να στρέφεται κατά του συλλόγου μας. Το απόγευμα της Κυριακής πληροφορηθήκαμε ότι το πούλμαν του Μικρασιατικού δέχθηκε επίθεση και για όλα αυτά υπαίτιοι είμαστε εμείς; Δεν θα επιτρέψουμε σε κανέναν, που κυρίως έλαμψε δια της απουσίας του από το γήπεδο, να στοχειοθετεί μυθεύματα που βγαίνουν από τη φαντασία του και έχουν ως κύριο στόχο να βλάψουν το σύλλογο μας. Ο Άρης Πετρούπολης δεν έχει ποτέ βλάψει κανέναν και δεν θα επιτρέψει σε κανέναν να παίξει με την ιστορία του διότι θα υποστεί τις ανάλογες συνέπειες».

Τέλος, συμπληρώνει ότι: «Με το σωματείο Μικρασιατικό δεν υπάρχει καμία διαφορά και δεν μας χωρίζει τίποτα και ευχόμαστε να είναι υγιείς τα πρόσωπα που τραυματίστηκαν».

Αδιασταύρωτες πληροφορίες που κυκλοφόρησαν στο διαδίκτυο,  κάνουν λόγο για επίθεση από «παρανόηση» και αναφέρουν ότι ο στόχος των κουκουλοφόρων ήταν μέλη της Χρυσής Αυγής, που συνήθως δίνουν το παρόν στο κοντινό με το γήπεδο νεκροταφείο, για το μνημόσυνο του Έκτορα Γιαλοψού, του αρχικελευστή που ήταν ένα από τα θύματα στην κρίση των Ιμίων.

Aξίζει να σημειωθεί ότι το Μάιο του 2016 ο Μικρασιατικός είχε χορηγήσει ιματισμό σε προσφυγόπουλα από τον Ελαιώνα, για να μπορέσουν να πάρουν μέρος σε ποδοσφαιρικό τουρνουά στην Καισαριανή.

Φωτο αρχείου

www.ert.gr

Open post

Σαν παλιό σινεμά…

Σαν παλιό σινεμά…

του Νάσου Μπράτσου

Συχνά και χωρίς προαποφασισμένη επιλογή για ρεπορτάζ, υπάρχουν πλάνα της Αθήνας που μας κάνουν να εστιάζουμε την προσοχή μας σε αυτά. Ιδίως όταν μας θυμίζουν άλλες εποχές πιο παλιές, που άλλοι τις έχουν προλάβει και άλλοι τις φαντάζονται μέσα από παλιές ελληνικές ταινίες.

Έτσι, χωρίς αιτία, φωτογραφίσαμε τρια σημεία, ένα νεοκλασσικό κτήριο στην οδό Αγίου Μελετίου, ένα κτήριο που η σκεπή του μας θύμισε άλλες εποχές, στην πλατεία Αττικής και μία ταμπέλα καφενείου μέσα σε μέγαρο στην 3η Σεπτεμβρίου, κοντά στην Ομόνοια, όπου υπάρχει ακόμα το εξαψήφιο τηλεφωνικό νούμερο και μας πάει στην εποχή που μπορεί το γκαρσόνι να μας ρωτήσει αν θέλουμε «πορτοκαλάδα από πορτοκάλι».

Kαι αφού θυμηθήκαμε μία σκηνή από τον παλιό ελληνικό κινηματογράφο, να συνεχίσουμε με μια φωτο έξω από την Αθήνα στην περιοχή Λουτρόπυργος – Νεράκι, κοντά στην Ελευσίνα, όπου στο παλιό εργοστάσιο είχε γυριστεί το 1966 η ταινία «η κόρη μου η σοσιαλίστρια».

Τελικά, στις εποχές των μεγάλων εμπορικών κέντρων, των κινητών και των τάμπλετς, υπάρχουν ακόμα γωνιές που μας πάνε χρόνια πίσω. Και είναι αρκετές που έχουν επιβιώσει από τις αντιπαροχές.

Το «πωλείται» που έχει γραφτεί με μπογιά στο σπιτάκι δίπλα σε αυτό της κεντρικής φωτογραφίας, μάλλον δεν επιτρέπει ιδιαίτερη αισιοδοξία για το μέλλον.

www.ert.gr

Open post

Χωρίς χρήματα η αμερικανική κυβέρνηση

Χωρίς χρήματα η αμερικανική κυβέρνηση

Αυτό που συμβαίνει στην Αμερική εδώ και μερικές ώρες δείχνει και αυτό που είναι η Αμερική, τουλάχιστον σε κάποιο (υψηλό) επίπεδο. Διότι μπορεί εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι να αναγκαστούν να απέχουν από την εργασία τους μια και το κράτος δεν μπορεί να αναλάβει την υποχρέωση της πληρωμής τους, αλλά η Αμυντική Διοίκηση Αεροδιαστήματος Βόρειας Αμερικής, το περίφημο NORAD, θα βρίσκεται στη θέση της για να ενημερώσει τους πολίτες πού ακριβώς θα βρίσκεται ο… Άγιος Βασίλης και ποια συγκεκριμένη πορεία θα διαγράψει με το έλκηθρό του το βράδυ των Χριστουγέννων. Από τη μια μεριά, λοιπόν, ο μύθος, ο κοινωνικός συναισθηματισμός, και από την άλλη μεριά οι πολιτικές διαπραγματεύσεις με τις οικονομικές τους προεκτάσεις, οι οποίες τον καθιστούν απαραίτητο. Τι συμβαίνει, όμως, και έφτασαν οι Ηνωμένες Πολιτείες σε αυτή την κατάσταση, η οποία δεν είναι και πρωτόγνωρη;

Για να είμαστε ακριβείς, το θέμα ξεκίνησε το καλοκαίρι του 2014, όταν, όπως παρατηρεί το Bloomberg, οι συνεργάτες του Ντόναλντ Τραμπ, υποψήφιου τότε για το χρίσμα των Ρεπουμπλικανών, έψαχναν κάποιον τρόπο για να θυμάται να αναφέρει στις προεκλογικές του ομιλίες το μεταναστευτικό ως εξαιρετικά σημαντικό ζήτημα. Ο Σαμ Νάνμπεργκ φαίνεται να πιστώνεται την ιδέα της κατασκευής ενός τείχους κατά μήκος των συνόρων των Η.Π.Α. με το Μεξικό, ως το παράδειγμα που θα κέρδιζε την προσοχή του Ντόναλντ Τραμπ αρκετά για να το αναφέρει με κάθε ευκαιρία. Ο ίδιος ο Ντόναλντ Τραμπ, όμως, αρχικά δεν ενθουσιάστηκε και πολύ με την ιδέα, αν και το «Τείχος» ενθουσίαζε τα συντηρητικότερα τμήματα των Ρεπουμπλικανών από την εποχή του νεότερου Τζορτζ Μπους, τουλάχιστον. Λίγους μήνες αργότερα, ο Τραμπ ανέφερε την ιδέα σε μία προεκλογική συγκέντρωση στην Άιοβα, όπου ο ενθουσιασμός του ακροατηρίου τον έπεισε για τη δύναμή της. Μάλιστα, πρόσθεσε ένα στοιχείο που μόνο ο έμπειρος κατασκευαστής μπορούσε να αξιοποιήσει, λέγοντας ότι «κανείς δεν χτίζει σαν τον Τραμπ». Κάπως έτσι, το χτίσιμο του τοίχου έγινε σήμα κατατεθέν της εκστρατείας του, κερδίζοντας την ψήφο σημαντικών συντηρητικών προσωπικοτήτων των media, για τις οποίες ο Αμερικανός πρόεδρος έχει αποδείξει πως τρέφει μεγάλη συμπάθεια.

Την προηγούμενη εβδομάδα, το αμερικανικό κογκρέσο χρειάστηκε να υπερψηφίσει τον προϋπολογισμό, και ο πρόεδρος της χώρας απαίτησε να συμπεριληφθεί πρόνοια για τη χρηματοδότηση της κατασκευής του τείχους με 5 δισεκατομμύρια δολάρια. Μάλιστα, σε παλαιότερη συνάντησή του με την ηγεσία των Δημοκρατικών στη Βουλή των Αντιπροσώπων και στη Γερουσία, ο πρόεδρος Τραμπ είχε πει πως θα ήταν τιμή του να οδηγήσει την αμερικανική κυβέρνηση σε χρηματοδοτικό αδιέξοδο για το τείχος. Επειδή, όμως, τα κοινοβουλευτικά μαθηματικά είναι συνήθως λιγότερο δημιουργικά από τα οικονομικά μαθηματικά, και ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών κατάλαβε νωρίς ότι η συγκεκριμένη πρόνοια δεν συγκεντρώνει την απαραίτητη στήριξη σε κανένα σώμα του Κογκρέσου (ακόμα και τώρα που το κόμμα του πλειοψηφεί και στα δύο), ο Ντόναλντ Τραμπ αποφάσισε να κάνει πίσω και να αποδεχθεί ένα νομοσχέδιο που δεν θα χρηματοδοτούσε την κατασκευή. Το πρόβλημα δεν ήταν στις συζητήσεις του ιδίου και των συνεργατών του με την ηγεσία των δύο κομμάτων στο Κογκρέσο, αλλά στην οργή εκείνων των προσωπικοτήτων των media, ειδικά του ραδιοφώνου, οι οποίες τον κατηγορούσαν για έλλειψη πεποιθήσεων και για προδοσία. Ο Ντόναλντ Τραμπ γνωρίζει καλά ότι η εκλογική του βάση εντοπίζεται στα πλέον συντηρητικά τμήματα του εκλογικού σώματος, και εμπιστεύτηκε τα προβεβλημένα κοινοβουλευτικά στελέχη που τα εκπροσωπούν εντός του κόμματός του. Άκουσε, λοιπόν, όπως καταγράφει και το Politico, τον Μαρκ Μέντοουζ και τον Τζιμ Τζόρνταν, οι οποίοι εντάσσονται στο λεγόμενο House Freedom Caucus, την «Ομάδα Ελευθερίας της Βουλής των Αντιπροσώπων». Η συμβουλή τους, ενάντια στις διαπραγματεύσεις που κατά την ίδια περίοδο είχαν, σύμφωνα και με τις μέχρι τότε διαβεβαιώσεις του ίδιου του Αμερικανού προέδρου, ο Αντιπρόεδρος Πενς, ο εκτελών χρέη Επιτελάρχη του Λευκού Οίκου, και ο Τζάρεντ Κούσνερ, με τους Δημοκρατικούς, ήταν η άμεση και απόλυτη σύγκρουση, ειδικά εν όψει της αλλαγής ηγεσίας στη Βουλή των Αντιπροσώπων. Η αλήθεια είναι πως ο πρόεδρος Τραμπ θα έχανε όποια και αν ήταν η απόφασή του. Αν συμβιβαζόταν με τις προτάσεις των Δημοκρατικών, θα έχανε την εμπιστοσύνη της εκλογικής του βάσης. Οδηγώντας την κυβέρνηση σε χρηματοδοτικό αδιέξοδο χάνει σε επίπεδο ηγετικού προφίλ, αλλά και ως προς την εκτίμηση των πιο μετριοπαθών και κεντρώων ψηφοφόρων των Ρεπουμπλικανών. Όπως και να έχει, στις 3 Ιανουαρίου αναλαμβάνουν τον έλεγχο της Βουλής οι Δημοκρατικοί, οπότε και οι πιθανότητες αντιπαράθεσης αυξάνονται εκθετικά. Επιλέγοντας την σύγκρουση τώρα, ο Ντόναλντ Τραμπ δείχνει να αποφασίζει εκείνος για την κλιμάκωση, αν και η ισορροπία παραμένει λεπτή: Από τη μία θέλει να πιστωθεί την επίδειξη πυγμής, αλλά από την άλλη θέλει να χρεώσει στους Δημοκρατικούς το αδιέξοδο. Σε αυτό το κλίμα εντάσσονται οι αναρτήσεις του στο twitter, με τις οποίες προσπαθεί να αποστασιοποιηθεί από την περηφάνεια του για την παρούσα συνθήκη, τονίζοντας ότι η συνεχιζόμενη χρηματοδότηση της αμερικανικής ομοσπονδιακής κυβέρνησης εξαρτάται από τις ψήφους των Δημοκρατικών. Την ίδια ώρα γνωρίζει πολύ καλά αυτό που και ο επικεφαλής Δημοκρατικός στη Γερουσία τόνισε, όταν ο Τσακ Σούμερ είπε: «Κύριε Πρόεδρε, δεν θα έχετε το τείχος σας σήμερα, ούτε την άλλη εβδομάδα, ούτε όταν αναλάβουν την εξουσία οι Δημοκρατικοί, στις 3 Ιανουαρίου». Την Κυριακή το πρωί, ο Μικ Μαλβέινι, ο οποίος εκτός από εκτελών χρέη επιτελάρχη του Λευκού Οίκου είναι και επικεφαλής θεμάτων προϋπολογισμού, είπε στο Fox News ότι το αδιέξοδο μπορεί να συνεχιστεί μέχρι τις αρχές του επόμενου χρόνου. Είχε προηγηθεί η απόρριψη εκ μέρους των Δημοκρατικών πρότασης που αφορούσε ποσό για τη χρηματοδότηση του τείχους, το οποίο ήταν μικρότερο από τα 5,7 δισεκατομμύρια δολάρια που αρχικά ζητούσε ο πρόεδρος Τραμπ.

Πριν δούμε αναλυτικά πώς η έλλειψη χρηματοδότησης επηρεάζει την αμερικανική κυβέρνηση, έχει σημασία το πολιτικό κλίμα που διαμορφώνει, αλλά και αυτό που φανερώνει. Ο πρόεδρος Τραμπ αποξενώνει για άλλη μια φορά σημαντικούς του συμμάχους, όπως τον Μιτς ΜακΚόνελ, τον επικεφαλής της ρεπουμπλικανικής πλειοψηφίας στη Γερουσία, ο οποίος έχασε σημαντικό μέρος του κύρους του, όταν οι συμφωνίες που έκανε με Γερουσιαστές στο κόμμα του, αλλά και στο κόμμα των Δημοκρατικών ακυρώθηκαν εκ των πραγμάτων από την αλλαγή στάσης του προέδρου Τραμπ και την επιστροφή του στην απαίτηση χρηματοδότησης του τείχους. Είναι χαρακτηριστικό πως ο ΜακΚόνελ, όπως τονίζει το Politico, σταμάτησε να διαπραγματεύεται με τους συναδέλφους του, και άφησε την Γερουσία να λύσει την συνεδρίασή της για τις γιορτές χωρίς να διακινδυνεύσει μια αβέβαιη παρασκηνιακή συμφωνία ή μια αβέβαιη φανερή ψηφοφορία. Είχε προηγηθεί η εμφατική του άρνηση να επιδιώξει την επιθυμία του Αμερικανού προέδρου, ο οποίος ζητούσε τον περιορισμό της πλειοψηφίας που απαιτείται στη Γερουσία για την υπερψήφιση νομοσχεδίων, από τις 60 στις 51 ψήφους. Ακόμα σημαντικότερο είναι το γενικότερο επιχείρημα που διατυπώνει το Bloomberg, όταν παρατηρεί πως, παραδόξως, αυτή η επίδειξη ισχύος από τον πρόεδρο Τραμπ πραγματοποιείται μια στιγμή κατά την οποία η δύναμή του έχει κλονιστεί: Η παραίτηση του υπουργού Αμύνης Τζέιμς Μάτις, η αρνητική πορεία του χρηματιστηρίου και η έρευνα του ειδικού κατηγόρου Ρόμπερτ Μάλερ αφαιρούν σημαντικά χαρτιά από το φύλλο του Ντόναλντ Τραμπ.

Επί του πρακτέου, το χρηματοδοτικό αδιέξοδο σημαίνει πως το ¼ της αμερικανικής κυβέρνησης δεν μπορεί να λειτουργήσει (τα υπόλοιπα ¾ καλύπτονται από παλαιότερα νομοσχέδια, τα οποία εγγυώνται τους απαραίτητους οικονομικούς πόρους μέχρι και τον Σεπτέμβριο). Τα τμήματα της κυβέρνησης που επηρεάζονται περιλαμβάνουν τα υπουργεία Γεωργίας, Εμπορίου, Εθνικής Ασφαλείας, Στέγασης και Αστικής Ανάπτυξης, Εσωτερικών, Δικαιοσύνης, Εξωτερικών, Μεταφορών, και Οικονομικών. Σε σύνολο 800.000 εργαζομένων, περίπου 380.000, όπως υπολογίζουν οι New York Times, θα αναγκαστούν να απέχουν από την εργασία τους ώστε να μην έχουν δικαίωμα οικονομικών αξιώσεων, ενώ οι υπόλοιποι, ως απαραίτητο προσωπικό, θα κληθούν να εργαστούν χωρίς εγγύηση πληρωμής, αν και σε όλες τις προηγούμενες περιπτώσεις ανάλογου αδιεξόδου, το αμερικανικό Κογκρέσο είχε υπερψηφίσει την εκ των υστέρων πληρωμή τους. Η υποχρέωση αποχής από την εργασία τους δημιουργεί πλήθος προβλημάτων. Για παράδειγμα, όπως σχολιάζει η Washington Post, το υπουργείο Εσωτερικών σκοπεύει να ειδοποιήσει μέσω e-mail τους εργαζόμενους σε αυτό για το αν έχουν αξιολογηθεί ως απαραίτητο προσωπικό ή όχι. Το εντυπωσιακό πρόβλημα είναι πως οι εργαζόμενοι στην ομοσπονδιακή κυβέρνηση δεν πρέπει να ελέγχουν τα εργασιακά τους e-mail όταν η κυβέρνηση βρίσκεται σε αυτή την κατάσταση. Σε κάθε περίπτωση, τα ταχυδρομεία, ο στρατός και τα προγράμματα κοινωνικής πρόνοιας δεν θα επηρεαστούν. Άλλωστε, η κυβέρνηση έχει κάποια πείρα πια: Μόνο επί της παρούσας σύνθεσης, με τους Ρεπουμπλικανούς να ελέγχουν και τα δύο σώματα του Κογκρέσου, αυτή είναι η τρίτη φορά που ξεμένει από χρήματα. Κάπως έτσι, λοιπόν, ενώ διάφορα εθνικά πάρκα θα είναι κλειστά, ενώ τόσα υπουργεία ψάχνονται να βρουν ποιοι εργαζόμενοι τους είναι απαραίτητοι και ποιοι όχι, το σίγουρο είναι ότι το NORAD θα παρακολουθεί την πορεία του Άγιου Βασίλη.

www.ert.gr

Open post

«Υπάρχουν και χειρότερα»

«Υπάρχουν και χειρότερα»

της Μάχης Μαργαρίτη

Είναι η φράση που «στοιχειώνει» τη χώρα τα τελευταία χρόνια. Όσοι διεκδικούν κάτι καλύτερο στους χώρους εργασίας, στην καθημερινότητα, στη ζωή τους, βρίσκονται αντιμέτωποι με μια σειρά -παρόμοιων- απαντήσεων: «Όπως όλοι κι εσύ», «δεν είναι της παρούσης», «τι να κάνουμε, έτσι είναι η κατάσταση», «δεν είναι η ώρα για αυτά» -στο «αυτά» περιλαμβάνονται κάθε είδους διεκδικήσεις, με τις αναμενόμενες, βέβαια, εξαιρέσεις. Σε μια εποχή που οι εργαζόμενοι παράγουν πρωτοφανή στην ιστορία πλούτο και τον βλέπουν να κινείται γύρω τους, θα περίμενε κανείς ότι το να ακούνε επαναλαμβανόμενα πως «υπάρχουν και χειρότερα» δε θα τους έπειθε -το αντίθετο, θα τους θύμωνε. Kάπου εδώ, έρχεται ο «δράκος» της ιστορίας.

Μετά το κραχ του ΄30 στις Ηνωμένες Πολιτείες και το «δίδαγμα» της κρίσης, ο υπουργός Οικονομικών της χώρας Άντριου Μέλον περιέγραφε το όραμά του για το μέλλον, λέγοντας, «οι άνθρωποι θα δουλεύουν πιο σκληρά, θα ζουν μια πιο ηθική ζωή». Το 2008, μετά την κατάρρευση της αμερικανικής τράπεζας Lehman, η καγκελάριος της Γερμανίας Μέρκελ δήλωνε, ««η σουηβή νοικοκυρά θα μας έλεγε την εμπειρική σοφία της: μακροπρόθεσμα, δε μπορείς να ζεις πέρα από τις δυνατότητές σου». Στην Ελλάδα ειπώθηκε με μια μικρή φράση, συμβολίζοντας τη συνευθύνη -υποτίθεται- όλων για την οικονομική κατάσταση της χώρας: αυτών που έπαιρναν τις αποφάσεις και αυτών που τις δέχονταν, αυτών που δανείζονταν και αυτών που δάνειζαν -αλλά στην ουσία μεταφέροντας την ευθύνη σε αυτούς που «έζησαν με δανεικά» μια ζωή για την οποία «δεν υπήρχε δυνατότητα».

Ο «οικονόμος νοικοκύρης»

Η «σουηβή νοικοκυρά», αυτή η οικονόμα και μετρημένη γυναίκα  την οποία συχνά μνημονεύει η Άνγκελα Μάρκελ, ζει στα γραφικά χωριά της νοτιοδυτικής Γερμανίας. Εκεί, οι άνθρωποι αγοράζουν με φειδώ, και αποταμιεύουν το ένα τρίτο της αξίας του ακινήτου που σκοπεύουν να αγοράσουν, προτού πάρουν δάνειο. Δύο από αυτές τις «συνετές νοικοκυρές» μίλησαν το 2012 στον Guardian. Σιγουρεύονται, είπαν, πάντα ότι έχουν αρκετά χρήματα στους τραπεζικούς τους λογαριασμούς για να πληρώνουν έγκαιρα το χρέος τους. Είναι, λοιπόν, μια φτωχή περιοχή αυτά τα μικρά χωριά, όπου οι κάτοικοι ζουν λιτά και δεν καταναλώνουν; Οι 20.000 κάτοικοι του Γκέρλιγκεν έχουν αγοραστική δύναμη που εκτιμάται στα 500 εκατομμύρια ευρώ τον χρόνο -περισσότερη από κάθε άλλη πόλη στη Βάδη-Βυρτεμβέργη- σύμφωνα με το ίδιο ρεπορτάζ. Η επικεφαλής της ένωσης νοικοκυρών της Βυρτεμβέργης έλεγε, «οι σουηβοί αγοράζουν πολυτελή ρούχα και άλλα αγαθά, απλώς δεν τους αρέσει να τα επιδεικνύουν. Δε θα δείτε εντυπωσιακά καπέλα στους δρόμους ούτε κοσμήματα -οι άνθρωποι τα δείχνουν ο ένας στον άλλο μόνο κατ΄ιδίαν». Οι σουηβοί έχουν και σχετική έκφραση -«μυστικά πλούσιος». Και όταν οι γυναίκες αγοράζουν γούνινο παλτό, το φοράνε ανάποδα για να μη φαίνεται η γούνα. Αλλά για να μπορούν οι κάτοικοι να αποταμιεύουν τόσα χρήματα ώστε να αγοράζουν σπίτια και είδη πολυτελείας -που δε δείχνουν παραέξω, όπως οι ίδιοι λένε- σημαίνει, καταρχάς, ότι με κάποιον τρόπο κερδίζουν -ή έχουν- αρκετά.

Τι συμβαίνει, όμως, με αυτούς που δεν κερδίζουν -ή δε γεννιούνται με- αρκετά; Σε άρθρο που δημοσιεύτηκε τον περασμένο χρόνο στην ιστοσελίδα του Open Democracy, αναφερόταν ότι τον Νοέμβριο του ΄17 η Στατιστική Υπηρεσία της Βρετανίας κοινοποίησε στοιχεία για την εξέλιξη του πλούτου στον χρόνο. Στα χαρτιά, ο καθαρός πλούτος τριπλασιάστηκε από το 1995, αυξημένος κατά πάνω από επτά τρισεκατομμύρια λίρες. Από πού ήρθε και ποιος ωφελήθηκε; Πάνω από πέντε από αυτά τα τρισεκατομμύρια έχουν να κάνουν με την αύξηση στην αξία των κατοικιών -δηλαδή του «χρηματιστηρίου κατοικίας». Αυξήθηκαν τόσο πολύ τα διαθέσιμα σπίτια; Η ίδια η υπηρεσία εξηγούσε ότι η συσσώρευση χρήματος στον τομέα είχε να κάνει «κυρίως με τις αυξήσεις στις τιμές των σπιτιών παρά με μια αλλαγή στον αριθμό των κατοικιών». Σε δύο δεκαετίες, η αξία της γης στην αγορά τετραπλασιάστηκε. Για όσους είχαν ήδη γη, αυτό έφερε τεράστια οφέλη. Τα οποία και αξιοποίησαν. Οι Τάιμς έγραψαν ότι μόνο τους πρώτους τρεις μήνες του 2017, οι «baby boomers» -γεννημένοι αμέσως μετά τον πόλεμο- ρευστοποίησαν 850 εκατομμύρια λίρες -το ένα τρίτο πήγε στην αγορά αυτοκινήτων, πάνω από το ένα τέταρτο για διακοπές, και το υπόλοιπο  στην αγορά κι άλλων ακινήτων. Αντίθετα, η κατάσταση γινόταν όλο και πιο δύσκολα για όσους θέλουν να αγοράσουν μια πρώτη κατοικία. Στα μέσα της δεκαετίας του ΄90, νοικοκυριά με χαμηλά και μεσαία εισοδήματα μπορούσαν να πληρώσουν μια προκαταβολή για αγορά σπιτιού μετά από αποταμίευση τριών χρόνων -σήμερα τα ίδια νοικοκυριά χρειάζονται 20 χρόνια για να συγκεντρώσουν το ίδιο ποσό. Πολλοί αναγκάζονται να νοικιάζουν. Το Chartered Institute of Housing της Βρετανίας περιέγραψε πώς παλιότερα νοικοκυριά έχουν χρησιμοποιήσει τον πλούτο από ακίνητά τους για να αγοράσουν κι άλλη περιουσία, νοικιάζοντάς τη σε αυτούς που δε μπορούν να αποκτήσουν σπίτι. Και εκεί, οι αυξήσεις είναι τεράστιες: το ποσοστό του εισοδήματος που δαπανάται για στεγαστικά κόστη, από 10% το 1980 έχει εκτοξευτεί στο 36% σήμερα.

«Είναι ώρα να αποκαλέσουμε τη στεγαστική κρίση αυτό που πραγματικά είναι: η μεγαλύτερη μεταβίβαση πλούτου στην ιστορία», ήταν ο τίτλος του σχετικού άρθρου. Κυρίως ωφελήθηκαν προηγούμενες γενιές, που σταδιακά, όμως, περνούν αυτόν τον πλούτο στους απογόνους τους κληροδοτώντας τον. Αποτέλεσμα, ένα όλο και αυξανόμενο χάσμα γενεών, αλλά και ένα αυξανόμενο ταξικό χάσμα.

Ταυτόχρονα, όσοι δεν ανήκουν στους προνομιούχους «έχοντες», κατέφυγαν στον δανεισμό για να αγοράσουν ένα σπίτι-πρώτη κατοικία, προκειμένου να μην είναι έρμαια στις διαθέσεις ενός ιδιοκτήτη και της «αγοράς». Με τις συντάξεις και την κοινωνική ασφάλιση να μειώνονται και τους μισθούς να παγώνουν, η επένδυση σε ένα σπίτι ταυτίστηκε με μια μελλοντική οικονομική ασφάλεια.  Άλλοι θέλησαν να απομακρυνθούν από επιβαρυμένες περιοχές και να αναζητήσουν μια καλύτερη ποιότητα ζωής. Αλλά, ξαφνικά, εδώ και λίγα χρόνια, όσοι δανείστηκαν για να αγοράσουν ένα σπίτι καλύτερο από αυτό στο οποίο μεγάλωσαν, δεν είναι πια άνθρωποι που θέλουν κάτι καλύτερο -είναι οι «ανεύθυνοι δανειολήπτες που πληρώνουν την ηθικά σωστή ποινή για το ότι ζουν πέρα από τις δυνατότητές τους».

«Χρέος» ίσον «ενοχή»

Η ρίζα της λέξης «χρέος», schulden στα γερμανικά , σημαίνει «ενοχή». Το χρέος είναι το φονικό όπλο του καπιταλισμού, έχει πει η Σίλβια Φεντερίτσι, αμερικανίδα καθηγήτρια κοινωνικών επιστημών και ακτιβίστρια. Χρησιμοποιείται σε παγκόσμια κλίμακα, καθώς είναι πολύ αποτελεσματικό για την εκμετάλλευση των ατόμων. Από-κινητοποιεί και δε γεννά γενική αντίσταση, ακριβώς επειδή το χρέος κρύβει την εκμετάλλευση και απομονώνει τους ανθρώπους. Ένας εργαζόμενος που αναμιγνύεται σε μια διαμάχη για τον μισθό του θα αντιληφθεί την αδικία και την εκμετάλλευση ως θύμα-μέλος μιας κοινότητας ανθρώπων, ενώ ως ιδιώτης κάτοχος χρέους θα εμφανιστεί ότι απολαμβάνει ατομικά τα χρήματά του για δικό του όφελος.

Αλλά οι άνθρωποι δεν έχουν άλλη επιλογή παρά να δανειστούν για να επωφεληθούν από υπηρεσίες που θα έπρεπε να τους παρέχονται από το κράτος. Δεν αντιλαμβάνονται ότι τους εκμεταλλεύονται οι τράπεζες και νιώθουν ένοχοι, σκεπτόμενοι στις περισσότερες περιπτώσεις ότι το χρέος είναι αποτέλεσμα κακής διαχείρισης, εξηγεί η αμερικανίδα καθηγήτρια. Γιατί το σκέφτονται αυτό; επειδή η λιτότητα προπαγανδίζεται όχι μόνο ως οικονομικά, αλλά και ως ηθικά αναγκαία. Και τι περιμένει αυτόν που δεν την εφαρμόζει στη ζωή του -η τιμωρία. Οι πολιτικές λιτότητας, με όποιο όνομα κι αν τις αποκαλεί κανείς, μετατρέπουν μια οικονομική κατάσταση σε «ένα παραμύθι ηθικής με άγιους και αμαρτωλούς», οδηγώντας σε τιμωρία των «αμαρτωλών», έλεγε το 2015 στους New York Times ο Μαρκ Μπλάιθ, πολιτικός οικονομολόγος στο πανεπιστήμιο Μπράουν. «Λιτότητα: Η Ιστορία μιας Επικίνδυνης Ιδέας», λέγεται το βιβλίο του στο οποίο εντοπίζει τη σύλληψη της ιδέας στον 17ο αιώνα.

Οι άνθρωποι, όμως, που κατηγορούνται ότι «άπλωσαν τα πόδια παραπάνω από όσο μπορούσαν», δανείστηκαν με δεδομένους τους μισθούς που είχαν προ κρίσης, με βάση τους οποίους έκαναν τον προγραμματισμό αποπληρωμής του χρέους τους. Δεν έκαναν «λάθος υπολογισμό». Προγραμμάτισαν με βάση τα δεδομένα. Και τώρα, κατηγορούνται ότι δεν πρόβλεψαν την κρίση του καπιταλισμού, τις απολύσεις και τη μεγαλύτερη φτωχοποίησή τους. Στην Ελλάδα, οι δημιουργοί του αφηγήματος της συνευθύνης όλων -εχόντων και μη- για την κατάσταση της οικονομίας, θέλησαν να το συνδέσουν και με «ειδικά» χαρακτηριστικά του «ελληνικού λαού» -«ροπή στην τεμπελιά», «έλλειψη πειθαρχίας» και λοιπά στερεότυπα, με μια διπλή «κίνηση-ματ»: «φόρτωσαν» τον καθένα με την «ατομική του ευθύνη» για την κρίση, και όλους μαζί -πλην των εχόντων που, φυσικά, δε φταίνε σε τίποτα αφού ζούσαν σύμφωνα με τις δυνατότητές τους- με τη «συλλογική ευθύνη» ενός «τεμπέλη λαού με ροπή στην καλοπέραση». Ατομική και συλλογική ενοχή. Δύσκολο να αντιμετωπιστεί το καθένα μόνο του, πόσο μάλλον και τα δύο μαζί.

Όμως, παρά την προσπάθεια να παρουσιαστεί το «πρόβλημα» ως «εθνικό», το ίδιο «παραμύθι» με τους ίδιους «δράκους» συναντάται και εκτός των ελληνικών συνόρων. Οι συζητήσεις για την Ελλάδα ακούγονται «καταθλιπτικά οικείες, ολόιδιες με αυτές που κάνουμε εδώ για τους φτωχούς, τους πλούσιους, και για το τι αξίζει σε ποιον», έγραφαν οι Τάιμς λίγα χρόνια πριν. Οι άνθρωποι καταλήγουν να ντρέπονται να παραδεχτούν ότι είναι φτωχοί και χρεωμένοι, επειδή το βιώνουν ως προσωπική αποτυχία: πιστεύουν ότι κακώς δανείστηκαν, ότι χρησιμοποίησαν με λανθασμένο τρόπο τα χρήματα, ότι έζησαν πάνω από τις δυνατότητές τους. Και ποιος ενοχικός διεκδικεί το οτιδήποτε;

Τι είναι η φτώχια;

Υπάρχει η απόλυτη φτώχια: Οι άστεγοι, οι άνεργοι, οι άνθρωποι που κυριολεκτικά δε μπορούν να επιβιώσουν. Αλλά δεν είναι μόνο αυτή η φτώχια. Φτώχια είναι να μη μπορεί κανείς να πάρει τα παιδιά του διακοπές σε ένα ωραίο μέρος δυο φορές τον χρόνο. Φτώχια είναι να μη μπορεί  κανείς να ταξιδέψει. Φτώχια είναι να μη μπορεί μια οικογένεια να παρακολουθεί συναυλίες στο Μέγαρο Μουσικής. Φτώχια είναι να μη μπορεί να πάει να δει μια ταινία σε ένα σινεμά, αφού μια έξοδος κοστίζει όσο ένα ημερομίσθιο. Φτώχια είναι να μη μπορεί κανείς να βγει έξω για ένα φαγητό χωρίς να αγχώνεται για τον λογαριασμό. Φτώχια είναι να μη μπορεί να πάρει δώρα στους ανθρώπους που αγαπά στις γιορτές επειδή του έχουν καταργήσει τους δύο παραπάνω μισθούς. Φτώχια είναι να πρέπει να μετρά συνέχεια στο μυαλό του τα έξοδα του μήνα και να βλέπει ότι τα χρήματα του μισθού του θα εξαφανιστούν προτού τα δει. Φτώχια είναι να πρέπει να δανείζεται. Με επιτόκια που φέρνουν σε κάποιους πλούτο «από τον αέρα» -αλλά με τις κατηγορίες να εκτοξεύονται εναντίον αυτών που δανείζονται, και όχι εναντίον αυτών στους οποίους έχει δοθεί το δικαίωμα να γίνονται πάμπλουτοι δανείζοντας, και του οικονομικού συστήματος που τους θάλπει.

Τις μέρες αυτές, δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι βρίσκονται στους δρόμους της Γαλλίας. Έγιναν γνωστοί ως τα «Κίτρινα Γιλέκα», επειδή διαμαρτύρονται για την αύξηση του φόρου στα καύσιμα ως «οικολογικού μέτρου». Όμως, ο φόρος είναι μόνο η αφορμή. «Στη μικρή πόλη Γκερέ, των 13.000 κατοίκων στις κοιλάδες της κεντρικής Γαλλίας, ένας σιωπηλός φόβος βασανίζει τα νοικοκυριά: Τι θα συμβεί όταν τα χρήματα τελειώσουν γύρω στις 20 του μήνα; Τι βάζω στο ψυγείο όταν δεν έχει μείνει τίποτα στον λογαριασμό μου και εκκρεμεί η πληρωμή του ηλεκτρικού ρεύματος; Πώς λέω στη γυναίκα μου ότι δε μπορούμε να βγούμε έξω αυτό το σαββατοκύριακο; Δεν είναι βαθιά φτώχια, αλλά ένα μόνιμο άγχος», γράφουν στο ρεπορτάζ τους από την περιοχή οι New York Times.

Η οργή των διαδηλωτών στρέφεται εναντίον των πολιτικών που τους κυβερνούν. Όλοι όσοι μιλούν στον απεσταλμένο της εφημερίδας, καταλήγουν στο ίδιο: «Δεν ξέρουν καν πώς τα βγάζουμε πέρα με τους μικρούς μας μισθούς -αλλά είμαστε κι εμείς άνθρωποι, για τον θεό!», λέει ένας από τους διαδηλωτές. «Ζούμε με στρες», λέει ένας κάτοικος. Ένας άλλος λέει ότι ο εννιάχρονος γιος του δεν έχει πάει ποτέ διακοπές, και ο μισθός του των 1.300 ευρώ «εξαφανίζεται αστραπιαία σε λογαριασμούς». Η γυναίκα ενός άλλου εργαζόμενου έδωσε τα τελευταία 40 ευρώ του μήνα σε τρόφιμα την προηγούμενη μέρα. «Αυτή τη στιγμή, είμαι στο μηδέν. Φτάνεις στο τέλος του μήνα, και δεν έχει μείνει τίποτα.»

«Θα ήθελα να μπορώ να πάω τη γυναίκα μου σε ένα εστιατόριο πού και πού, αλλά δε μπορώ», λέει ένας άλλος κάτοικος. Ένα ζευγάρι με τέσσερα παιδιά, συμμετέχουν κι αυτοί στις διαδηλώσεις. 1.800 ευρώ μισθό ο ένας, 1.500 ο άλλος, και «εξαφανίζονται γρήγορα». Το μήνυμα είναι ένα: «Απλώς δε βγαίνουμε μέχρι το τέλος του μήνα. Είμαστε απηυδισμένοι και είμαστε οργισμένοι».

«Ζούμε, αλλά πρέπει συνέχεια να προσέχουμε. Όλες οι μικρές απολαύσεις της ζωής έχουν χαθεί.» Ζούμε, αλλά πρέπει συνέχεια να προσέχουμε.

Το ερώτημα  δεν το θέτουν μόνο οι διαδηλωτές στη Γαλλία -είναι κοινό σε όλες τις καπιταλιστικές χώρες του κόσμου: πού οδηγεί είτε η ιδεολογική πίστη στη λιτότητα, είτε η πίστη στη «σταδιακή αναδιανομή» εντός του ισχύοντος οικονομικού συστήματος; Μπροστά στις γιγαντιαίες ανισότητες, τι κάνουν αυτοί που εκλέγονται για να παίρνουν τις αποφάσεις; Μπορεί να καταλάβει στα αλήθεια ένας άνθρωπος που βρίσκεται στους «χώρους λήψης των αποφάσεων», με λυμένα τα καθημερινά του προβλήματα, πώς είναι να ζει κάποιος στριμωγμένος σε ένα μικρό διαμέρισμα; Πώς είναι να στέκεται ένας άνθρωπος στην ουρά για να κόψει ένα εισιτήριο ή να βγάλει μια κάρτα στο μετρό, κάθε μήνα, κάθε εβδομάδα; Μπορεί να καταλάβει πώς νιώθει ένας άνθρωπος που στριμώχνεται κάθε μέρα σε ένα λεωφορείο ή σε ένα βαγόνι για να πάει στη δουλειά του; Πώς νιώθει η εργαζόμενη μητέρα που αφήνει άρρωστο το παιδί της στο σπίτι για να πάει να δουλέψει, επειδή δε «δικαιούται» άδεια και ούτε έχει χρήματα για κάποιο άτομο που θα τη βοηθήσει; Πώς νιώθει ο πωλητής που δουλεύει Κυριακές αφήνοντας στο σπίτι τα παιδιά του, για έναν μισθό επιβίωσης; Πώς νιώθει ο καρκινοπαθής που δανείζεται από παντού για να τα βγάλει πέρα με τα ιατρικά έξοδα; Πώς ζει ο άνθρωπος που πρέπει να φροντίζει μόνος του τον οικείο του με χρόνια αρρώστια επειδή δε διαθέτει χρήματα για βοήθεια; Και μπορούν οι «έχοντες» -και μαζί τους αυτοί που εκλέγονται και ασκούν εξουσία- να απευθύνονται σε όσους ζουν αυτές τις δύσκολες ζωές μέρα με τη μέρα, λέγοντάς τους να «κάνουν υπομονή»; Ίσως να ήταν πιο πειστικοί, αν κάθονταν κι εκείνοι μαζί με τους υπόλοιπους στην ουρά κάθε πρώτη του μήνα, αν ζούσαν στριμωγμένοι σε μικρά διαμερίσματα σε θορυβώδεις γεμάτους καυσαέριο δρόμους, αν έψαχναν αγχωμένοι να παρκάρουν κάθε πρωί πηγαίνοντας στη δουλειά για να μην αργήσουν να χτυπήσουν την «κάρτα ωραρίου», αν φρόντιζαν μόνοι τους έναν άνθρωπο με ειδικές ανάγκες στο σπίτι, αν περίμεναν μήνες για μια ιατρική εξέταση, αν δεν είχαν πού να αφήσουν το παιδί τους όταν αρρωσταίνει, αν το έβλεπαν να βυθίζεται στο άγχος για να περάσει στη σχολή που θέλει επειδή δεν υπάρχει οικονομική δυνατότητα για τίποτα άλλο, αν τους κυνηγούσαν οι «εισπρακτικές εταιρίες», αν έκαναν προσθαφαιρέσεις στο μυαλό τους όλη την ώρα μέσα στο σούπερ μάρκετ για να μη βγουν «εκτός», αν κατέληγαν να ζουν με ψυχοφάρμακα από την ανασφάλεια και την αβεβαιότητα.

Αλλά, πώς γίνεται αυτοί που ζουν τις άνετες ζωές, να νουθετούν τους -πολλούς- υπόλοιπους «να μη ζητάνε πολλά», επειδή «λεφτά δεν υπάρχουν», επειδή τα αιτήματά τους να έχουν καλύτερους μισθούς «δεν είναι της παρούσης», επειδή η συζήτηση για δραστική μείωση του ωραρίου εργασίας «είναι για το μέλλον», επειδή «δεν είναι η ώρα» για την επιθυμία τους να ζήσουν κι αυτοί μια καλή ζωή στο παρόν-παρότι δεν έχουν κάνει κάτι για να μην τους αξίζει;  Ή, πώς γίνεται, αυτοί που θεωρητικά συμφωνούν ότι όλοι αξίζουν να ζουν καλά, στην πράξη να φτιάχνουν «νοικοκυρεμένους προϋπολογισμούς», σύμφωνα με «τους κανόνες»;

Ο μόνος τρόπος να διατηρούν την «κοινωνική ειρήνη» είναι να πείθουν τους ανθρώπους ότι αυτή είναι η πραγματικότητα. Απειλώντας -ή αφήνοντας να αιωρείται- ότι «υπάρχουν και χειρότερα». Και οι άνθρωποι πείθονται για αυτό. Πείθονται ότι «αυτή είναι η πραγματικότητα». Εκπαιδεύονται να φοβούνται και να νιώθουν ένοχοι. Νιώθουν άσχημα να πουν δυνατά ότι συνθλίβονται στους χώρους εργασίας τους, ότι βουλιάζουν στη θλίψη, ότι χρωστάνε, ότι δε ζει κανείς σήμερα με χίλια ευρώ, ούτε με χίλια πεντακόσια αν έχει και παιδί- επειδή συνήθως θα βρεθεί κάποιος να τους απαντήσει με υψωμένο φρύδι «μη μιλάς, άλλοι άνθρωποι δεν έχουν δουλειά ή παίρνουν 500 ευρώ», ή «ας πρόσεχες να μη δανειζόσουν». Νιώθουν ντροπή να διεκδικήσουν, επειδή «δεν κοιτάνε γύρω τους τα χειρότερα». Σταματούν να θυμώνουν. Ή, ακόμη χειρότερα, θυμώνουν ο ένας με τον άλλον. Βυθισμένοι, οι «από κάτω», σε μια καλλιεργούμενη συλλογική ενοχή. Σε ένα οικονομικό σύστημα που τους κρατά φτωχούς -και τους κάνει να αισθάνονται υπεύθυνοι και για τη φτώχια τους, αλλά και για την επιθυμία τους να διεκδικήσουν το καλύτερο. Επειδή η ενοχή είναι πάντα το «υπερόπλο» που μπορεί να παραλύσει την ανθρώπινη δράση.

Οι τέσσερις λέξεις που «φυτεύτηκαν» στο μαλακό υπογάστριο της ελληνικής κοινωνίας, προπαγανδίστηκαν με ζήλο, για να τους κάνουν συνένοχους όλους, αυτούς που έχουν τον πλούτο και την εξουσία και αυτούς που δεν τα έχουν. Αυτές οι λέξεις, παράγουν ακόμα αποτέλεσμα. Παράγουν ακόμα ενοχή.  Εξακολουθούν να χρησιμοποιούνται ως εργαλείο -και όχι μόνο από τους «πρωτεργάτες» τους.

Και μοιάζει να ξεχνιέται αυτή η απλή ιδέα -ότι οι άνθρωποι δεν είναι όλοι ίδιοι, αλλά είναι όλοι ίσοι. Και μοιάζει να ξεχνιέται αυτή η απλή ιδέα -ότι αν «υπάρχουν και χειρότερα», υπάρχουν και καλύτερα. Μόνο μοιάζει, όμως, να ξεχνιούνται αυτές οι «απλές ιδέες». Οι κινητοποιήσεις στη Γαλλία είναι ένα μόνο παράδειγμα. Ο γάλλος πρόεδρος αντιλήφθηκε τον κίνδυνο για ολόκληρο το οικοδόμημα-κυρίως όταν φάνηκε η προοπτική σύνδεσης εργατικών και μαθητικών πληθυσμών με τους διαδηλωτές- και έκανε πίσω, παραχωρώντας το έλασσον προκειμένου να διαφυλάξει το μείζον, τουλάχιστον προς το παρόν. Η περίπτωση της Γαλλίας, όμως, έρχεται να προστεθεί σε μια αλυσίδα κοινωνικών εκρήξεων την τελευταία δεκαετία. Η οργή μεγαλώνει. Και η ενοχή, δε θα κρατήσει για πάντα.

 

www.ert.gr

Open post

Το επιτυχημένο «αθλητικό μοντέλο» του Δήμου Πατρέων

Το επιτυχημένο «αθλητικό μοντέλο» του Δήμου Πατρέων

του Νάσου Μπράτσου

Μπορεί οι εποχές της αλάνας να είναι πια παρελθόν, όμως η ανάγκη για αθλητισμό παραμένει και το «κενό» της αλάνας, καλύπτει μεγάλος αριθμός ερασιτεχνικών σωματείων σε όλη τη χώρα.

Παράλληλα, όπως συμβαίνει και σε όλους τους άλλους τομείς της ζωής μας, το αγαθό του αθλητισμού, δεν ξέφυγε από την «εμπορευματική αξία» με αποτέλεσμα από δικαιώμα να μετατραπεί σε «προϊόν», αφού άλλωστε η αθλητική ενασχόληση ήταν, είναι και θα είναι δημοφιλής δραστηριότητα.

Σημαντικό ρόλο στην επαφή των πολιτών με τον αθλητισμό είτε ερασιτεχνικό σωματειακό, είτε μαζικό λαϊκό αθλητισμό, είχε και έχει η Τοπική Αυτοδιοίκηση, μέσα από τους αθλητικούς χώρους των οποίων έχει την ευθύνη.

Στην Πάτρα και στο πλαίσιο της κοινωνικής πολιτικής του Δήμου βρίσκεται σε εξέλιξη και σε καλό δρόμο, μία σημαντική πρωτοβουλία της δημοτικής αρχής που αφορά στη διευκόλυνση της πρόσβασης όλων των παιδιών στον αθλητισμό.
Αρχικά να τονίσουμε ότι η παραχώρηση των δημοτικών γηπέδων στα αθλητικά σωματεία γίνεται δωρεάν, ενώ και το συνολικό κόστος λειτουργίας, συντήρησης κι εκσυγχρονισμού καλύπτει ο Δήμος και όχι οι αθλητικοί σύλλόγοι. Σε ορισμένες μόνο περιπτώσεις λόγω της έλλειψης προσωπικού και απαγόρευσης πρόσληψης τα σωματεία από κοινού αναλαμβάνουν τη φύλαξη – καθαριότητα.

Παράλληλα, από τη δημοτική αρχή, υπήρξε σύσταση κανονισμού λειτουργίας των αθλητικών χώρων, όπου μεταξύ άλλων προβλέπεται και η ρύθμιση του θέματος των συνδρομών για τα τμήματα υποδομής, θέμα που παντού στη χώρα, αποτελεί «πονοκέφαλο» για τους γονείς, ειδικά στις σφιχτές οικονομικές συνθήκες των τελευταίων χρόνων.

Επί πλέον με έγκυρη οικονομοτεχνική μελέτη έχει υπολογιστεί το μηνιαίο κόστος λειτουργίας των ακαδημιών των συλλόγων, στο οποίο βασικό μέγεθος είναι το μισθολόγιο των προπονητών (με βάση τις αποδοχές του καθηγητή φυσικής αγωγής στα σχολεία), το οποίο δεν επιδοτεί το κράτος ως οφείλει. Ακολούθως υπολογίστηκε το ύψος της μηνιαίας συνδρομής που πρέπει να καταβάλουν οι γονείς έτσι ώστε οι σύλλογοι να καλύπτουν τα πραγματικά έξοδα τους για τη λειτουργία των ακαδημιών τους χωρίς κέρδος. Με αυτό τον τρόπο τα παιδιά των εργαζομένων κάνουν αθλητισμό με 10 ευρώ το μήνα, όταν στην ελεύθερη αγορά το κόστος κυμαίνεται από 25 κι επάνω.

Παράλληλα ο Δήμος αναγνωρίζοντας το δίκιο των συλλόγων, που φυλλοροούν και απειλούνται με λουκέτο λόγω της υποχρηματοδότησης από την Πολιτεία, ειδικά τα τελευταία χρόνια, δεν αντιδικεί με τα σωματεία για την εφαρμογή του μέτρου, αλλά προσπαθεί να επεκτείνει την εφαρμογή του με τη συναίνεση τους και τη συνεργασία τους, αναδεικνύοντας τον κοινωνικό τους χαρακτήρα και στηρίζοντας τα στο έπακρο.

Η γενική αντίληψη είναι ότι οι φορολογούμενοι πολίτες πρέπει να απολαμβάνουν και το δικαίωμα πρόσβασης στον αθλητισμό, χωρίς επιπρόσθετες δαπάνες. Ειδικά για τον αθλητισμό στις παιδικές ηλικίες, δεν πρέπει η οικονομική κρίση να σταθεί εμπόδιο για τη λαίκή οικογένεια και να στερήσει από τα παιδιά της το δικαίωμα στον αθλητισμό, επειδή οι γονείς αντιμετωπίζουν προβλήματα απολύσεων, υποαπασχόλησης, καθυστερήσεις πληρωμών, ή περικοπές μισθών.

Σε συνέντευξή του στο ert.gr ο Κώστας Καραγκούνης πρόεδρος της Διοικούσας Επιτροπής του Δήμου Πατρέων για τα ποδοσφαιρικά γήπεδα του Δήμο, μας είχε δηλώσει σχετικά:

«Η χρήση των δημοτικών γηπέδων γίνεται δωρεάν από τα σωματεία και για το λόγο αυτό και για να μην στερηθεί κανένα παιδί το ποδόσφαιρο, έχουμε βάλει τον όρο οι συνδρομές στις υποδομές να μην ξεπερνάνε τα 10 ευρώ. Έτσι κανένα παιδί ανέργου ή πολύτεκνου δεν καλείται να πληρώσει συνδρομές 25-30 ευρώ που ζητούν υποδομές που δεν κάνουν χρήση των δημοτικών εγκαταστάσεων».

Μιλώντας στο παρελθόν με τον Τάκη Πετρόπουλο, άμισθο σύμβουλο του Δημάρχου Πατρέων Κ. Πελετίδη σε θέματα αθλητισμού, αλλά και πρόεδρο της διοικούσας επιτροπής του Παμπελοποννησιακού Σταδίου (και νυν πρόεδρο του Πολιτιστικού Οργανισμού), μας είχε δηλώσει πως «η υποχρέωση της κάθε κυβέρνησης να επιδοτεί τον ερασιτεχνικό αθλητισμό απορρέει από το ίδιο το σύνταγμα (άρθρο 18), από τους αθλητικούς νόμους του κράτους και για να το πάμε και λίγο παραπέρα και από τη Διεθνή Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού, που έχει υιοθετηθεί από την Unicef, έχει υπογραφεί από 191 χώρες του κόσμου μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα, της οποίας αποτελεί και νόμο και η τήρηση του εποπτεύεται από τον Συνήγορο του Παιδιού».

Να σημειώσουμε ότι σε σχέση με την προηγούμενη δημοτική αρχή, ο Δήμος Πατρέων κινείται με μειωμένο κατά 62% προύπολογισμό.

Η πρωτοβουλία αυτή του δήμου όπως είναι εύλογο έχει γίνει δεκτή με ενθουσιασμό από τους εργαζόμενους γονείς και οι αθλητικοί σύλλογοι που παρόλη την οικονομική τους συμπίεση διατηρούν τα παραδοσιακά κοινωνικά τους χαρακτηριστικά, αναγνωρίζουν το δικαίωμα όλων των παιδιών στον αθλητισμό. Η αντίληψη ότι είναι παράλογο οι εργαζόμενοι γονείς να καλύπτουν μέσω υψηλών διδάκτρων των ακαδημιών, το έλλειμμα που δημιουργεί η κρατική υποχρηματοδότηση του αθλητισμού κερδίζει έδαφος στην Πάτρα και η εφαρμογή αυτού του κοινωνικού μέτρου επεκτείνεται σιγά σιγά σε όλες τις αθλητικές εγκαταστάσεις του Δήμου Πατρέων ομαλά και χωρίς ιδιαίτερες τριβές

www.ert.gr

Open post

Ένα σχόλιο για «την καθαρίστρια»

Ένα σχόλιο για «την καθαρίστρια»

της Μάχης Μαργαρίτη

«Ασύμμετρη η ποινή», «κόντρα στο κοινό περί δικαίου αίσθημα», «εξάντλησε την αυστηρότητά της η δικαιοσύνη». Είναι μερικοί από τους τίτλους για τη φυλάκιση της καθαρίστριας από τον Βόλο, που κρίθηκε ένοχη επειδή εργαζόταν με πλαστό «τίτλο σπουδών» της έκτης Δημοτικού, ενώ ήταν απόφοιτος της πέμπτης. Το μεγαλύτερο μέρος των μέσων ενημέρωσης κράτησε παρόμοια στάση, θεωρώντας από «παράλογη» ως «απάνθρωπη» την ποινή που επιβλήθηκε.

Ο βασικός άξονας της κριτικής ήταν ότι έγινε μεν αδίκημα, αλλά η ποινή ήταν δυσανάλογη. Τα βέλη στράφηκαν κυρίως εναντίον του δικαστικού συστήματος για την απόφασή του. Η περίπτωση της αυστηρής ποινής για ανάλογο αδίκημα, όμως, δεν είναι μοναδική. Υπάρχουν και άλλες παρόμοιες περιπτώσεις, που δεν έχουν δει το φως της δημοσιότητας, καθώς δεν είναι η πρώτη φορά που εφαρμόζεται ο συγκεκριμένος νόμος. Το δικαστικό σύστημα καλείται να κρίνει, αφού ανακαλυφθούν οι εργαζόμενοι που έχουν πλαστά πτυχία. Έχει προηγηθεί η πολιτική απόφαση για αυτό. Για «ένα καλύτερο Δημόσιο»;

Οι έλεγχοι για πλαστά πτυχία στο Δημόσιο άρχισαν το 2014. Δηλώσεις πολιτικών και τίτλοι ειδήσεων, δε διέφεραν και πολύ. «Δε θα ξεφύγει κανείς», «μπαράζ πλαστών πτυχίων στο δημόσιο», «ενδελεχής έλεγχος στα πτυχία των δημόσιων υπάλληλων», «χιλιάδες πλαστά πτυχία», «θα τιμωρηθούν όσοι διέπραξαν απάτη». Αυτό το κλίμα καλλιεργήθηκε με στόχο την ιδεολογική απαξίωση του Δημοσίου ως χώρου που βρίθει παρανομιών και διαφθοράς, «βαρίδιου» για την κοινωνία. Ήταν ένα από τα ιδεολογικά εργαλεία που -μαζί με άλλα- χρησιμοποιήθηκε για να «νομιμοποιήσει» τη συρρίκνωση του δημόσιου τομέα, την επίθεση στους εργαζόμενους στο Δημόσιο και τα δικαιώματά τους, αλλά και τις ιδιωτικοποιήσεις, αφού στον ιδιωτικό τομέα «δε συμβαίνουν αυτά».

Ταυτόχρονα, η πολιτική αντιπαράθεση, φεύγοντας, αθόρυβα, από τα ταξικά ζητήματα, άρχιζε να επικεντρώνεται όλο και πιο πολύ σε ζητήματα «διαφθοράς». «Διαφάνεια», «αξιοκρατία», «αξιολόγηση», «μηδενική ανοχή σε φαινόμενα διαφθοράς» -σε αυτά εντάσσονταν και τα πλαστά πτυχία- ήταν ρητορική που άρχισε να χρησιμοποιείται από σχεδόν όλους τους πολιτικούς χώρους. Περνώντας στην κοινωνία το μήνυμα ότι τα δεινά της οφείλονται στη διαφθορά, οι διεκδικητές της εξουσίας μετέτρεπαν σιγά-σιγά τη σύγκρουση πολιτικών ιδεολογιών σε «ηθικό ζήτημα». Διαφορές προσώπων, «διεφθαρμένοι και αδιάφθοροι». Μέσα ενημέρωσης υποδαύλιζαν αυτό το κλίμα.

Σε αυτή ακριβώς την πολωμένη προς τη συγκεκριμένη κατεύθυνση ατμόσφαιρα άρχισαν οι έλεγχοι πιστοποιητικών στο Δημόσιο, που συνεχίστηκαν και τα επόμενα χρόνια. Βέβαια, τα ευρήματα δεν ήταν αντίστοιχα του θόρυβου. Το ποσοστό δημόσιων υπάλληλων που βρέθηκαν με πλαστά πιστοποιητικά ήταν ελάχιστο -αυτό, ωστόσο, «πέρασε στα ψιλά», αν ακούστηκε και καθόλου. Ο ντόρος, όμως, είχε γίνει. Το Δημόσιο, στοχοποιούμενο με κάθε τρόπο, συρρικνώθηκε, και τα εργασιακά και μισθολογικά δικαιώματα μεγάλου μέρους των εργαζόμενων σε αυτό χτυπήθηκαν με μανία. Αν το ζήτημα ήταν να ικανοποιηθεί ένα αίσθημα «κοινωνικού αυτοματισμού» -που καθόλου αυτόματα δεν προέκυψε, πάντως-  αυτό ναι, ίσως να συνέβη. Αλλά, στην πραγματικότητα, ποιον ωφέλησε η εξίσωση προς τα κάτω; Ωφέλησε τους εργαζόμενους του ιδιωτικού τομέα; Βελτίωσε την κατάσταση στη χώρα;

Το ίδιο ερώτημα μπορεί να τεθεί και για τα «πλαστά πτυχία». Μερικές εκατοντάδες εργαζόμενοι απολύθηκαν. Ποιος ωφελήθηκε; Τι άλλαξε προς το καλύτερο; Έγιναν προσλήψεις για να καλυφθούν οι θέσεις τους; Και αν γίνονταν, πόσες χιλιάδες άνθρωποι θα διαγωνίζονταν για μια δουλειά; Αν πάλι το ζήτημα ήταν να αποκατασταθούν αδικίες, θα ήταν ίσως σωστό να σκεφτεί κανείς τι σημαίνει αδικία. Τι είδους σύστημα είναι αυτό που στερεί από τους ανθρώπους το δικαίωμα να επιβιώσουν με μια θέση εργασίας -και τους βάζει να διαγκωνίζονται για αυτή, στη λογική του «ο θάνατός σου, η ζωή μου». Και ακόμη, είναι ικανοποιημένο το «κοινό περί δικαίου αίσθημα» αν η «κάθε καθαρίστρια» δεν πάει στη φυλακή αλλά σταματήσει να μπαίνει στο σπίτι της οικογένειας ο μοναδικός μισθός που υπήρχε; Αν η τιμωρία είναι «απλώς» η απόλυση, είναι ευχαριστημένη η κοινωνία; Είναι σίγουρο αυτό;

Άρα, να μην τιμωρηθούν όσοι βρέθηκαν με πλαστά πιστοποιητικά στο Δημόσιο; Πρώτα από όλα, υπάρχουν πολλοί τρόποι να αντιμετωπιστεί μια κατάσταση -εξαρτάται ποιος είναι ο στόχος. Κυρίως, όμως, δεν είναι ίδιες όλες οι περιπτώσεις. Άλλο είναι ο διευθυντής δημόσιας υπηρεσίας, άλλο είναι ο απλός εργαζόμενος. Άλλο είναι ο γιατρός με πλαστό πτυχίο που χειρουργεί, άλλο είναι η καθαρίστρια του νοσοκομείου με πλαστό απολυτήριο. Αν, όμως, ο στόχος είναι η ικανοποίηση του θεωρούμενου «κοινού αισθήματος», δεν υπάρχουν και πολλά περιθώρια. Θα χάσει τη δουλειά του και αυτός που ενδεχομένως έχει τα μέσα να ζήσει και χωρίς αυτή, θα χάσει τη δουλειά του και αυτός που δε μπορεί να ζήσει χωρίς αυτή -και αυτό καλό είναι να το σκεφτεί όποιος διατυπώνει εύκολα μια κρίση για το τι πρέπει να γίνει. «Και τότε ποιος vα αποφασίζει τι να γίνει;», είναι το επόμενο ερώτημα. Μάλλον εδώ βρίσκεται η ουσία του ζητήματος.

Για την υπόθεση «της καθαρίστριας» γράφτηκαν και ειπώθηκαν αμέτρητες λέξεις. Ανάμεσά τους, αυτές των συναδέλφων της από το Σωματείο Καθαριστών-Καθαριστριών της Μαγνησίας: «Ζητάμε να αποφυλακιστεί άμεσα η συνάδελφός μας γιατί δεν είναι έγκλημα να εργάζεται κάποιος για να ζήσει και μάλιστα όταν αντιμετωπίζει ιδιαίτερες δυσκολίες. Γιατί δεν είναι έγκλημα ο αγώνας για επιβίωση ενός φτωχού ανθρώπου σε ένα σύστημα όπου νόμιμα και παράνομα κλέβονται δεκάδες δισεκατομμύρια, όπου νόμιμα και παράνομα φυσικά πρόσωπα και επιχειρηματικοί όμιλοι πλουτίζουν σε βάρος του λαού. Όπου η αστική δικαιοσύνη έχει ‘ερμητικά κλειστά τα μάτια’ μπροστά στην πραγματική κοινωνική αδικία, που καταδικάζει στη φτώχεια και στην ανέχεια χιλιάδες εργαζόμενους και συνταξιούχους, που αναζητούν απελπισμένα τρόπο να ζήσουν.» Αυτά έκριναν οι συνάδελφοι της καθαρίστριας. Οι απλοί εργαζόμενοι. Αυτοί των οποίων την κρίση δεν εμπιστεύεται ποτέ το σύστημα όταν παίρνει τις αποφάσεις. Αυτοί στους οποίους δε δίνεται ποτέ ο λόγος -αλλά όταν τον παίρνουν, τα λένε συνήθως καλύτερα από όλους. Το μόνο που χρειάζεται, είναι η εμπιστοσύνη των ίδιων στη δύναμή τους.

 

www.ert.gr

Open post

Η.Π.Α.: «Συνεχίζονται» οι εκλογές σε τρεις πολιτείες

Η.Π.Α.: «Συνεχίζονται» οι εκλογές σε τρεις πολιτείες

Μέχρι την Πέμπτη (τουλάχιστον) συνεχίζονται οι ενδιάμεσες εκλογές της προηγούμενης εβδομάδας στις Ηνωμένες Πολιτείες, αφού στη Τζόρτζια, την Αριζόνα, και τη Φλόριντα -την μόνιμη πρωταγωνίστρια των αμφίρροπων εκλογικών μαχών- οι ψήφοι γίνονται αντικείμενο επανακαταμέτρησης, ει μη και έντονης διαμάχης.

Στην Αριζόνα, η συνεχιζόμενη εκλογική μάχη αφορά στην Γερουσία των Ηνωμένων Πολιτειών, με την ρεπουμπλικανή Μάρθα ΜακΣάλι να μάχεται την δημοκρατική Κίρστεν Σινέμα. Το βράδυ των εκλογών η ΜακΣάλι προηγείτο, όμως από την Πέμπτη και μετά τα δεδομένα άλλαξαν, με την Σινέμα να αποκτά ένα προβάδισμα αρχικά 9.000 ψήφων, το οποίο έκτοτε έχει αυξηθεί σε πλέον των 30.000 ψήφων. Περισσότερες από 200.000 ψήφοι δεν έχουν ακόμη καταμετρηθεί, ενώ η πλειοψηφία αυτών είναι επιστολικές ψήφοι, οι οποίες και φαίνεται να δημιουργούν τα περισσότερα προβλήματα. Παρ’ ότι, όπως υποστηρίζει το CBS, περίπου 75% των συνολικών ψήφων στις εκλογές της πολιτείας είναι επιστολικές, η διαδικασία της καταμέτρησης είναι εξαιρετικά αργή, και διάφορες κομητείες εφαρμόζουν διαφορετικούς κανονισμούς. Για παράδειγμα, ορισμένες κομητείες προσδιορίζουν την εγκυρότητα των ταχυδρομημένων ψηφοδελτίων συγκρίνοντας την υπογραφή των ψηφοφόρων στον φάκελο, με εκείνη που βρίσκεται καταγεγραμμένη στα εκλογικά αρχεία. Δύο κομητείες επιτρέπουν την επιβεβαίωση των υπογραφών μέχρι και τέσσερις ημέρες μετά τις εκλογές, κάτι που βρίσκει αντίθετα μερικά στελέχη του ρεπουμπλικανικού κόμματος, τα οποία και κατέθεσαν την προηγούμενη εβδομάδα αγωγές ζητώντας να εξαιρεθούν οι ψήφοι που δεν είχαν επιβεβαιωθεί μέχρι τις εκλογές στις συγκεκριμένες κομητείες, οι οποίες κατά παράδοση θεωρούνται και εγγύτερα στους υποψηφίους του Δημοκρατικού κόμματος. Στο τέλος της προηγούμενης εβδομάδας, οι Ρεπουμπλικανοί προχώρησαν σε δικαστικό συμβιβασμό, σύμφωνα με τον οποίο οι κομητείες μπορούν να επιβεβαιώσουν τις υπογραφές των ψηφοφόρων μέχρι και την ερχόμενη Πέμπτη. Παρ’ ότι δεν θα έχει αντίκτυπο στην ισορροπία των δύο κομμάτων στη Γερουσία, η μάχη είναι σημαντική διότι θα καθορίσει το εύρος της συντηρητικής πλειοψηφίας.

Παρομοίως σημαντική είναι η επανακαταμέτρηση όλων των ψήφων στη Φλόριντα, όπου ο εκ του Δημοκρατικού κόμματος νυν Γερουσιαστής, Μπιλ Νέλσον, υπολείπεται μόλις 0,1% ή σχεδόν 13.000 ψήφων του νυν κυβερνήτη και αντιπάλου του, Ρικ Σκοτ, του οποίου ο διάδοχος παραμένει εξίσου αμφίβολος, με τη διαφορά ανάμεσα στον Ρεπουμπλικανό Ρον ΝτεΣάντις και τον Δημοκρατικό Άντριου Γκίλαμ να βρίσκεται στις περίπου 30.000 ψήφους (0,4%). Για την ώρα, η επανακαταμέτρηση γίνεται μέσω μηχανημάτων, όμως αν η διαφορά ανάμεσα στους υποψηφίους μιας εκλογικής μάχης δεν ξεπεράσει τελικά το 0,25% θα πρέπει να γίνει και με το χέρι. Η διαφορά είναι κρίσιμη στη μάχη για τη Γερουσία των Η.Π.Α., όπου ο Δημοκρατικός υποψήφιος εκτιμά ότι θα κερδίσει ψήφους που δεν προσμετρήθηκαν λόγω μηχανικού λάθους. Ο λόγος είναι πως σε κάποια ψηφοδέλτια οι εκλογείς φαίνεται να ψήφισαν στην κούρσα για Κυβερνήτη, αλλά όχι για Γερουσιαστή. Καθώς το σχετικό τμήμα του ψηφοδελτίου βρισκόταν στο τέλος του εγγράφου, είναι πιθανό να υπάρχουν ορισμένες ψήφοι που δεν έγιναν αντιληπτές από τα μηχανήματα. Ο Ρεπουμπλικανός υποψήφιος Ρικ Σκοτ κατέθεσε και εκείνος αγωγές, επιτυχημένες, σύμφωνα με τις οποίες ζητούσε τη δημοσιοποίηση πληροφοριών για τους ψηφοφόρους, και την παρουσίαση αμφισβητούμενων ψηφοδελτίων ενώπιον αρμόδιας επιτροπής που θα αποφασίσει για την ενσωμάτωσή τους στα τελικά αποτελέσματα. Αξίζει να σημειωθεί πως τόσο ο Σκοτ, όσο και ο πρόεδρος Τραμπ έχουν σχολιάσει, χωρίς να προσφέρουν στοιχεία για τους ισχυρισμούς τους, πως οι Δημοκρατικοί προσπαθούν να νοθεύσουν το εκλογικό αποτέλεσμα. Στα παράξενα της όλης διαδικασίας περιλαμβάνεται και το σφάλμα που παρατηρήθηκε στην κομητεία του Μπράουαρντ, όπου 22 επιστολικά ψηφοδέλτια που είχαν ακυρωθεί λόγω ασυμφωνίας υπογραφών θα προσμετρηθούν κανονικά, επειδή οι αρμόδιοι τα ανακάτεψαν με 205 έγκυρα ψηφοδέλτια, και η αρμόδια επιβλέπουσα έκρινε ότι δεν θα ήταν σωστό να ακυρωθούν όλα τα ψηφοδέλτια.

Στην Τζόρτζια τα πράγματα είναι ακόμα πιο περίεργα, αν και με μαθηματικούς όρους είναι περισσότερο ξεκάθαρα. Ο Ρεπουμπλικανός Μπράιαν Κεμπ προηγείται της Δημοκρατικής Στέισι Έιμπραμς με περίπου 60.000 περισσότερες ψήφους, όμως το ποσοστό που συγκεντρώνει είναι μόνο 50,2%, και η νομοθεσία στην πολιτεία ορίζει ότι οι εκλογές επαναλαμβάνονται αν κανένας υποψήφιος δεν ξεπεράσει το 50% των ψήφων. Αυτό ελπίζει το Δημοκρατικό επιτελείο, το οποίο υποστηρίζει ότι υπάρχουν πολλές ψήφοι που δεν έχουν ακόμη καταμετρηθεί, ενώ συνεχίζονται οι κατηγορίες εναντίον του Κεμπ, ο οποίος ως υπουργός Εσωτερικών της πολιτείας ήταν υπεύθυνος για τη διοργάνωση των εκλογών.

Τι σημαίνουν όλα αυτά, και πόσο πιθανό είναι να αλλάξουν τα αποτελέσματα των εκλογών; Στην Αριζόνα θα πρέπει να περιμένουμε να ολοκληρωθεί η αρχική καταμέτρηση. Στις άλλες πολιτείες το ζήτημα είναι αν θα αλλάξει κάτι με την επανακαταμέτρηση των ψήφων. Επικαλούμενο το fivethirtyeight.com του Νέιτ Σίλβερ, το Vox υπενθυμίζει πως από 2000 μέχρι το 2015 έγινε επανακαταμέτρηση ψήφων σε 27 εκλογικές μάχες, και το αρχικό αποτέλεσμα άλλαξε σε μόλις τρεις εξ αυτών. Οι πιθανότητες, λοιπόν, ευνοούν τους προπορευόμενους, όμως το βασικό συμπέρασμα είναι άλλο. Οι Αμερικανοί ψήφισαν για κυβέρνηση που συνδυάζει ρεπουμπλικανικές και δημοκρατικές πλειοψηφίες. Πρόκειται για έναν διχασμό, παρά συμβιβασμό, ο οποίος και θα δείξει τα δόντια του εντός ολίγου χρονικού διαστήματος.

www.ert.gr

Open post

Η.Π.Α.: Αποτελέσματα εκλογών

Η.Π.Α.: Αποτελέσματα εκλογών

Πριν τις εκλογές σχολιάζαμε ότι η ψήφος διαμαρτυρίας των Αμερικανών ψηφοφόρων, το περίφημο «γαλάζιο κύμα» που θα εξέφραζε την εικαζόμενη αγανάκτησή τους με τις πολιτικές του Ντόναλντ Τραμπ δεν θα γινόταν πραγματικότητα: Οι Δημοκρατικοί θα κέρδιζαν τον έλεγχο της Βουλής των Αντιπροσώπων, αλλά οι Ρεπουμπλικανοί ήταν πιθανό να διευρύνουν την πλειοψηφία τους στη Γερουσία. Τα αποτελέσματα επιβεβαίωσαν τις προβλέψεις που ήταν και η βασική τάση στις σχετικές αναλύσεις, διαμορφώνοντας μια καινούρια ισορροπία στο Κογκρέσο, το οποίο, όπως σχολίασε και η επικεφαλής των Δημοκρατικών βουλευτών, Νάνσι Πελόζι, θα ασκεί πλέον τον έλεγχό του ως ελεγκτής της εκτελεστικής εξουσίας. Πολύ απλά, αυτό σημαίνει ότι οι διάφορες Επιτροπές της Βουλής των Αντιπροσώπων θα χτυπούν την πόρτα του Λευκού Οίκου συχνά και… με δύναμη. Είναι σχεδόν σίγουρο πως η αρχή θα γίνει με την κλήτευση των φορολογικών δηλώσεων του προέδρου Τραμπ, αλλά οι πιθανές μελλοντικές ενέργειες της καινούριας κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας δεν έχουν συγκεκριμένο όριο. Από τα ονόματα που σύμφωνα και με το CNN ακούγονται, τουλάχιστον αυτή τη στιγμή, ως επικεφαλής των επιτροπών, υπό την σχεδόν βέβαιη προεδρία της Πελόζι στην καινούρια Βουλή, συγκρατείστε τουλάχιστον αυτά του Άνταμ Σιφ και του Ρίτσαρντ Νιλ. Ο Σιφ είναι και αυτός σχεδόν βέβαιος για πρόεδρος της Επιτροπής Πληροφοριών, η οποία και επιβλέπει, ανάμεσα σε άλλα, το State Department, το FBI, τη CIA, την NSA, και του υπουργείο Δικαιοσύνης, με σαφείς συνέπειες για την άσκηση πολιτικής. Ο Ρίτσαρντ Νιλ, από την άλλη, φαίνεται πως είναι ο εισερχόμενος πρόεδρος της Επιτροπής Πόρων και Μεθόδων, η οποία ασχολείται με ζητήματα εθνικής οικονομίας, και έχει την εξουσία να ζητήσει τις φορολογικές δηλώσεις του Αμερικανού προέδρου. Στο παιχνίδι θα πρέπει να συνυπολογίζονται και οι ενέργειες του Ρόμπερτ Μιούλερ, του ειδικού κατηγόρου που ερευνά την προεκλογική (και πρώιμη προεδρική) συμπεριφορά του Ντόναλντ Τραμπ για πιθανές παραβιάσεις της αμερικανικής νομοθεσίας. Ο Μιούλερ δεν έχει προχωρήσει σε καμία δίωξη ή ανακοίνωση το προηγούμενο διάστημα, σεβόμενος τον κανόνα που ζητά από την Δικαιοσύνη να μην επηρεάζει την ψήφο των Αμερικανών κατά την προεκλογική περίοδο. Από σήμερα, έπειτα από δύο μήνες σιωπής, ο ειδικός κατήγορος είναι και πάλι ελεύθερος να προχωρήσει τις έρευνές του φανερά.

Πώς αισθάνεται ο Ντόναλντ Τραμπ για όλα αυτά; Λίγο καλά. Λίγο άσχημα. Η αλήθεια είναι πως τα αποτελέσματα των εκλογών τού δίνουν το δικαίωμα να υπερηφανευτεί. Μπορεί το tweet του, με το οποίο σχολίαζε ότι η βραδιά ήταν «τεράστια επιτυχία», να μην ισχύει για όλους τους Ρεπουμπλικανούς, όμως οι περισσότεροι υποψήφιοι του κόμματός του για τη Γερουσία, για τους οποίους έκανε και προεκλογικό αγώνα, κατάφεραν να κερδίσουν. Και ο ίδιος ο πρόεδρος Τραμπ είχε προλάβει να τονίσει ότι η Γερουσία ήταν το μόνο που τον ενδιέφερε, μια και δεν είχε τον χρόνο να ασχοληθεί με το πλήθος των προκλήσεων για τους Ρεπουμπλικανούς στη Βουλή των Αντιπροσώπων. Ασφαλώς, αυτή η παρατήρηση ήταν και κίνηση τακτικής, αλλά αυτό δεν αφαιρεί από το αποτέλεσμα. Όσο για τη Βουλή, η απαξίωση του Αμερικανού προέδρου έφτανε την αρχή της εκλογικής βραδιάς μέχρι και στην δήλωση πως, αν οι Δημοκρατικοί κέρδιζαν τον έλεγχό της, δεν θα τηλεφωνούσε στην Νάνσι Πελόζι για να τη συγχαρεί, μια και η νυν επικεφαλής της κοινοβουλευτικής μειοψηφίας έχει εχθρούς που θα προτιμούσαν να μην ανέβει στο προεδρείο του Σώματος χωρίς την παραμικρή αμφισβήτηση. Το μέγεθος της Δημοκρατικής νίκης, όμως, η συνειδητοποίηση της εχθρικότητας του καινούριου του περιβάλλοντος, και η ηγετική εμφάνιση της Πελόζι, μιας αντιπροσώπου με μακρόχρονη πείρα και εξαιρετικές οργανωτικές δυνατότητες, ακόμα και αν αντιμετωπίζει επικοινωνιακές προκλήσεις, τον έκαναν να επικοινωνήσει μαζί της για να τη συγχαρεί.

Τα αποτελέσματα δεν έχουν ακόμα κλειδώσει. Ο Δημοκρατικός έλεγχος της Βουλής των Αντιπροσώπων και ο Ρεπουμπλικανικός έλεγχος της Γερουσίας είναι δεδομένες συνθήκες, όμως το μέγεθος των πλειοψηφιών δεν είναι βέβαιο. Περισσότερο σαφής είναι ο διχασμός ανάμεσα στους ψηφοφόρους σε αστικές και μη-αστικές περιοχές, ο οποίος και είναι βασικό χαρακτηριστικό της πόλωσης των αντιμαχόμενων ιδεολογιών και πολιτικών. Ανοιχτό είναι σε κάποιο βαθμό και το μέτωπο των εκλογών για Κυβερνήτες, όπου οι Δημοκρατικοί απέχουν ακόμα και από τις πιο συγκρατημένες τους προβλέψεις, καταγράφοντας ελάχιστα κέρδη, και σημαντικές ήττες, όπως στην Φλόριντα, μια πολιτεία που πολλές φορές αποδείχθηκε ικανή να καθορίσει εθνικές εκλογές.

www.ert.gr

Open post

Για πόσα πράγματα ψηφίζουν οι Αμερικανοί την Τρίτη

Για πόσα πράγματα ψηφίζουν οι Αμερικανοί την Τρίτη

Ιδρώνουν και ξαναϊδρώνουν οι Αμερικανοί πολιτικοί, υποψήφιοι και μη, πριν από τις κάλπες της Τρίτης, αλλά το νούμερο 1 θύμα των ενδιάμεσων εκλογών είναι… τα γρασίδια. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, μια απειλή από τον 19ο αιώνα υπονοεί με χιούμορ ότι ακόμα και ο μπόγιας της γειτονιάς εκλέγεται αντί να διορίζεται. Στην πραγματικότητα υπάρχει ένας αιρετός μπόγιας στη χώρα, αλλά είναι ο μόνος. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι εκλογές είναι μια απλή υπόθεση, ή ότι η μόνη ποικιλία στις αμερικανικές κάλπες αφορά στους υποψηφίους. Ανάλογα με την πολιτεία όπου ψηφίζει κάποιος είναι πιθανό να καλείται την Τρίτη να ψηφίσει για δεκάδες θέματα: Για την ανάδειξη της πολιτειακής ή κομητειακής ηγεσίας, για θέσεις ανώτερων δικαστών και εισαγγελέων, για τον τοπικό σερίφη, καθώς και σε μια σειρά από δημοψηφίσματα. Κάπου εδώ, λοιπόν, ξεκινούν τα βάσανα για τα γρασίδια, τα οποία στην αχανή Αμερική δεν είναι και σπάνια, αλλά εδώ και καιρό καλύπτονται από ταμπέλες που διαφημίζουν τη στήριξη των ενοίκων των μονοκατοικιών που στολίζουν προς τον έναν ή τον άλλο υποψήφιο, και την μία ή την άλλη επιλογή στις προσεχείς κάλπες.

Ο Τιπ Ο’Νιλ, παλιός πρόεδρος της Βουλής των Αντιπροσώπων έλεγε ότι «κάθε πολιτική είναι τοπική πολιτική», όμως αυτός είναι πια ένας μάλλον ξεπερασμένος τρόπος αντιμετώπισης του πολιτικού σκηνικού στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου η ένταση της προεκλογικής και γενικότερα της πολιτικής ρητορικής ανταγωνίζεται σε επιρροή τα τοπικά προβλήματα, ακόμα και στις εκλογές για κυβερνήτη ή για τις έδρες των πολιτειακών Γερουσιών. Άλλωστε, βασικό μέτρο εκτίμησης της δύναμης των δύο κομμάτων είναι η πρόθεση των ψηφοφόρων να ψηφίσουν με τον ίδιο τρόπο «down the ballot», δηλαδή σε όλα τα ζητήματα που τίθενται στην κρίση τους. Όσο πλησιάζει, όμως, η ώρα της κάλπης, και όσο φαίνεται να επιβεβαιώνεται η πρόβλεψη πως σε εθνικό επίπεδο το Κογκρέσο θα μοιραστεί, με την Βουλή των Αντιπροσώπων να περνάει στον έλεγχο των Δημοκρατικών, και με τη Γερουσία να παραμένει υπό Ρεπουμπλικανικό έλεγχο, το υπόλοιπο ψηφοδέλτιο αρχίζει να απολαμβάνει την προσοχή που του αξίζει. Διότι μπορεί ο Τιπ Ο’Νιλ να εννοούσε πως κάθε πολιτική κρίνεται από το πώς επηρεάζει τους ψηφοφόρους στην άμεση καθημερινότητά τους, αλλά η αλήθεια είναι πως η πολιτική είναι τοπική και επειδή διαμορφώνει το κλίμα, στο οποίο ψηφίζουν οι πολίτες και στις εθνικές εκλογές.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα ζητημάτων που κρίνονται στις εκλογές της Τρίτης και αναμένεται να έχουν σημαντική επίδραση στην αμερικανική πολιτική στο μέλλον είναι ο επανασχεδιασμός των εκλογικών περιφερειών σε 4 πολιτείες (Μίσιγκαν, Κολοράντο, Γιούτα, και Μιζούρι), οι οποίες προτείνουν στους ψηφοφόρους τους την σύσταση ειδικών επιτροπών που θα αποφασίσουν τα νέα όρια. Η δημογραφική σύνθεση των εκλογικών περιφερειών σε πολλά σημεία των Η.Π.Α. γίνεται συχνά θέμα συζήτησης καθώς πολλές εξ αυτών ακολουθούν εξαιρετικά περίεργα γεωγραφικά όρια που διευκολύνουν την εντός τους περίληψη συγκεκριμένων ψηφοφόρων. Όπως σχολιάζει το έγκριτο FiveThirtyEight, πρόκειται για ένα από τα ζητήματα εκείνα, τα οποία είναι τόσο ευαίσθητα, που παραπέμπονται σε δημοψήφισμα επειδή καμία αιρετή κυβέρνηση δεν μπορεί να τα αντιμετωπίσει αποκλειστικά εντός της πλειοψηφίας της. Παρόμοια θέματα είναι η αύξηση του κατώτατου μισθού στο Άρκανσο και το Μιζούρι, η νομιμοποίηση της φαρμακευτικής κάνναβης σε διάφορες πολιτείες, ή η μεταρρύθμιση των διατάξεων περί χρηματοδότησης πολιτικών προσώπων.

Επιστρέφοντας στο περίφημο «generic ballot», το ενιαίο ψηφοδέλτιο με όλα αυτά τα ζητήματα, έχει σημασία πως για πολλούς ψηφοφόρους είναι μια ευκαιρία να ψηφίσουν με αρκετά διαφορετικό τρόπο κατά θέμα -για αυτό και η δημοσκοπική του αξία ως προς τη δυνατότητα του κάθε κόμματος να κρατήσει «στη γραμμή» τους ψηφοφόρους του. Όπως σημειώνει και ο Atlantic, οι φετινές εκλογές μπορούν να προσφέρουν σημαντικά συμπεράσματα για τους μετριοπαθείς υποψηφίους, τους σπάνιους πλέον υποψηφίους που υποστηρίζουν τις περισσότερο συντηρητικές τάσεις στο Δημοκρατικό κόμμα, ή αντίστοιχα, τις προοδευτικές στο Ρεπουμπλικανικό. Τα ίδια συμπεράσματα θα μπορούμε να βγάλουμε μετά την Τρίτη και για τους μετριοπαθείς ψηφοφόρους.

www.ert.gr

Open post

Φιλανθρωπία

Φιλανθρωπία

της Μάχης Μαργαρίτη

Το μακρινό 1889, κυκλοφορούσε ένα άρθρο με τον τίτλο «The Gospel of Wealth» -ο αρχικός του τίτλος ήταν πιο λιτός, «Wealth», δηλαδή «Πλούτος». Το υπέγραφε ένας από τους πλουσιότερους ανθρώπους της Αμερικής, ο βιομήχανος Άντριου Κάρνεγκι. Στο κείμενο καλούσε τους πλούσιους να δίνουν τα χρήματά τους για το καλό της κοινωνίας, και έβαζε έτσι τα θεμέλια της «σύγχρονης φιλανθρωπίας», δωρίζοντας στο εξής το 90% της περιουσίας του. Τον επόμενο χρόνο, το 1892, το όνομά του ερχόταν και πάλι στην επικαιρότητα: αυτή τη φορά, με την «απεργία του Χόουμστεντ», στο βασικό του χαλυβουργείο στην Πενσιλβάνια. Όταν, λίγο πριν τη λήξη της συλλογικής σύμβασης εργασίας και τη διαπραγμάτευση για τη νέα, για να «σπάσει την αυτοπεποίθηση» των εργατών, ο πιο στενός του συνεργάτης προχωρούσε σε μειώσεις μισθών και λοκ άουτ -σύγκρουση που κορυφώθηκε με την αιματηρή συμπλοκή απεργών και ιδιωτικών φρουρών.

Αυτά συνέβαιναν στο τέλος του 19 ου αιώνα. Μέχρι τότε, ο καπιταλισμός ήταν «γυμνός», η εκμετάλλευση απροκάλυπτη -και αυτό έφερε εξεγέρσεις των καταπιεσμένων. Το σύστημα χρειαζόταν ένα «κοστούμι». Κάτι που θα προωθούσε την ιδέα ότι ο καπιταλισμός είναι η λύση και όχι η αιτία του προβλήματος. Η «καπιταλιστική φιλανθρωπία» που γεννήθηκε, κατά τον ιστορικό Μίκαελ Θόρουπ, όχι μόνο κρύβει τη σύγκρουση πλούσιων-φτωχών, αλλά, επιπλέον, εδραιώνει την πίστη ότι οι πλούσιοι είναι «ο καλύτερος, και ίσως ο μόνος, φίλος των φτωχών». Αλλά τα προβλήματα που ισχυρίζονται ότι λύνουν ή απαλύνουν οι «φιλάνθρωποι», έχουν τις ρίζες τους σε αυτό ακριβώς το οικονομικό σύστημα που τους επιτρέπει να συσσωρεύσουν τον τεράστιο πλούτο τους.

Ο ιδρυτής και διευθύνων σύμβουλος του Facebook, Μαρκ Ζούκερμπεργκ, είναι ο τρίτος πλουσιότερος άνθρωπος στον κόσμο. Η περιουσία του εκτιμάται στα 81 δισεκατομμύρια δολάρια. Τον Φεβρουάριο του 2017, ανακοίνωνε ότι η Πρωτοβουλία Τσαν-Ζούκερμπεργκ,το ίδρυμα που έχουν δημιουργήσει με τη σύζυγό του, θα έδινε τρία εκατομμύρια δολάρια σε δωρεές για σπίτια, ώστε να βοηθήσουν να αντιμετωπιστεί η στεγαστική κρίση στην περιοχή της Σίλικον Βάλεϊ, όπου είναι συγκεντρωμένες οι εταιρίες τεχνολογίας. Στο Σαν Φρανσίσκο τα ενοίκια έχουν εκτοξευτεί σε επίπεδο τέτοιο ώστε ακόμη και εργαζόμενοι στον τομέα της τεχνολογίας με εξαψήφιους μισθούς δυσκολεύονται να τα βγάλουν πέρα. Για όσους έχουν μικρότερους μισθούς για να ζήσουν, και, ακόμη χειρότερα αν έχουν οικογένεια, η κατάσταση έχει γίνει αβίωτη. Αλλά η «έκρηξη» στη βιομηχανία των τεχνολογιών είναι βασικός παράγοντας της στεγαστικής κρίσης. Το ποσό που δωρίζουν οι Ζούκερμπεργκ είναι σαν τσιρότο σε πληγή που η δική του και άλλες εταιρίες άνοιξαν, έγραφαν πρόσφατα οι καθηγητές Ρόουντς και Μπλουμ σε άρθρο τους στον Guardian. «Μοιάζει σαν ο Ζούκερμπεργκ να ανακατευθύνει ένα θραύσμα της λείας του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού της εποχής της τεχνολογίας, στο όνομα της γενναιοδωρίας, για να προσπαθήσει να αντιμετωπίσει τα προβλήματα της ανισότητας στον πλούτο -τα οποία δημιουργεί ένα κοινωνικό και οικονομικό σύστημα που επιτρέπει τη συσσώρευση αυτής της λείας.»

Και το πρόβλημα γίνεται ακόμα πιο σύνθετο.

Η θεσμοποίηση της φιλανθρωπίας

Τον Ιούνιο του 2013, στο κτίριο του ΟΗΕ στη Νέα Υόρκη έγινε μια εκδήλωση. 150 ήταν οι καλεσμένοι για τη δεύτερη ετήσια Φιλανθρωπική Σύνοδο του Forbes. Την εκδήλωση άνοιξε ο τότε γενικός γραμματέας του οργανισμού, Μπαν Κι-Μουν. Την παρακολούθησαν δισεκατομμυριούχοι όπως ο Μπιλ Γκέιτς και ο Γουόρεν Μπάφετ. Σύμφωνα με το περιοδικό, οι συμμετέχοντες, που εκπροσωπούσαν «σχεδόν μισό τρισεκατομμύριο από τον παγκόσμιο πλούτο, συζήτησαν πώς μπορούν να χρησιμοποιήσουν τον πλούτο, τη φήμη και το ταλέντο τους στο επιχειρείν για να εξαλείψουν τη φτώχια».

H φιλανθρωπία δεν είναι κάτι νέο. Όμως είναι τις τελευταίες δεκαετίες που έχει αρχίσει να οργανώνεται και να «θεσμοποιείται». Αυτές τις δεκαετίες είναι που καταγράφεται η μεγαλύτερη στην ιστορία αύξηση της οικονομικής ανισότητας σε όλο τον κόσμο. «Παρακολουθούμε έναν απίστευτο πλουτισμό των πλουσιότερων ατόμων σε παγκόσμιο επίπεδο, και υπάρχει άμεση σύνδεση ανάμεσα στη συσσώρευση πλούτου, τη φθίνουσα φορολόγηση, και την αύξηση της ροής χρήματος σε φιλανθρωπικές δράσεις», έχει γράψει η κοινωνιολόγος Λίντσεϊ Μαγκόι, από το πανεπιστήμιο του Έσεξ. «Η φιλανθρωπία μπορεί να αυξάνεται, αλλά μόνο στο πλαίσιο της ανεξέλεγκτης ανισότητας.»

Τις δύο τελευταίες δεκαετίες, ο φιλανθρωπικός τομέας έχει διογκωθεί με κάθε τρόπο -σε αριθμό ιδρυμάτων, μέγεθος ετήσιων χρηματοδοτήσεων, και εύρος δράσεων. Σιγά-σιγά, φιλανθρωπικοί οργανισμοί παίζουν όλο και μεγαλύτερο ρόλο στην παγκόσμια πολιτική ανάπτυξης, με δράσεις που αφορούν την υγεία, την τροφή και τη γεωργία. Η επιρροή τους στην ατζέντα μεγαλώνει. Τι σημαίνει αυτό στην πράξη; Πρώτα από όλα, επίλυση προβλημάτων με τη λογική των «business», όλο και μεγαλύτερη εμπλοκή και επέκταση του ιδιωτικού τομέα, και χάραξη στρατηγικών χωρίς ουσιαστική λογοδοσία. Τον Φεβρουάριο του 2008, ο Αράτα Κότσι, πρώην υπεύθυνος του προγράμματος του ΟΗΕ του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας για την ελονοσία, διαμαρτυρόταν σε εσωτερικό υπόμνημα στη Μάργκαρετ Τσαν, γενική διευθύντρια του ΠΟΥ, ότι το ίδρυμα Γκέιτς κυριαρχούσε στο πεδίο της έρευνας για την ελονοσία και υπήρχε κίνδυνος να προκληθεί «ασφυξία» σε διαφορετικές απόψεις στην επιστημονική κοινότητα. Μιλούσε για ομογενοποίηση της σκέψης και προειδοποιούσε ότι «γίνεται όλο και πιο δύσκολο να λάβει κανείς μια ανεξάρτητη μελέτη επιστημονικών στοιχείων».

Ένα άλλο κανάλι επιρροής είναι μέσω της τοποθέτησης μελών φιλανθρωπικών ιδρυμάτων σε όργανα λήψης αποφάσεων σε διεθνείς οργανισμούς. Έγραφαν το 2015 σε μελέτη τους οι Μάρτενς και Σιτζ από το Φόρουμ για την Παγκόσμια Πολιτική, ότι το ίδρυμα Ροκφέλερ και το ίδρυμα Γκέιτς έχουν προωθήσει με μεγάλη επιτυχία τις βασισμένες στη λογική της αγοράς βιοιατρικές τους προσεγγίσεις στις παγκόσμιες προκλήσεις υγείας, στην έρευνα και την κοινότητα χάραξης πολιτικών υγείας -και παραπέρα. Πολλά κράτη, διεθνείς οργανισμοί υιοθέτησαν την προσέγγισή τους και προσάρμοσαν τις δράσεις τους και τη χρηματοδότηση αναλόγως, εστιάζοντας σε τεχνικές παρεμβάσεις. «Σίγουρα αυτές οι παρεμβάσεις, ιδίως η ανοσοποίηση με εμβολιασμό των παιδιών είναι απαραίτητες. Όμως, υπερβολικά συχνά παραμελούνται τα υποκείμενα και πιο σύνθετα κοινωνικοοικονομικά αίτια των προβλημάτων υγείας και η ανάγκη να ενισχυθούν τα δημόσια συστήματα υγείας.»

Αντίστοιχα διογκώνεται η επιρροή τέτοιων ιδρυμάτων στους τομείς της παγκόσμιας τροφής και γεωργίας. Το ίδρυμα Γκέιτς δραστηριοποιείται με το πρόγραμμα αγροτικής ανάπτυξής του κυρίως στην Αφρική. Η πρώτη από τις αρχές του ιδρύματος είναι «να ακούμε τους αγρότες και να απευθυνόμαστε στις συγκεκριμένες ανάγκες τους». Αλλά η οργάνωση GRAIN λέει ότι με βάση την έρευνά της, «το ίδρυμα σταθερά έχει επιλέξει να βάζει τα χρήματά του σε δομές από τα πάνω προς τα κάτω, όπου οι αγρότες γίνονται απλοί παραλήπτες τεχνολογιών που αναπτύσσονται σε εργαστήρια και τους πουλιούνται από εταιρίες».

Και δεν είναι μόνο αυτοί οι τομείς στους οποίους εμπλέκονται τα φιλανθρωπικά ιδρύματα. Συμμετοχή τους μπορεί να εντοπιστεί ακόμα και στο πολιτικό πεδίο. Διαβάζοντας κανείς την ετήσια έκθεση του Ιδρύματος Χάουαρντ Μπάφετ το 2012, εντόπιζε ανάμεσα στις -πιο αναμενόμενες ίσως- δράσεις, και αυτή: «Η επίτευξη διαρκούς ειρήνης στην περιοχή αυτή (Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό) απαιτεί την ανάμιξη και τη συνεργασία παραγόντων
κρατικών και μη κρατικών. Γι΄αυτό μία από τις πρώτες επενδύσεις του Ιδρύματος το 2012 με στήριξη της Ειρηνευτικής Πρωτοβουλίας μας για τις Μεγάλες Λίμνες της Αφρικής ήταν μια δωρεά 500.000 δολαρίων στην κυβέρνηση της Ουγκάντα, που φιλοξενεί ειρηνευτικές συνομιλίες ανάμεσα στην κυβέρνηση του Κονγκό και τους αντάρτες του Μ23».

Στις Ηνωμένες Πολιτείες, το ίδρυμα Φορντ μαζί με άλλη μία οργάνωση ανακοίνωσαν καμπάνια με σκοπό να συγκεντρωθούν 100 εκατομμύρια δολάρια για να ενισχυθεί το κίνημα «Black Lives Matter». Ο πρόεδρος του Ιδρύματος Φορντ, Ντάρεν Γουόκερ, δήλωνε το 2015, «η ανισότητα είναι κακή για τη δημοκρατία μας… Τι είδους καπιταλισμό θέλουμε να έχουμε στην Αμερική;» Αλλά πόση σχέση έχει αυτού του είδους το σκεπτικό με τις ανάγκες των εκατομμυρίων μαύρων που -θεωρητικά- εκπροσωπεί το κίνημα;

«Φάρμακο για την πείνα των φτωχών»

Οπότε, τίθεται το ερώτημα; Τι κινεί τους πλούσιους φιλάνθρωπους; Στις αρχές του 20 ου αιώνα, ο Άντριου Κάρνεγκι και ο Τζον Ροκφέλερ ίδρυσαν τα πρώτα ιδρύματα της Αμερικής, καταρχάς για να οχυρώσουν μέρος του εισοδήματός τους από τη φορολόγηση και να εδραιώσουν το κύρος και την επιρροή τους στις ΗΠΑ και τον κόσμο, γράφουν οι Μάρτενς και Σιτζ. Δεν έχει αλλάξει κάτι από τότε. Μέχρι σήμερα, ιδιωτικά φιλανθρωπικά ιδρύματα δε φορολογούνται, ή έχουν ευνοϊκή μεταχείριση, και, ταυτόχρονα, εδραιώνουν την επιρροή πλούσιων προσώπων με επιχειρηματικές δράσεις. Αλλά είναι μόνο αυτό;

Το ίδρυμα Ροκφέλερ αναμίχτηκε ενεργά στο ζήτημα της αγροτικής πολιτικής στον Νότο του κόσμου από τη δεκαετία του ΄40. Επίκεντρο η Λατινική Αμερική και η Νοτιοανατολική Ασία, με έμφαση σε υβριδικούς σπόρους, και στην εκτεταμένη χρήση λιπασμάτων και παρασιτοκτόνων, για να αντιμετωπιστεί η πείνα και ο υποσιτισμός. Γιατί, όμως, η απόφαση να εμπλακεί ενεργά το ίδρυμα; Σύμφωνα με την έκθεση των Μάρτενς και Σιτζ, το 1951, η Συμβουλευτική Επιτροπή για Αγροτικές Δραστηριότητες του Ιδρύματος, έλεγε σε υπόμνημα στρατηγικής για το παγκόσμιο πρόβλημα της πείνας: «Το αν εκατομμύρια περισσότεροι άνθρωποι στην Ασία και αλλού γίνουν Κομμουνιστές θα εξαρτηθεί εν μέρει από το αν θα καλύψει τις υποσχέσεις του ο Κομμουνιστικός κόσμος ή ο ελεύθερος κόσμος».

Πολύ νωρίτερα, ήδη από τον 18 ο αιώνα, η ανώτερη τάξη της Αγγλίας έβλεπε με ανησυχία την πολιτική αναταραχή στη Γαλλία -που έφερε τη Γαλλική Επανάσταση. Πολλοί φοβήθηκαν ότι έρχονται σημαντικές αλλαγές στο πολιτικό σκηνικό. Στο πλαίσιο αυτό, η φιλανθρωπία απέκτησε νέα αξία. Φιλανθρωπική οργάνωση της εποχής σχολίαζε ότι η καλοσύνη βοηθούσε «να συντριβεί αυτό το αίσθημα της εργατικής τάξης που κάποιες φορές απειλεί να χωρίσει αυτή τη δική μας Αγγλία σε δύο εχθρικά στρατόπεδα». Ένας από τους «πλούσιους φιλάνθρωπους», ο Τζόνας Χάνγουεϊ -εισηγητής του καθεστώτος απομόνωσης για τους κρατούμενους στις φυλακές- έλεγε, «ο ρόλος της φιλανθρωπίας είναι κεντρικός επειδή μόνο αυτή μπορεί να μεσολαβήσει ανάμεσα στον πλούσιο και τον φτωχό και να λειτουργήσει ως αντίβαρο» στα «πάθη της απληστίας και της εκδικητικότητας» -όπως μάλλον όριζε την πιθανότητα οι φτωχοί να διεκδικήσουν το δίκιο τους. Και επιπλέον, η φιλανθρωπία πρόσφερε «το μοναδικό φάρμακο για την ‘πείνα των φτωχών που φωνάζει δυνατά’».

Η διαφορά με το σήμερα

Μα από τότε μέχρι σήμερα «δεν έχουν αλλάξει τα πράγματα;», θα ρωτούσε κάποιος. Έχουν αλλάξει. Όταν 130 χρόνια πριν, στις Ηνωμένες Πολιτείες, ο Άντριου Κάρνεγκι ανακοίνωνε το μεγαλεπήβολο φιλανθρωπικό του όραμα, στην κεντρική πολιτική σκηνή συναντούσε και κριτική. Οι ηγέτες των Εργατικών επέκριναν τον Κάρνεγκι ότι έδινε σε φιλανθρωπίες χρήματα που δεν του ανήκουν. Ο επιφανής μεθοδιστής κληρικός επίσκοπος Χιου Πράις Χιουζ -όχι αυτό που θα αποκαλούσε κανείς, εκ πρώτης, «ριζοσπάστης»- τον χαρακτήριζε «κοινωνικό τερατούργημα» και «σοβαρό πολιτικό κίνδυνο». Και επέμενε σταθερά ότι οι εκατομμυριούχοι, ακόμη και αυτοί που χάριζαν τις περιουσίες τους, ήταν «το αφύσικο προϊόν τεχνητά κατασκευασμένων κοινωνικών ρυθμίσεων» -με τον όρο εννοούσε τους κυβερνητικούς κανονισμούς και νόμους που ευνοούσαν τους ιδιοκτήτες χαλυβουργείων, καθώς και αποφάσεις του Ανώτατου Δικαστηρίου που τους διευκόλυναν. Ταυτόχρονα, εργαζόμενοι και από τις δύο πλευρές του Ατλαντικού, έγραφε το 2006 στο αμερικανικό Slate ο ιστορικός Ντέιβιντ Νάσο, έθεταν το ερώτημα αν οι τεράστιες δωρεές του χαλυβοβιομήχανου από το Πίτσμπουργκ θα ήταν καλύτερο να έχουν δαπανηθεί σε υψηλότερους μισθούς, καλύτερες συνθήκες εργασίας και ημέρα εργασίας 8 αντί 12 ωρών. Ο ίδιος τους απάντησε σε μια ομιλία του ότι κρατούσε τους μισθούς χαμηλά για να παραμείνει ανταγωνιστικός, και ότι ακόμη κι αν ήταν δυνατό να μοιραστεί κάποια από τα κέρδη του με τους εργαζόμενους του, δε θα ήταν «ούτε δικαιολογημένο ούτε σοφό» να κάνει κάτι τέτοιο. «Ασήμαντα ποσά που θα δίνονταν στον καθένα κάθε εβδομάδα ή μήνα… θα ξοδεύονταν, εννιά στις δέκα φορές, σε πράγματα που σχετίζονται με το σώμα και όχι με το πνεύμα: σε καλύτερο φαγητό και ποτό, καλύτερα ρούχα, πιο πολυτελή τρόπο ζωής, πράγματα που δεν ωφελούν ούτε τον πλούσιο ούτε τον φτωχό». Πιέζοντας, λοιπόν, τους μισθούς των εργατών του, «επέστρεφε» τα χρήματα πίσω στην κοινότητα, με τον τρόπο που ο ίδιος αποφάσιζε -δημόσιες βιβλιοθήκες και αίθουσες συναυλιών. Το 1915, η κατακραυγή εναντίον Κάρνεγκι και Ροκφέλερ έφτασε μέχρι το Κογκρέσο, που οργάνωσε επιτροπή για να ερευνήσει τι συνέβαινε με τα φιλανθρωπικά ιδρύματα. Ο πρόεδρος της επιτροπής θυμάται τη διαμαρτυρία ενός ανθρακωρύχου από το Κολοράντο για τα 250.000 δολάρια που προόριζε το Ίδρυμα Ροκφέλερ για καταφύγιο για τα αποδημητικά πουλιά. Ο ανθρακωρύχος διαμαρτυρήθηκε ότι αυτά τα χρήματα είχαν προέλθει από την εργασία και τον κόπο ανθρώπων σαν κι αυτόν. Και προτού πάει ένα τέτοιο ποσό στα αποδημητικά πουλιά, «είπε ότι πρώτα ήθελε να δει ένα ασφαλές καταφύγιο για τα μωρά και τη γυναίκα του».

Αυτό που έχει αλλάξει από εκείνη την εποχή, είναι ότι «έχουμε συνηθίσει τόσο πολύ τη συγκέντρωση πλούτου στα χέρια των λίγων, που δε ρωτάμε καν από πού προέρχονται τα χρήματα του Γκέιτς και του Μπάφετ. Αντί γι΄αυτό, πανηγυρίζουμε το ότι αυτοί και κάποιοι άλλοι σαν αυτούς δίνουν τις περιουσίες τους για καλούς σκοπούς. Δε θα έπρεπε, επίσης, να ρωτάμε, όπως έκαναν οι επικριτές του Κάρνεγκι πριν από 120 χρόνια, για την υγεία μιας κοινωνίας που περιμένει προσφορές από τους πλούσιους για να πολεμηθεί η φτώχια, να γιατρευτούν οι αρρώστιες και να λειτουργήσουν τα σχολεία;», έγραφε ο Ντέιβιντ Νάσο. Τώρα, όχι μόνο δε γίνεται η ερώτηση, αλλά όλες οι συστημικές πολιτικές δυνάμεις αποδέχονται τη φιλανθρωπία, την αναζητούν και την επαινούν.

«Φιλανθρωκαπιταλισμό», τον αποκαλούν πολλοί. Όλο και πιο πολύ, όλο και πιο συχνά, κυβερνήσεις παραιτούνται από τις ευθύνες τους, και επαφίενται σε δωρεές και «φιλανθρωπικές πράξεις». Κράτη περικόπτουν προϋπολογισμούς και κονδύλια για τις ανάγκες της κοινωνίας, και ευθύνες για δημόσια αγαθά και υπηρεσίες ουσιαστικά μεταβιβάζονται σε πλούσιους ιδιώτες κα ιδρύματα, υπό το φιλικό βλέμμα -ή και τις επευφημίες- των πολιτικών. Συνήθως, όμως, η φιλανθρωπία και το «κοινωφελές έργο» αυτού του είδους έρχεται με όρους και δεσμεύσεις -μπορεί να μην είναι άμεσα ορατές, αλλά υπάρχουν, και δεν είναι δύσκολο να εντοπιστούν. «Χρυσή εποχή της φιλανθρωπίας», την ονόμασαν το 2014 οι ανθρωπογεωγράφοι Χέι και Μιούλερ. Ρωτώντας, «μήπως αυτή η ‘νέα φιλανθρωπία’ έρχεται με τέτοιους όρους ώστε είναι πιο σωστό οι δωρεές να γίνονται αντιληπτές ως επενδύσεις με σκοπό να πετύχουν οικονομικά, πολιτικά, πολιτισμικά και άλλου είδους αποτελέσματα που συνδέονται με την ιδεολογική και κοινωνική θέση του δωρητή».

Αυτή η συζήτηση, όμως, δε γίνεται. Το αντίθετο -δωρεές και χορηγίες κατευθύνονται σε κάθε έκφανση της κοινωνικής ζωής, και, ταυτόχρονα, στοχοποιούνται ιδεολογικά όσοι αντιστέκονται στην προσπάθεια να εμπεδωθεί στην κοινωνία η «αξία της φιλανθρωπίας». Πρόσφατο παράδειγμα, η ανακοίνωση συνδικαλιστικού οργάνου εκπαιδευτικών στη χώρα, με την οποία καλεί τους διευθυντές σχολείων να μη δεχτούν χορηγία γνωστού ιδρύματος – δωρεά, λέει το ίδρυμα- και θυμίζει ότι είναι το κράτος που έχει την ευθύνη και την υποχρέωση για τη λειτουργία των δημόσιων σχολείων. Παρά τις αντιδράσεις και τις επιθέσεις, οι εκπαιδευτικοί δεν υποχώρησαν από τη θέση τους.

Στο μεταξύ, δρόμοι, λιμάνια, νοσοκομεία, σχολεία, πολιτιστικοί χώροι, «βαφτίζονται» με ονόματα ιδιωτών που δωρίζουν χρήματα. «Τι σημασία έχει μια λέξη;», θα ρωτήσει κανείς; Αλλά οι λέξεις έχουν δύναμη. «Τρυπώνουν» στη δημόσια ζωή ως «απλές λέξεις». Και σιγά-σιγά, διαμορφώνουν τρόπο σκέψης. Παγιώνουν τον τρόπο αντίληψης της πραγματικότητας. Συγκαλύπτουν το γεγονός ότι ο πλούτος που συσσωρεύεται στα χέρια λίγων, στην πραγματικότητα είναι ο κόπος των πολλών -επειδή, πέρα από τις θεωρίες ότι τον πλούτο τον φέρνουν «οι καλές ιδέες, η εξυπνάδα και η σκληρή δουλειά», η μόνη θεωρία που έχει εξηγήσει με απτό τρόπο τη συσσώρευσή του είναι ο βασικός νόμος του σύγχρονου καπιταλισμού, ο νόμος της υπεραξίας, και δε χρειάζεται να είναι κανείς μαρξιστής για να τον αποδέχεται ως το ευφυέστερο μέχρι σήμερα εργαλείο ανάλυσης της παραγωγής του πλούτου. Και με βάση αυτόν, όσα «δωρίζονται» στις κοινωνίες, ήδη τους ανήκουν.

Ό, τι κι αν ειπωθεί, όσα επιχειρήματα κι αν ακουστούν για τη φιλανθρωπία, ένα είναι το αδιαμφισβήτητο: Προϋπόθεσή της είναι η ανισότητα. Για να υπάρξει η φιλανθρωπία, πρέπει να υπάρχει μια κατάσταση όπου κάποιοι έχουν και κάποιοι δεν έχουν. «Η φιλανθρωπία δεν είναι λύση», έγραφε το 1891 ο Όσκαρ Ουάιλντ στο δοκίμιό του «Η Ψυχή του Ανθρώπου στον Σοσιαλισμό», «είναι επιδείνωση της δυσκολίας. Ο σωστός σκοπός είναι να ανασυγκροτηθεί η κοινωνία σε τέτοια βάση ώστε η φτώχια να είναι αδύνατη». Και ίσως τότε, ένα λιμάνι, να παίρνει το όνομα των ναυτικών που χάθηκαν, κάνοντας απλώς τη δουλειά τους, απλώς για να επιβιώσουν. Αλλά αυτή, θα είναι μια άλλη κοινωνία.

www.ert.gr

Posts navigation

1 2 3 4 5 13 14 15
Scroll to top